Εκτύπωση του άρθρου

Η ΛΥΝΤΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΓΙΑ ΤΟ POETICANET
H ΛΥΝΤΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΥ  ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΤΣΟΥ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ: Λίγα λόγια για τον δοκιμιακό λόγο της Λύντιας Στεφάνου

 

 

Μερικές λέξεις

Το παρόν αφιέρωμα συγκεντρώνει παλιότερες δημοσιεύσεις της στο περιοδικό μας καθώς και κάποιους από τους χαιρετισμούς και τις ομιλίες των συμμετασχόντων στη διημερίδα που διοργάνωσαν προς τιμήν της Λύντιας και του Αλέξη Στεφάνου οι εκδόσεις Γαβριηλίδης και η Οργανωτική Επιτροπή του Συμποσίου Ποίησης την 5η και 6η Ιουνίου 2018. Η διημερίδα οργανώθηκε  με την ευκαιρία της έκδοσης των βιβλίων Λύντια Στεφάνου, Άπαντα τα Ποιήματα, Τόμος Α΄. Οι συλλογές (1958-1983), και Τόμος Β΄. Ανέκδοτα και Νεανικά, εισαγωγή–επίμετρο–επιμέλεια Ξένη Σκαρτσή, και Αλέξης Στεφάνου, Μεταπολεμικές ΑναζητήσειςΠοιήματα, επιμέλεια Λύντια Στεφάνου, εισαγωγή-θεώρηση Ξένη Σκαρτσή, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2018.

Με τη Λύντια Στεφάνου με έδενε, τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής της, μία στενή φιλία. Η αγάπη της και η εκτίμησή της μου έδιναν θάρρος και ελπίδα. Η ευγενική της παρουσία, η ποιητική της παιδεία, και το έργο της ενέπνεαν όλους όσους την γνώριζαν.

                                                                                                   Ιωσήφ Βεντούρας

 

Ξένη Σκαρτσή

 

 

Λύντια Στεφάνου (1927-2013): Μια από τις σημαντικότερες ποιητικές και πνευματικές φυσιογνωμίες της μεταπολεμικής Ελλάδας*

 

Τι να διαβάσω στους χάρτες της γενιάς μου;

Ξενοδοχεία και πάρκα σε χαμένους τόπους.
Στρατός της κατοχής, μεγάφωνα μες στις ανθρωποφάγες νύχτες.
Η φωνή της ύαινας καθώς σώνονταν τα πτώματα του πολέμου
Τα μισά τα ’παν ήρωες
Οι άλλοι κλέφτες δολοφόνοι τροφή για τα σκουλήκια
–Στο τέλος πάντα πιάνονται– στο τέλος η αστυνομία,
Κράνη, σαγόνια, εγκέφαλοι που καταπίνουν
Όλες μαζί τις ανθισμένες κερασιές.

Κι αυτή η πληγή που αλλάζει θέση ολοένα
Κοντά στον ίδιον επίμονο έρωτα χωρίς όνομα.

(Λ. Στεφάνου, Ποιήματα, 1958, «Ιστορία», IV)

 

Η ποιήτρια, μεταφράστρια και θεωρητικός της λογοτεχνίας Λύντια Στεφάνου (πατρικό: Γεωργούλη) είναι μια από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας πολιτικών και λογίων (ο πατέρας της είχε χρηματίσει βουλευτής και κατά διαστήματα υπουργός και από την πλευρά της μητέρας της είχε στενή συγγένεια με την οικογένεια Παπανδρέου, ενώ ήταν ανιψιά του φιλολόγου και ιστορικού της φιλοσοφίας Κωνσταντίνου Γεωργούλη και μικρανιψιά του επτανήσιου λόγιου και γλωσσολόγου Νικολάου Κονεμένου), η Λ.Σ. μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που ενθάρρυνε από νωρίς την κλίση της στα γράμματα και στην ποίηση.

