Εκτύπωση του άρθρου

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 


Αέρας αύγουστος
(επιλογή)

 


Ο Αέρας αύγουστος είναι ένας ποιητικός κύκλος που όταν ολοκληρωθεί θα περιλαμβάνει 33+2 μέρη. Μορφικά παραλλάσσει το στιχουργικό σχήμα της terza rima. Ως έργο εν προόδω ξεκίνησε να δημοσιεύεται στον προσωπικό μου ιστότοπο koutsourelis.gr τον Αύγουστο του 2008. Μέχρι σήμερα έχουν δει το φως της δημοσιότητας 27 ποιήματα.

Κ.Κ.

 


Χ.


ΕΔΩ Ο ΗΛΙΟΣ είναι λίγος, σκοτεινός.
   Σφίγγει το φως του σαν σπασμένο αστέρι.
Θάλασσα πουθενά. Γκρίζος αφρός

έρπουν τα σύννεφα, νωθροί ουράνιοι εταίροι.
   Γύρω φανάρια ηλεκτρικά, τροχοί
που όλο γυρίζουν, δόντι που πληγώνει•

κολλάει στα τζάμια ριγιλή η βροχή,
   ιδρώτας από κόπο κι από σκόνη.
Κοφτός των πλήκτρων ο χορός

λέξεις καρφώνει και μετά τις ξεκαρφώνει –
   πότε ξυπνώντας μια κρυμμένη ενοχή,
πότε μια μνήμη που την ξέχασε το χιόνι.

Εδώ ο ήλιος είναι λίγος. Η απουσία
   άφησε αόμματο, τυφλό το μεσημέρι•
χωρίς κοιλάδες απαλές την Αρκαδία•

χωρίς του Αυγούστου την οσμή το καλοκαίρι.


 

XΧΙΙΙ.


ΑΧΡΕΙΑΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ• λέξεις ναρκωμένες
    κάτω απ’ τη γλώσσα: η κρίση,   
η κάμψη (η καμπή;), η Ευρώπη. Πεπρωμένες 

απ’ την αρχή στο φέρετρό τους. Λύση 
    καμμιά, κανείς σωτήρας να τις σώσει.   
Απ’ την Ανατολή ώς τη Δύση 

όλες τους τίποτα άλλο από μια στρώση 
    φύλλα νεκρά• πολτός που   
σήπεται στο χώμα ιώδης ώσπου 

στο ειδύλλιο του φωτός να λιώσει, 
    κάτω απ’ του ήλιου την αέναη μάχη –   
κόμπος που λύθηκε μια κι έξω απ’ το στομάχι. 

Αχρείαστες λέξεις• λέξεις λωτοφάγες. 
    Νόημά τους ένας κόσμος που παρέλκει.   
Σέρνουν του τώρα τα μεγάλα έλκη 

πάνω στου μέλλοντος τις σιδερένιες ράγες.


 
ΧXIV.


TΙ ΜΕΝΕΙ ΠΙΑ να καταλάβω;
    σκυφτό το απόγευμα, εκκρεμές
–για πόσο ακόμα;– το τηλέφωνο, οι ριπές

του σαματά απ' τον δρόμο :
    λόγια, μετάνοιες μάταιες, μηχανές.
Χωρίς εξάντα και αστρολάβο

χαράζω ευθεία γραμμή : η ζωή μου.
    Κορδέλλα κόκκινη τινάζεται η φωνή μου•
όπως μ’ αρέσει εγώ την κόβω και τη ράβω

σημαία σκληρή την αναρτώ στον ώμο.
    Ο νόμος είμαι που αθέτησε τον νόμο,
η σφαίρα που στην κάννη

δεν χωράει. Κι ωστόσο : λίγο ακόμη
    και θα χυθεί στην άσφαλτο η μελάνη•
θα βγει κραδαίνοντας φρικτό η Σαλώμη

πάνω στο πιάτο το κεφάλι του Ιωάννη.


 
ΧXV.


ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ βλέπω στον καθρέφτη:
    μια ζύμη δύσμορφη, βαριά, που ξεχειλώνει,  
ένα αποφόρι που έχει μείνει ξέφτι,

μια χρυσαλλίδα απορημένη που στεγνώνει
    στην κόλλα μέσα του καιρού –  
πρόσωπο γέρου, ετοιμοθάνατου, νεκρού.

Το πρόσωπό μου βλέπω στον καθρέφτη:
    τη ρέμβη, την απόφαση, τη γνώμη,  
τον απαλό όρκο των χειλιών· τη χάντρα

της υγρής ματιάς· την οίηση των φρυδιών·
    το πρόσωπό μου βλέπω στον καθρέφτη –  
το πρόσωπο του εφήβου, και του άντρα.

Το πρόσωπό μου βλέπω στον καθρέφτη:
    τη δόξα του αρυτίδωτου, του αράγιστου νερού,  
το ρίγος μιας υπόσχεσης απτής, που δεν ξεπέφτει –

του βρέφους, του έμβρυου, του αγέννητου παιδιού.

                          
 
ΙΧXX.


TΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ όλα τα τέρατα ημερεύει,
   όλα τα εγκαύματα απ’ το φως• τα ξίφη
που τρυπούν τα νέα σου τραύματα,

τ’ αγκάθι που είναι ο πρώτος σου εαυτός.
   Το καλοκαίρι όλα τα θαύματα γυμνώνει —
σκάβει τη σάρκα ώς τα μέσα ερέβη,

το αίμα λύνει, σκοτεινή ηρωίνη,
   πάνω στης ίριδας λικνίζεται την κλίνη,
αντεστραμμένο κάτοπτρο, άλλος ουρανός.

Το καλοκαίρι όλα τα χρέη αποπληρώνει —
   τα στήθη που άγγιξες, τα στίφη
από της νύχτας τα στυφά πουλιά. Ξοδεύει

όλου του χρόνου τη λιτή ελεημοσύνη,
    στα δόντια του αλέθει τη σκουριά.
Το καλοκαίρι είναι η μόνη δικαιοσύνη.

Το πάντοτε βυζαίνει απ’ τ’ όχι πια.


 
XXX.


ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ όλα τ’ αλέθει :
   ρήματα, πετρωμένα σχήματα, τα δάση
απ’ τα κωφάλαλα συνθήματα, τα ίδια            

τα κύματα που ηχούν σ’ αυτή τη φράση —
   όλα της λέξης τα γαμψά εγχειρίδια,
όλα της γλώσσας τα κομψά πουλιά.

Παραμερίζει δόλους και παιχνίδια,
   ζεύει τη μνήμη και την κάνει κατοικίδια,
την πείρα αρνείται, ανόητη ζύμη

που στο στομάχι κατακάθεται κι αφήνει
   λάσπες, και ιζήματα, και ακάθαρτα νερά.
Ό,τι στα δόντια του κολλάει, το φτύνει

και το πετάει του τίποτα, μερίδιο και βορά. —
   Το καλοκαίρι όλα τ’ αλέθει.
Σκοτώνει όλων των γιατί τα βρέφη.

Βάφει όλα τα ερωτήματα λευκά. 


 
XXXΙΙ.


ΗΧΟΥΝ ΠΑΡΑΦΩΝΑ οι σταγόνες της βροχής :
   μια στίξη υπόκωφη, κοφτή. Μια ακολουθία             
από σιωπές και φθόγγους συνεχής

που φτάνει ανάκατα ώς εδώ,
   χωρίς καν νόημα δικό της ή σκοπό,
σαν περιττή, αχρείαστη ομιλία.

Ηχούν σαν πλήκτρα γραφομηχανής :
   φαίνεται, στην κοιλιά της γης
συντάσσει τώρα ο Oυρανός

την τελική του απολογία.
   Μια απολογία αζήτητη, ενοχής
για μια υπόσχεση παλιά, μια Επαγγελία

που διαψεύστηκε οικτρά,
   έμεινε ωστόσο δίχως τιμωρία.
Ηχεί παράφωνη η βροχή, βαριά.

Χωρίς καν νόημα ή σκοπό. Χωρίς αιτία.


Κώστας Κουτσουρέλης