Εκτύπωση του άρθρου
   RAINER MARIA RILKE
  
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

ΑΠΟ ΤΑ ‘ΣΟΝΕΤΑ ΣΤΟΝ ΟΡΦΕΑ’
 
                    Ι
Υψώθηκε ένα δέντρο! Ω ανύψωση καθάρια!
Ω τραγουδά ο Ορφέας! Ω ψηλό δέντρο μες τ’ αυτί!
Κι όλα σιγήσαν. Μα και στη σιγή μια αρχή καινούρια
Ξεκίνησε κι η μεταμόρφωση κι η νεύση αυτή.
 
Ζώα της σιωπής από φωλιές και κοίτες βγήκαν
Στο διαφανές και λυτρωμένο δάσος όλο.
Κι ήταν τόσο ήμερα, έβλεπες, γιατί
Ακούγανε κι όχι από φόβο ή δόλο,
 
Τα ουρλιάσματα, οι κραυγές, οι βρυχηθμοί
Μικρά φανήκαν στις καρδιές τους κι έτσι εκεί
Που δεν υπήρχε καν καλύβι για να το δεχθεί
 
Ή καταφύγιο από έναν πόθο ζοφερό
Με παραστάδες είσοδο που τρέμουν-
Εκεί στην ακοή τους έφτιαξες ιερό.
 
              III
Ένας Θεός μπορεί. Πώς, όμως, πες μου, πρέπει
Ο άνθρωπος με τη λύρα τη λεπτή να ακολουθήσει;
Δίβουλη είναι η αίσθησή του. Ναό του Απόλλωνα στην τρίοδο
Δυο δρόμων της καρδιάς του δεν θα συναντήσει.
 
Δεν είναι αγώνας ούτε επιθυμία ως το διδάσκεις
Για κάτι που στο τέλος αποκτάς το μέλος.
Είναι ύπαρξη το μέλος. Για τον Θεόν απλό.
Πότε, όμως, είμαστε; Και πότε στρέφει τέλος
 
Τα αστέρια και τη γη στην ύπαρξή μας;
Δεν είναι, νέε, που αγαπάς, ακόμα
Κι αν με τη βία ανοίγει σου η φωνή το στόμα.
 
Μάθε να λησμονείς ότι τραγούδησες. Αυτό κυλάει.
Να τραγουδάς στ’ αλήθεια είναι άλλη ανάσα.
Μια ανάσα για το τίποτε, Μια πνοή στον Θεό. Ένας αγέρας.
 
                 V
Στήλη επιτύμβια μην υψώσετε. Μόνο άστε
Για αυτόν να ανθεί το ρόδο κάθε χρόνο.
Γιατί είναι ο Ορφέας. Η μεταμόρφωσή του
Στο ένα και τ’ άλλο. Και δεν πρέπει μόνο
 
Ονόματα να ψάχνουμε. Είναι μια φορά για πάντα
Ο Ορφέας σαν τραγουδά. Έρχεται και πηγαίνει.
Δεν είναι ήδη πολύ που στ’ ανθογυάλι
Για λιγοστές ημέρες παραμένει;
 
Ω, πρέπει να χαθεί για να το νιώσετε όλοι!
Ακόμη κι αν εκείνος να χαθεί φοβάται.
Είναι ήδη εκεί που δεν τον ακλουθάτε
 
Καθώς το ενθάδε ο λόγος του υπερβαίνει.
Τα χέρια του της λύρας οι χορδές δεν εμποδίζουν
Και υπακούει πέρα ενώ διαβαίνει.
 
              VI
Είναι από εδώ; Όχι, από τα δυο βασίλεια
Προήλθε η απέραντή του φύση.
Πιο γνωστικά τους κλάδους θα λυγίσει της ιτιάς
Όποιος τις ρίζες της ιτιάς γνωρίσει.
 
Σαν πάτε για ύπνο μην αφήσετε ψωμί
Και γάλα στο τραπέζι. Πεθαμένους θα τραβήξει.
Αλλά από τη γαλήνη κάτω των βλεφάρων
Ο γητευτής αυτός ας αναμίξει
 
Την επιφάνειά τους σ’ όλα τα ορατά.
Κι από καπνό κι απήγανο τα μάγια
Του ήτανε σαν την πιο καθάρια σχέση αληθινά.
 
Την έγκυρή του εικόνα πια κανένας δεν θα σβήσει,
Είτε είναι από τους τάφους είτε απ’ τα δωμάτια
Είτε αμφορείς και δαχτυλίδια ή πόρπες ανυμνήσει.
 