Το ποιητικό έργο

Η Λύντια Στεφάνου ποιητικά εντάσσεται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, ως μία από τις τελευταίες εκπροσώπους της. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με ποιήματά της σε νεανικά περιοδικά του τέλους της Κατοχής (τη Νεανική Φωνή, τον Παλμό και το Αιγαίο), στη συντακτική ομάδα των οποίων ανήκε, σε ηλικία μόλις 17 ετών (στα ανέκδοτα αυτόγραφά της σώζεται και ποιητική συλλογή προς έκδοσιν των χρόνων 1940-43, όταν ήταν δηλαδή 13-16 ετών). Παρόλ’ αυτά, και σε αντίθεση με τους περισσότερους ποιητές της γενιάς της, δημοσίευσε την πρώτη της συλλογή, Ποιήματα, σε προχωρημένη σχετικά ηλικία, το 1958, όταν ήταν πλέον 31 ετών, και μακριά από την Ελλάδα (η Λ.Σ. έζησε μαζί με τον διπλωμάτη σύζυγό της για 25 περίπου χρόνια, με σύντομα διαλείμματα, στο εξωτερικό, γεγονός που εξηγεί ως ένα βαθμό τη μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητά της στην Ευρώπη απ’ ό,τι στην Ελλάδα). Θα παραμείνει φειδωλή σε δημοσιεύσεις σε όλη την υπόλοιπη ζωή της: θα κυκλοφορήσουν 4 μόνο συλλογές της στο διάστημα των επόμενων 25 χρόνων: Τοπία από την καταγωγή και την περιπλάνηση του Υκ (1965), Έξι επεισόδια από τον κύκλο των τεράτων (1971), Τα Μεγάφωνα (1973), Οι Λέξεις και τα Πράγματα (1983). Την απουσία της από τα ποιητικά πράγματα επέτεινε και η απροθυμία της να δημοσιεύει ποιήματά της σε περιοδικές εκδόσεις. Οι τελευταίες δημοσιεύσεις ποιημάτων της ήσαν στα Πρακτικά του Τέταρτου Συμποσίου Ποίησης, το 1985, και στο πατρινό περιοδικό Όστρακο το 1987. Από τότε και ως τον θάνατό της, το 2013, δεν εμφανίστηκε ξανά ποιητικά, ενώ ανέβαλλε συνεχώς την έκδοση του τελευταίου της βιβλίου το οποίο προετοίμαζε για χρόνια, έκδοση την οποία ανέστειλε οριστικά ο θάνατός της το 2013. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, και πριν αρρωστήσει και η ίδια, είχε αφοσιωθεί στην προετοιμασία της έκδοσης των ποιημάτων του συζύγου της, Αλέξη Στεφάνου, η οποία κυκλοφόρησε τον Μάρτιο 2018 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, ταυτόχρονα με τα ποιητικά Άπαντά της.

Τα Ευρισκόμενα του Αρχείου της αποκάλυψαν μιαν αδιάλειπτη ενασχόληση με την ποίηση από το 1940, οπότε χρονολογούνται τα πρώτα ανέκδοτα ποιήματά της (αν εξαιρέσουμε τα ποιήματά της σε τετράδια του Δημοτικού), έως και το 2009, χρονολογία τελευταίας διόρθωσης της ποιητικής σύνθεσης Τα προϊστορικά και τα πιο πριν που ετοίμαζε για έκδοση. Στα Αρχείο της ανευρέθηκαν σημαντικά ανέκδοτα ποιήματα, τα οποία δημοσιεύονται στον Β΄ τόμο των ποιητικών της Απάντων, μαζί με τα νεανικά της ποιήματα σε περιοδικά. Ανευρέθηκαν, επίσης, πλήθος παραλλαγές των δημοσιευμένων ποιημάτων, που αποδεικνύουν την επιμονή στην επεξεργασία των ποιημάτων της και την τελειομανία της.

Στην ποίηση της Στεφάνου είναι εμφανή τα δραματικά βιώματα του πολέμου και της μεταπολεμικής περιόδου, όπως στο έργο όλων των ποιητών της γενιάς της.

Η συναισθηματική όμως μέθεξη στα τεκταινόμενα, συμβαδίζει στο έργο της με την προσπάθεια για αποφυγή οποιασδήποτε έκδηλης sensibility και sentimentality, που καταδικάζεται ως ποιητική αδυναμία, όπως σημειώνει ο Μιχάλης Μερακλής. Η έκφραση προσωπικών συναισθημάτων και αδιεξόδων που χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό τη σύγχρονη ποίηση θεωρείται από τη Στεφάνου «ευτελισμός της ποίησης». Γι’ αυτό δηλώνει αντίθετη προς το πνεύμα της «ποίησης της ήττας», «έναν επαναλαμβανόμενο ή αναπαραγόμενο θρήνο για το καταρρεύσαν ή υπό κατάρρευση οικοδόμημα». Διακρίνει σ’ αυτήν έναν άκρατο υποκειμενισμό και μια τάση εσωστρέφειας, που έρχεται σε αντίφαση με το συλλογικό όραμα που είχε εμπνεύσει τους ανθρώπους στη διάρκεια του πολέμου και ανακόπτει κάθε ορμή για δημιουργία.

Προϋπόθεση της ποίησης για τη Στεφάνου είναι η ενεργή συμμετοχή και η συνειδητοποίηση από τον ποιητή της θέσης του μέσα στον κόσμο: «Ο ποιητής αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον κόσμο, ένα ελάχιστο μόριο στον τεράστιο κόσμο, και δεν τον αγνοεί, τον αφήνει να έρθει μέσα του και κάποτε όταν ο ίδιος μπορεί, βγαίνει να τον εξερευνήσει. Εκεί, στο σημείο μιας τέτοιας συνάντησης, είναι που η ποίηση μπορεί να ανθίσει.» (από τη συνέντευξή της στη Μαρία Τσάτσου για το poeticanet, 2/11/ 2006 ).

Η ποίησή της έχει μια αποστολή: «ανακαλώντας τα ουσιώδη, όπως αυτά του Δεύτερου Μεγάλου Πολέμου, να αντιπαραθέσει μια διαφορετική πιο πέρα δυνατότητα»· να διηγηθεί μια διαφορετική κατάσταση του κόσμου, έναν κόσμο πρωτογενή και εσωτερικά ισορροπημένο, «πάντοτε ανέγγιχτο και νέο», την «Αντιλένια» των Ποιημάτων και της τελευταίας της συλλογής, Οι Λέξεις και τα Πράγματα, που αντιπαρατίθεται στη φθορά και στη φρίκη του εμπειρικού κόσμου, «να μας βοηθήσει να επιθυμήσουμε κάτι παρά πέρα από την καθημερινή φρικτή κατάσταση που υπάρχει στον κόσμο».

