Εκτύπωση του άρθρου
MIHAI EMINESCU

Τ’ άστρα ψηλά [1]
 

Τ’ άστρα ψηλά
πάνω απ’ τις θάλασσες
καίν’ στον ορίζοντα
μέχρι που σβήνουν.

Σήμα σαν δόθηκε
σαλεύουν τ’ άρμενα
και τα κατάρτια τους
όλα τα πλοία.

Κάστρα πλωτά
λες κι είναι όλα τους,
πάνω σε απέραντες
υγρές ερήμους.

Οι πελαργοί
παίρνουν τη στράτα τους
μέσ’ απ’ τα σύννεφα
του φθινοπώρου.

Σμήνη πετούν,
κι είναι το διάβα τους
αιώνιο πέρασμα
και τίποτ’ άλλο…

Του δάσους λούλουδα
οι ζωές μας μοιάζουνε·
μα και τα νιάτα μας
καίνε και σβήνουν.

Κι η τύχη γρήγορα
στην πτήση δίνεται,
γιατί η αδράνεια
ευθύς την διώχνει.

Ενόσω ζω
σκύψε εσύ, άγγελε,
κι άκου το κλάμα μου
γεμάτο αγάπη

Κρίμα δε θα’ τανε
να χαραμίζεται
η στιγμή η σύντομη
που μας εδόθη;

1879

Mihai Eminescu 

--------------------------------------------------------------------------------

[1] Στο ποίημα αυτό ο, κατά τα άλλα, ρομαντικός Eminescu επιδίδεται σε πειραματισμούς σχεδόν συμβολιστικούς στην κατεύθυνση της μελωδικότητας του στίχου. Εξυπακούεται ότι τέτοιου είδους effets, λόγω διαφορετικής ποιότητας των φθόγγων της γλώσσας-στόχου, είναι αδύνατον να περάσουν στο (όποιο) μετάφρασμα. Θα προσπαθήσω ωστόσο να δώσω στον Έλληνα αναγνώστη μίαν ιδέα για τον ρυθμό του πρωτοτύπου, παραιτούμενος από την απόπειρα να αναπαραγάγω και τις ρίμες (Σ.τ.μ.)