                XXVI
Συ, θεϊκέ,  που αντηχεί το τραγούδι σου μέχρι το τέλος,
Σαν οι Μαινάδες που αυτός περιφρόνησε χίμηξαν σμήνος,
Η αρμονία σου νίκησε, ωραίε, τις κραυγές τους
Και το τερπνό σου τραγούδι απ’ τις βέβηλες τότε ανυψώθη.
 
Την κεφαλή και τη λύρα καμιά δεν σου σύντριψε εσένα,
Και μανιασμένες παλεύαν κι οι πέτρες εκείνες
Οι κοφτερές στην καρδιά σου που ρίξαν
Γίναν αβρές και προικίστηκαν όλες να ακούνε.
 
Τέλος σε τσάκισαν απ’ την οργή φλογισμένες,
Όταν ακόμη παρέμενε ο ήχος σου σ’ άγρια λιοντάρια,
Δέντρα, πουλιά και σε βράχια. Και τώρα εκεί τραγουδάς.
 
Ω εσύ χαμένε Θεέ! Ατελείωτο ίχνος!
Μόνο γιατί η έχθρα διαμέλισε πια το κορμί σου
Τώρα ακούμε εμείς κι ένα στόμα είναι η φύση.
   ΕΡΩΣ
Μάσκες! Μάσκες! Μήπως ο έρωτας θαμπώσει.
Ποιος την έκπαγλη όψη αντέχει αυτού
Σαν διακόπτει του έαρος το πραιλούδιο
Όπως ηλιοστάσιο του καλοκαιριού;
 
Πώς απρόοπτα μέσα στην κουβέντα
Σοβαρεύεται… Κάτι κραυγάζει….
Κι όπως άδυτο ναού
Το άρρητό του ρίγος τους σκεπάζει.
 
Ω χαμένοι! Ξαφνικά χαμένοι!
Σαν θεοί ο ένας τον άλλον αγκαλιάζει.
Άλλαξε η ζωή, γεννήθηκε ειμαρμένη.
Και στα βάθη μια πηγή στενάζει.
 
ΓΚΟΝΓΚ
 
Όχι πια για τ’ αυτιά μας… Ήχος
Που σαν αυτί βαθύτερο ακροάται
Εμάς τους δήθεν ακροωμένους.
Αντιστροφή των χώρων. Σχέδιο
Κόσμων εσώτερων προς τα έξω…,
Ναός προτού τη γέννησή τους,
Διάλυμα κορεσμένο από θεούς
Που δύσκολα διαλύονται…: γκονγκ.
 
Βόμβος εκείνης της σιγής
Που καταφάσκει στον εαυτό της,
Πολύβουη επιστροφή στο ίδιο
Όποιου σωπαίνει, αποσταγμένη
Διάρκεια απ’ τη ροή του χρόνου,
Ξαναχυμένο αστέρι…: γκόνγκ.
 
Συ που ποτέ δεν λησμονείσαι,
Συ που εγεννήθης στην απώλεια,
Ασύλληπτη εορτή για πάντα,
Σε στόμα αόρατο οίνος,
Στον όρθιο κίονα καταιγίδα,
Πτώση, στον δρόμο, του οδοιπόρου,
Η προδοσία μας σ’ όλα…: γκόνγκ.
 
     
ΕΠΙΜΕΤΡΟ: Ο ΡΙΛΚΕ ΚΑΙ Ο ΟΡΦΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ
 