Η κριτική για την πρώτη της συλλογή τονίζει την «ποιητική παιδεία» (Μιλλιέξ), την «ώριμη ποιητική συνείδηση και την αξιοθαύμαστη εξοικείωση με τη σύγχρονη ποίηση και τους εκφραστικούς της τρόπους» (Βαρίκας), τη μεγάλη ποιητική της αγωγή στον «καθόλου ποιητικό λόγο» της ελληνικής γλώσσας, που «δίνει ένα γλωσσικό παράδειγμα σε πολλούς νέους που θαρρείς πως γράφουν τα ποιήματά τους με ολοκληρωτική άγνοια της γλωσσικής ποιητικής μας παράδοσης» (Καραντώνης). Το ποίημα «Υπόθεσις βιασμού» από τη συλλογή αυτή κατατάσσεται από τον Καραντώνη ανάμεσα «στα ωραιότερα, τα πιο συγκροτημένα, τα πιο πρωτότυπα μεταπολεμικά ποιήματα» στην Ελλάδα.

Χαρακτηριστικά της Στεφάνου στο σύνολο του έργου της είναι η στοχαστική διάθεση από τη μια, και η έντονη μουσικότητα του στίχου, που συμβαδίζει με την αποφυγή οποιασδήποτε εκζήτησης, και η ευρηματικότητα και η πρωτοτυπία των εικόνων, η «ευκίνητη εικονοπλασία», κατά την έκφραση του Θ.Δ. Φραγκόπουλου.

Στα Τοπία από την καταγωγή και την περιπλάνηση του Υκ, του 1965, όπως και στην τελευταία, ανέκδοτη σύνθεσή της που δημοσιεύεται στον τόμο Β΄ των ποιητικών Απάντων της, η ποίησή της παίρνει ενορατικό χαρακτήρα, και τη μορφή κοσμογονικής αφήγησης. Ο έκπτωτος κόσμος που βγήκε μέσα από τις φρικαλεότητες του πολέμου και όσα ακολούθησαν είναι το τέρας (το θηρίο στο «Μονόλογο και χορικά για μια νύχτα του Μάη» στα Ποιήματα) που σκοτώνει ο μεσσιανικός Υκ, «ένα πλάσμα που βγαίνει σαν από τους βράχους μέσα, στοιχειό, άνθρωπος, άγγελος» (από τη συνέντευξης τη Μαρία Τσάτσου).

Οι φρικαλεότητες του πολέμου που απεικονίζονται σε όλο το μήκος του βιβλίου, αλλά και στο σύνολο του έργου της, κάνουν την ποίησή της δραματικά επίκαιρη και οικεία στον σύγχρονο, υποψιασμένο αναγνώστη.

Με το ποιητικό της έργο ασχολήθηκαν οι Βάσος Βαρίκας, Αντρέας Καραντώνης, Μιχάλης Πασιαρδής, Τατιάνα Μιλλιέξ, Γιώργος Μουρέλος, Άρης Δικταίος, ο Τάκης Σινόπουλος, Αντρέας Μπελεζίνης, Μιχάλης Μερακλής, Αλέξης Ζήρας κ.ά.

Το Μεταφραστικό και το Δοκιμιακό έργο

Το έργο της συμπληρώνουν σημαντικές μεταφράσεις, ποίησης αλλά και πεζών και θεωρητικών κειμένων, στις οποίες αφιέρωσε μεγάλο μέρος του δημιουργικού της χρόνου: η εμβληματική μετάφραση των ποιημάτων του Dylan Thomas, της Καθιστής Γυναίκας του Apollinaire, βιβλίων του Bowra, της Romilly κ.ά.

Είχε ακόμα πολύ σημαντικό δοκιμιακό έργο: δύο βιβλία, και τα δύο βραβευμένα, Το πρόβλημα της μεθόδου στη μελέτη της ποίησης (1972, Β΄ Κρατικό Βραβείο κριτικής-δοκιμίου), την « σε πολλά εκπληκτική μελέτη της (κράμα ιδιοφυΐας και μαντικού παραλογισμού)» κατά την έκφραση του Καραντώνη, «το μόνο ελληνικό βιβλίο που προσπαθεί να διαμορφώσει με λογική πειθαρχία, με διαδοχικούς συλλογισμούς, μια μέθοδο για την ανάλυση της ποίησης» (Κ. Φράιερ), και το Γενικά και Ειδικά για την Ποίηση (1993, Α΄ Κρατικό Βραβείο).

Ακόμα πλήθος άρθρων και εισηγήσεων σε συνέδρια, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, δημοσιευμένων αλλά και αδημοσίευτων.

Η Λύντια Στεφάνου «καλλιέργησε τη θεωρία της ποίησης σε μια εποχή που ο θεωρητικός λόγος στην Ελλάδα βρισκόταν σε κατάσταση υβριδιακή», λέει ο Γιάννης Κουβαράς δίνοντας το στίγμα του δοκιμιακού της έργου.

Τα περισσότερα από τα άρθρα και τις εισηγήσεις της δεν έχουν ακόμα συγκεντρωθεί σε τόμο, ενώ κάποια παραμένουν ακόμα ανέκδοτα στο αρχείο της. Το ίδιο και το δεύτερο, πιθανώς και το τρίτο μέρος του τριπτύχου που εγκαινίασε με Το πρόβλημα της μεθόδου στη μελέτη της ποίησης.

Τα Ευρισκόμενα του Αρχείου της

Εκτός από τα ανέκδοτα ποιήματα (των ετών 1940-43, 1950-2009), στο Αρχείο της Λ.Σ. ανευρέθηκε πλούσιο υλικό που δείχνει μια πολυσχιδή προσωπικότητα, με ενασχολήσεις άγνωστες ακόμα και σε πολλούς δικούς της ανθρώπους:

Αποσπάσματα και προσχέδια μυθιστορημάτων, και σύντομα πεζά, τα περισσότερα της δεκαετίας 1950-60, αλλά και μεταγενέστερα, έως το 1989, ένα ημιτελές θεατρικό έργο της δεκαετίας πάλι 1950, και σύντομα αποσπάσματα από τραγωδία με τίτλο Περσέας του 1954. Ακόμα ανέκδοτα δοκίμια και άρθρα (ανάμεσα σ’ αυτά το δεύτερο, και πιθανώς το τρίτο μέρος του τρίπτυχου που είχε εγκαινιαστεί με το Πρόβλημα της μεθόδου στη μελέτη της ποίησης, και αυτόγραφο 104 σελίδων για τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, με αναλυτική πορεία διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής, διδακτική μεθοδολογία και βιβλιογραφία για τον εκπαιδευτικό) σημειώσεις της για την ποίηση, επιστολές, κ.ά.

Από τα σημαντικότερα ευρήματα του Αρχείου της είναι τα Ημερολόγιά της των ετών 1953-58: γραμμένα στα κρίσιμα χρόνια της λογοτεχνικής της διαμόρφωσης, στο διάστημα 1953-58, έχουν στη μεγαλύτερή τους έκταση τη μορφή επιστολής σε φίλους. Παρουσιάζουν μια πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα της Μέσης Ανατολής με τη ματιά ενός δυτικού, που διαπλέκεται με τη δυσκολία προσαρμογής της στο Ισραήλ και τη νοσταλγία της για την Ελλάδα. Είναι στο σύνολό τους ένα απολαυστικό κείμενο, με αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική αξία, που θυμίζει τις Μέρες του στενού της φίλου Γιώργου Σεφέρη.

Η παρουσία της στην πνευματική ζωή του τόπου

Πέρα από το ποιητικό, μεταφραστικό και δοκιμιακό της έργο, η Λ.Σ. είχε έντονη παρουσία και αποφασιστική συμβολή στα πνευματικά πράγματα και στην πνευματική ζωή του τόπου έως τον θάνατό της.

Ήταν ιδρυτικό μέλος και κατ’ επανάληψη μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων, μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, Εταιρείες, του ελληνικού τομέα της Byron Society, επίτιμο μέλος της Ένωσης Κυπρίων Λογοτεχνών, και της Οργανωτικής Επιτροπής του Συμποσίου Ποίησης από το 1991.

Ίδρυσε, το 1963 με τους ζωγράφους Ιάσωνα Μολφέση και Γιάννη Γαΐτη, τους γλύπτες Κουλεντιανό και Φιλόλαο και τον κριτικό τέχνης Αλέξανδρο Ξύδη, και διηύθυνε (ως το 1965) την πρωτοποριακή Γκαλερί Μέρλιν (μετέπειτα Αργώ), στην οποία διοργανώθηκαν και οι πρώτες κοινές εκδηλώσεις εικαστικών και κριτικών.

Πρωτοστάτησε ακόμα, όπως είναι γνωστό, στη θέσπιση της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης το 1998.

Στο κέντρο των πνευματικών ζυμώσεων και δραστηριοτήτων της εποχής της, η Λύντια Στεφάνου είχε σχέση με όλους τους σημαντικούς ανθρώπους του καιρού της στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. Οι αναφορές της σ’ αυτούς, δυστυχώς αποκλειστικά προφορικές σε ανθρώπους του περιβάλλοντός της, θα μπορούσαν να αποτελέσουν πολύτιμη μαρτυρία για σημαντικές πτυχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Εξαιρετικά επιλεκτική σε προσωπικές εμφανίσεις και παρουσιάσεις, όσο περνούσαν τα χρόνια, παρακολουθούσε όμως πάντα στενά τη σύγχρονη πνευματική ζωή, ιδίως την παραγωγή των νέων, τους οποίους στήριζε ενεργά με το χρόνο της, τη συμβουλή της, και την έμπρακτη πολλές φορές υποστήριξή της.

Η Λύντια Στεφάνου σήμερα

Παρόλο το σημαντικό και πολυσχιδές της έργο, που γνώρισε μεγάλη αναγνώριση σε παλαιότερα χρόνια, και την έντονη και μακροχρόνια παρουσία της στην πνευματική ζωή του τόπου, η ποίηση της Λύντιας Στεφάνου είναι σχεδόν άγνωστη πλέον σε ένα ευρύ κοινό. Οι ποιητικές της συλλογές είναι προ πολλού εξαντλημένες, ενώ σημαντικό ποιητικό έργο έμεινε αδημοσίευτο στο Αρχείο της για πολλά χρόνια.