Δύο αρχαίοι μύθοι γοήτευσαν περισσότερο τους λογοτέχνες του εικοστού αιώνος: εκείνος του Διονύσου κι εκείνος του Ορφέα. Εκ πρώτης απόψεως οι δύο αυτές μυθικές μορφές φαίνονται διαμετρικά ενάντιες. Ο Διόνυσος συμβολίζει όλες τις εκστατικές εμπειρίες που θραύουν τα δεσμά του Εγώ, ο Ορφέας τη δύναμη της ποίησης και της μουσικής. Σε μια βαθύτερη όμως θεώρηση οι φυσιογνωμίες αμφοτέρων συγκλίνουν. Και ο Διόνυσος και ο Ορφέας υπόσχονται την αποκατάσταση της κατακερματισμένης ενότητας, και οι δύο κομίζουν τα δώρα της μυστικής εξόδου.
    Στα ‘Σονέτα προς τον Ορφέα’ του Ρίλκε (κορυφαία στιγμή της δημιουργίας του γερμανού ποιητή και ανανεωτική προσέγγιση του αρχαίου μύθου) ο Θράκας αοιδός προσλαμβάνει διονυσιακά χαρακτηριστικά. Ο διαμελισμός του  από τις Μαινάδες κι η συνακόλουθη διάχυσή του στα στοιχεία της φύσης θυμίζει τον αντίστοιχο οδυνηρό διαμελισμό του Ζαγρέα, ο οποίος  ταυτόχρονα συνιστά-κατά την ερμηνεία του Νίτσε- τη μεταμόρφωσή του σε γη, νερό και φωτιά.
  Και για τον Ρίλκε ο θάνατος είναι μεταμόρφωση και διάλυση στο Παν. Στο δεύτερο Σονέτο η πεθαμένη Ευρυδίκη ‘κοιμάται τον κόσμο’. Τον εντάφιο ύπνο της απαρτίζουν όλα όσα υπάρχουν στη γη: τα δέντρα, οι λίμνες, τα μακρινά διαστήματα. Η επιστροφή στη μήτρα της γενέτειρας φύσης έχει συντελεστεί. Ο Ορφέας πάλι μεταμορφώνεται στο ρόδο που φυτρώνει πάνω απ’ τον τάφο του. Στο άνθος αυτό συνυπάρχουν οι χθόνιες δυνάμεις κι η άνθιση, η γονιμότητα κι ο μαρασμός.  Ήδη ένα αρχαίο ορφικό απόσπασμα επικαλείται ως σύμβολο της καθολικής ενότητας το ρόδον  ‘ΤΟ ΟΡΦΑΪΚΟΝ  ΟΜΟΟΥΣΙΟΝ ΕΝ Ω Η ΤΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΠΟΘΗΤΗ ΤΕ ΚΑΙ ΕΝΑΡΜΟΝΙΟΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ ΣΥΜΠΛΟΚΗ’. Μέσα απ’ αυτό το πρίσμα η αντίθεση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο αίρεται. Η θεώρηση του Σικελιανού λίγα χρόνια αργότερα δεν θα διαφέρει σημαντικά.
   Από την άλλη, ωστόσο, μεριά ο Ορφέας εκπροσωπεί την απολλώνια αρχή του ρυθμού και του μέτρου, τη μουσική υπό τις τρεις-σύμφωνα με την αναγεννησιακή σκέψη- μορφές της: δηλαδή τη musica mundana, τη musica humana και τη musica instrumenta. Η πρώτη αναφέρεται στην περιοδική κίνηση των πλανητών, ‘τη μουσική των σφαιρών’, η δεύτερη στην αρμονική συγκρότηση του ανθρώπινου οργανισμού, κι η τρίτη στην ενόργανη μουσική και το άσμα. Αλλά κι οι τρεις αυτές μορφές  συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους. Έτσι ο Ρίλκε αποκαλεί την αναπνοή ‘αόρατο ποίημα’, ενώ πάλι διακηρύσσει πως το αληθινό τραγούδι είναι ‘ μια άλλη ανάσα’. Και μήπως στις ρυθμικές τέχνες δεν αντικατοπτρίζεται η κοσμική αρμονία;
   Η εξωτερική αφορμή της γραφής αυτών των σονέτων ήταν ο χαμός της Wera Ouckama-Knoop, μιας νέας γοητευτικής χορεύτριας. Η Ευρυδίκη λοιπόν αυτών των ποιημάτων είναι μια ορχηστρίδα, μια  μυστική αδερφή και σύντροφος του Ορφέα, εκφράζει κι  εκείνη την αρχή του ρυθμού και της αρμονίας.
   Η μοίρα των δύο εραστών είναι ο πρόωρος θάνατος. Οι δυνάμεις του χάους τους αφανίζουν. Η Ευρυδίκη-Βέρα σβήνει απ’ την αρρώστια, ο Ορφέας κατασπαράζεται απ’ τις Μαινάδες. Ο αρχαίος μύθος, όμως, λέει πως καμιά δεν του σύντριψε το κεφάλι και τη λύρα. Ο αποκεφαλισμένος ποιητής συνεχίζει να τραγουδάει. Οι άναρθρες κραυγές των Μαινάδων δεν μπορούν να κατασιγάσουν το άσμα του. Ο Ρίλκε διατρανώνει την πίστη του στην παντοδυναμία της τέχνης που υπερνικά ακόμα και τον θάνατο. Η ποίηση μεταμορφώνει εσωτερικά τον άνθρωπο, ‘εγείρει ιερό στην ακοή του’, αλλά και τον κόσμο. Από του θρήνους της λύρας, όπως γράφει αλλού, γεννιέται ένα ολόκληρο σύμπαν, όπου τα πάντα ξαναδημιουργούνται.
 
Rainer Maria Rilke
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΕΠΙΜΕΤΡΟ: Γιώργος Βαρθαλίτης