Σε αντίθεση με τους περισσότερους εκπροσώπους της γενιάς της, αλλά και πολλούς νεότερους και νεότατους ποιητές, δεν έχει γίνει κανένα αφιέρωμα στο έργο της (πλην ενός σύντομου αφιερώματος με προδημοσίευση ανέκδοτου υλικού στο περιοδικό Μανδραγόρας, τχ. 53/ 11-15 και ενός σύντομου επίσης αφιερώματος του περιοδικού poeticanet μετά τον θάνατό της – η προσπάθεια αφιερώματος από τον Μανδραγόρα αρκετά χρόνια πριν από τον θάνατό της προσέκρουσε στη διστακτικότητα και στην αναβλητικότητα της ίδιας).

Δεν υπάρχουν συνεντεύξεις της, πέρα από τη συνέντευξή της στη Μαρία Τσάτσου για λογαριασμό του περιοδικού poeticanet (αναρτήθηκε 2/11/ 2006).

Δεν υπάρχει επίσης καμία τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή που να αναφέρεται στο έργο της (από το 1965 και τη ραδιοφωνική εκπομπή του Καραντώνη στο «Εθνικόν Πρόγραμμα» και του Πασιαρδή στην «Κυπριακή Ραδιοφωνία» με την ευκαιρία της έκδοσης της συλλογής Τοπία από την καταγωγή και την περιπλάνηση του Υκ, πλην της πρόσφατης εκπομπής του Μανδραγόρα στον διαδικτυακό σταθμό «ΜεταΔεύτερο» στις 23/6/2018 με την ευκαιρία της έκδοσης των Απάντων της και το διήμερο των εκδηλώσεων που συνδιοργάνωσαν προς τιμή της οι εκδόσεις Γαβριηλίδης και η Οργανωτική Επιτροπή του Συμποσίου Ποίησης 5 & 6 Ιουνίου 2018).

Οι μόνες συνολικές αναφορές στο ποιητικό της έργο, και οι τελευταίες γενικά, είναι η σύντομη παρουσίασή της στο 4ο Συμπόσιο Ποίησης και στα Πρακτικά του, από τον Ανδρέα Μπελεζίνη το 1985, στη Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία. 1945-1980 του Μιχάλη Μερακλή το 1987 (εκδόσεις Πατάκη), και η εκτενής αναφορά στο έργο της από τον Αλέξη Ζήρα στο 33ο Συμπόσιο Ποίησης, που ήταν αφιερωμένο στη μνήμη της, και στα Πρακτικά του (εκδ. «Μανδραγόρας 2015).

Την καθολική αυτή σχεδόν «απαξίωση» από την πλευρά της κριτικής κάνει εντονότερη η περιορισμένη εμφάνισή της σε ανθολογίες της νεοελληνικής ποίησης των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα, κάποιων με ευρεία εκπροσώπηση νεότερων ή και νεότατων ποιητών, σε αντίθεση με τη σεβαστή εκπροσώπησή της σε ανθολογίες της νεοελληνικής ποίησης, και όχι μόνο, που εκδόθηκαν στο εξωτερικό.

Η αιτία για την απουσία της από την ποιητική σκηνή για περισσότερο από τριάντα χρόνια πρέπει να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στα αυστηρά κριτήρια δημοσίευσης και στην αναβλητικότητα της ίδιας της Λύντιας Στεφάνου. Οι προσωπικές όμως αυτές επιλογές δεν αίρουν την ευθύνη της κριτικής της λογοτεχνίας και του ανθολόγου απέναντι σε μια σημαντική μορφή της νεοελληνικής ποίησης, η οποία είναι πλέον άγνωστη, όπως είπαμε, σε ένα ευρύ κοινό.

Το γεγονός αυτό έρχεται να άρει η πρόσφατη έκδοση των ποιητικών Απάντων της Λύντιας Στεφάνου από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, η οποία φιλοδοξεί να δώσει την ευκαιρία σε ένα ευρύ κοινό να γνωρίσει το ποιητικό έργο μιας από τις τελευταίες εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, και να κρίνει μόνο του, μαζί ελπίζουμε με μια μερίδα της κριτικής, την ανθεκτικότητά του στο χρόνο και τον πρωτοποριακό του χαρακτήρα.

Τη σημασία της έκδοσης του έργου αυτού θα τη δείξει ο χρόνος.

 «Η ποίηση δεν χρειάζεται υπερασπιστές και συνηγόρους. Εκείνο που χρειάζεται είναι να διαβάζεται, κι όταν πρόκειται για κριτικές τοποθετήσεις να διαβάζεται προσεκτικά (Λύντια Στεφάνου, “Διαύγεια και διάρκεια του παρανοημένου Σικελιανού”)».
 

Συνοπτική Εργογραφία Λύντιας Στεφάνου
 

Ποιητικές συλλογές

  • Ποιήματα, [χ.ε.], Αθήνα 1958
  • Τοπία από την καταγωγή και την πε­ριπλάνηση του Υκ (ποίημα σε 4 μέρη), εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1965, β΄ έκδ. Ίκαρος 1990
  • Έξι επεισόδια από τον κύκλο των τε­ράτων, εκδ. Ερμείας, Αθήνα 1971
  • Τα Μεγάφωνα, εκδ. Ερμείας, Αθήνα 1973 
  • Οι Λέξεις και τα Πράγματα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1983
  • Landscapes from the Origin and the Wandering of YK, translation Philipp Ramp, Shoestring Press, England 1999
  • Άπαντα τα Ποιήματα, Τόμος Α΄. Οι συλλογές (1958-1983), Τόμος Β΄. Ανέκδοτα και Νεανικά, εισαγωγή–επίμετρο–επιμέλεια Ξένη Σκαρτσή, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2018


Μεταφράσεις

Μελέτες
 

Αυτοτελείς εκδόσεις

  • Το πρόβλημα της μεθόδου στη μελέτη της ποίησης, Κάλβος 1972, β΄ έκδοση Κάλβος 1981 (Β΄ Κρατικό Βραβείο κριτικής-δοκιμίου 1973)
  • Γενικά και ειδικά για την ποίηση, εκδ. Σοκόλη 1993(περιλαμβάνει εισηγήσεις της στο Συμπόσιο Ποίησης και άρθρα σε περιοδικά) (Κρατικό Βραβείο κριτικής-δοκιμίου 1994)
     

Άρθρα σε Πρακτικά Συνεδρίων και σε περιοδικά (επιλογή)

  • «Λίγα για τον λόγο», περ. Η νέα ποίηση, 11/1974
  • «H αποκάλυψη στην ποίηση», Μονή Ευαγγελισμού Πάτμου, Σύναξη Περισυλλογής ΧΕΝ, 1975, περ. Νέοι ορίζοντες, σ. 168-71, Σεπτέμβριος 1976 – Απρίλιος 77
  • «Οι επιθετικοί προσδιορισμοί του Κάλβου: ρίζες και προεκτάσεις», Πρακτικά ΙΒ΄ Συμποσίου Ποίησης, Αχαϊκές εκδόσεις 1994
  •  «Η υπερρεαλιστική «γιορτή» και το καρναβάλι του Πιερότου. Ο μοντερνισμός από τον Λαφόργκ στον Έλιοτ και τον Σεφέρη», Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Εταιρείας Συγκριτικής Γραμματολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 28/11-1/12 1991, εκδ. Δόμος 1995, σ. 483-508
  • «Ελύτης. Γλώσσα και ρυθμός», περ. Ν. Εστία, Αφιέρωμα στον Οδ. Ελύτη, τεύχ. 1674-1675, 1 και 15 Απριλίου 1997, σ. 489-93
  • «Προοπτικές στην επικοινωνία της ελληνικής με τις ξένες λογοτεχνίες», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Η μεταφραστική δραστηριότητα – Πορεία προς την Ενωμένη Ευρώπη» (Αθήνα 20-22 Μαΐου 1994), εκδ. Σοκόλης, Αθήνα 1997, σ. 142-150
  • «Ρυθμολογικές παρατηρήσεις για μια καλύτερη ανάγνωση της ποίησης», Πρακτικά ΙΕ΄ Συμποσίου Ποίησης, Αχαϊκές εκδόσεις, Πάτρα 1997
  • «Φυσική, μεταφυσική, μύθος στο Σικελιανό», Πρακτικά ΙΣΤ΄ Συμποσίου Ποίησης, Αχαϊκές εκδόσεις 1998
  • «Η Αρχαία Ελληνική ποίηση και ο χρόνος», Πρακτικά ΙΖ΄ Συμποσίου Ποίησης, Αχαϊκές εκδόσεις 1999
  • «Γλώσσα και Ποίηση», Πρακτικά ΙΗ΄ Συμποσίου Ποίησης, Αχαϊκές εκδόσεις 2000
  • «Ποίηση και ζωή στα κείμενα των ποιητών», Πρακτικά ΙΘ΄ Συμποσίου Ποίησης, εκδ. Περί Τεχνών, Πάτρα 2001
  • «Γεώργιος Δροσίνης», Πρακτικά ΚΑ΄ Συμποσίου Ποίησης, εκδ. Περί Τεχνών 2002
  • «Dylan Thomas: Και ο θάνατος δεν θα ’χει πια εξουσία», Πρακτικά ΚΒ΄ Συμποσίου Ποίησης, εκδ. Περί Τεχνών 2003
  • «Μετάφραση: Θεωρία ή πράξη, Πρακτικά ΚΓ΄ Συμποσίου Ποίησης, εκδ. Περί Τεχνών 2004         
  • «Τρόποι της ποίησης των ύμνων», Πρακτικά ΚΔ΄ Συμποσίου Ποίησης, εκδ. Περί Τεχνών 2005
  • «Ποίηση 2005. Πού πάμε;», Πρακτικά ΚΕ΄ Συμποσίου Ποίησης, εκδ. Περί Τεχνών 2006
  • «Ο Κρητικός του Σολωμού», Πρακτικά ΚΣΤ΄ Συμποσίου Ποίησης, εκδ. Περί Τεχνών 2007
  • «Η ποίηση του Σωκράτη Σκαρτσή», Η Γραμμή της Ποίησης. Μια ανθολόγηση από την ποίηση του Σ.Λ. Σκαρτσή, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα 2008

κ.ά.

Ανέκδοτες εισηγήσεις και άρθρα.

_________________________________________

*Το άρθρο αποτελεί συντομευμένη διασκευή του κειμένου που διαβάστηκε από την επιμελήτρια της έκδοσης των ποιητικών Απάντων της Λύντιας Στεφάνου στο πλαίσιο της διημερίδας που διοργάνωσαν προς τιμήν της Λύντιας και του Αλέξη Στεφάνου οι εκδόσεις Γαβριηλίδης και η Οργανωτική Επιτροπή του Συμποσίου Ποίησης την 5η και 6η Ιουνίου 2018, με την ευκαιρία της έκδοσης των βιβλίων Λύντια Στεφάνου, Άπαντα τα Ποιήματα, Τόμος Α΄. Οι συλλογές (1958-1983), και Τόμος Β΄. Ανέκδοτα και Νεανικά, εισαγωγή–επίμετρο–επιμέλεια Ξένη Σκαρτσή, και Αλέξης Στεφάνου, Μεταπολεμικές Αναζητήσεις. Ποιήματα, επιμέλεια Λύντια Στεφάνου, εισαγωγή–θεώρηση Ξ. Σκαρτσή, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2018. Στο κείμενο χρησιμοποιούνται στοιχεία από τις εισαγωγές των τόμων των ποιητικών Απάντων της Λ.Σ., όπου και αναλυτικό βιογραφικό της σημείωμα, τα βασικά χαρακτηριστικά της ποιητικής της, αναλυτική παρουσίαση των Ευρισκομένων του Αρχείου της, αναλυτική εργογραφία και βιβλιογραφία της. 

 

Γιώργος Χουλιάρας
ποιητής και πρόεδρος της Ε.Σ.

 

 
Θερμές ευχαριστίες οφείλονται στις εκδόσεις Γαβριηλίδη, που φιλοξενούν τις εκδηλώσεις για τη Λύντια & τον Αλέξη Στεφάνου, στην Οργανωτική Επιτροπή του Συµποσίου Ποίησης, στους ομιλητές & υποστηρικτές της διημερίδας και στον υιό των τιμωμένων, καθώς συνδέονται με τη χαρά να βρίσκονται στη διάθεσή μας «Άπαντα τα ποιήµατα», σε δύο τόµους, της Λύντιας Στεφάνου, αλλά και ο τόμος ποιημάτων του Αλέξη Στεφάνου «Μεταπολεµικές Αναζητήσεις», τους οποίους επιμελήθηκε η Ξένη Σκαρτσή.
 
Έχω επιπλέον τη χαρά ως Πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων να αναφερθώ στο ιδρυτικό μέλος μας Λύντια Στεφάνου, που είχε εκλεγεί στο Διοικητικό Συμβούλιο επτά, νομίζω, φορές, ενώ διετέλεσε Αντιπρόεδρος της Εταιρείας. Μεταξύ άλλων, στη Λύντια Στεφάνου οφείλουμε την επιλογή της 21ης Μαρτίου, που συνήθως συμπίπτει με την εαρινή ισημερία, ως Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης, όπως καθιερώθηκε από την UNESCO μετά από πρόταση της Εταιρείας Συγγραφέων.
 
«Η ποίηση δεν … ήταν για μένα ποτέ φυγή από τον κόσμο. Γράφω εντός αυτού του κόσμου», έχει πει η Λύντια Στεφάνου σε συνέντευξή της (Poeticanet, 11.2006). «Η ποίηση είναι μια δημιουργική δραστηριότητα με συγκεκριμένο αποτέλεσμα το ποίημα, ένα λεκτικό δημιούργημα … ισότιμο με οποιοδήποτε άλλο πράγμα που δημιουργείται μέσα στον κόσμο, ένα κτήριο, ένα μηχάνημα  ένα εφεύρημα. Οι διαφορές είναι διαφορές ως προς την επιδίωξη. Προσπαθώ να δημιουργήσω [κάτι] καινούργιο [που] δεν μπορεί να αγνοεί την κατάσταση του κόσμου … τέτοια που είναι και … να μη θέλει να προσθέσει και να αλλάξει κάτι μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν γράφω ποτέ για να εκφράσω, όπως λένε, συγκινήσεις, ψυχολογικά προβλήματα και τα συναφή … αυτό θα ήταν, νομίζω, ευτελισμός της ποίησης.»
 
Αξιοποιώντας τη βιβλιοθήκη του θείου της Κωνσταντίνου Γεωργούλη, στα δώδεκά της είχε διαβάσει το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, ενώ για πρώτη φορά δημοσίευσε ποιήματα σε ηλικία 17 ετών, στην Κατοχή το 1944, αν και άφησε να περάσουν 14 χρόνια πριν εκδώσει την πρώτη της συλλογή. Άλλες τέσσερις άλλωστε είναι οι συλλογές ποίησης που εξέδωσε. Ήταν τυχερή, έχει πει, γιατί στο σχολείο μυήθηκε στον Σολωμό – πρώτη, μεγάλη και μόνιμη αγάπη της ζωής της – αλλά και στους Ψαλμούς του Δαυίδ.
 
Η διακεκριμένη ποιήτρια, μεταφράστρια – σκέφτομαι, φερ’ ειπείν, την «καθιστή γυναίκα» του Guillaume Apollinaire – βραβευμένη δοκιμιογράφος και, ας προσθέσω, θεωρητικός της ποίησης σπούδασε όχι μόνο στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη Σχολή Ρυθμικής και Ορχηστικής Τέχνης της Κούλας Πράτσικα, αλλά συνέχισε ελεύθερες σπουδές στη Φιλοσοφία, την Ψυχολογία και τη Νεότερη Γλωσσολογία, όπως εξάλλου και στο πατάρι του Λουμίδη. Υπήρξε επίσης μέλος της ιδρυτικής ομάδας, όπως και ο Αλέξης Στεφάνου, σημαντικών περιοδικών, ενώ αργότερα και του Συμποσίου Ποίησης στην Πάτρα.
 
Σύζυγος διπλωμάτη, για περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια [1953-1979] έζησε σε πόλεις του εξωτερικού, από την Ιερουσαλήμ έως το Λονδίνο και από τη Σόφια & την Άγκυρα έως τη Γενεύη & την Καμπέρα, ενώ, εκτός από γαλλικά και αγγλικά που γνώριζε, ήταν επίσης εξοικειωμένη με ισπανικά, ιταλικά, βουλγαρικά και γερμανικά.  
 
Λυρισμός & θεωρητική είσδυση, συλλογικότητα & προσωπική πρωτοβουλία, ευρυμάθεια & επικέντρωση, εξωστρέφεια & αγάπη για τη χώρα, γενναιοδωρία & αυστηρότητα: αρετές και κατακτήσεις, που σε άλλες περιπτώσεις συγκρούονται, συνδυάζονται με τρόπο υποδειγματικό στην περίπτωση της Λύντιας Στεφάνου που διέθεσε τον χρόνο της προς όφελος της ποίησης.
 
Αν και είναι ήδη Ιούνιος, επιτρέψτε μου να κλείσω με επτά στίχους από τον δικό της «Μονόλογο και χορικά για μια νύχτα του Μάη»:

– Κοιμήσου ήσυχα.
Στα κάγκελα φυτρώνουν λυγεροί
Κισσοί και φίδια και μακριές μορφές
Αγκαλιασμένες.
– Τώρα κοιμήσου.
Δεν θα περάσεις δυο φορές
Στην ίδια λεωφόρο με τις μπουκαμβίλιες.
 

Βίκυ Πάτσιου
Καθηγήτρια και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας 

 

 

Εκ μέρους της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας σας καλωσορίζω στη σημερινή εκδήλωση μνήμης για τη Λύντια και τον Αλέξη Στεφάνου. Η Λύντια Στεφάνου υπήρξε επί σειρά ετών δραστήριο και προβεβλημένο μέλος της Εταιρείας μας με διαρκή και έντονη παρουσία μέσω του πλούσιου μεταφραστικού και του θεωρητικού της έργου στον χώρο της Συγκριτικής Φιλολογίας.

Η Λύντια Στεφάνου ήταν μία από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Μεγάλωσε σε ένα ξεχωριστό πνευματικό περιβάλλον το οποίο της καλλιέργησε την αγάπη για την ποίηση και τα γράμματα. Η ποιητική της κλίση εκδηλώθηκε πολύ νωρίς, με την ενθάρρυνση και του σχολικού περιβάλλοντος. «Πριν ακόμα μάθω να γράφω, φαίνεται ότι έλεγα ποιήματα. Τα έλεγα, τραγουδιστά κάπως, ήτανε σαν να τραγουδούσα, δεν ξέρω πώς να το πω αλλιώς, τα χαιρόμουν» δηλώνει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή της. Από πολύ νωρίς ξεκίνησε και η ενασχόλησή της με την εκμάθηση ξένων γλωσσών, η οποία ενίσχυσε και την πλούσια μεταφραστική της δραστηριότητα. Φοίτησε στο Γαλλικό Ινστιτούτο και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δημοσιεύει τα πρώτα της ποιήματα στα πρωτοποριακά περιοδικά της εποχής της σε ηλικία 17 ετών. Αρκετά χρόνια αργότερα θα εκδοθεί και η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιήματα (1958). Μαζί με τον σύζυγό της διπλωμάτη, λόγιο και ποιητή Αλέξανδρο Στεφάνου θα ταξιδέψουν επί σειρά ετών στο εξωτερικό (Ιερουσαλήμ, Λονδίνο, Λευκωσία, Γενεύη, κ.ά.). Οι εμπειρίες της αυτές θα αποτυπωθούν  στο ποιητικό της  έργο και πιο συγκεκριμένα στην ποιητική συλλογή Τοπία από την καταγωγή και την περιπλάνηση του ΥΚ (1965).

Για την ίδια η ποίηση  αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της. Όπως σημειώνει: «Η ποίηση ήταν και θα είναι πάντα για μένα τουλάχιστον, κάτω απ’ όλες τις συνθήκες, μια ανάγκη, και για να γράφω και για να διαβάζω». Μελετά με ιδιαίτερη αγάπη και προσοχή το έργο του Σολωμού και τους Ψαλμούς του Δαβίδ που θα της ασκήσουν μεγάλη επιρροή. Προσεγγίζει την αγγλοσαξονική λογοτεχνία και θεωρητική σκέψη και πιο συγκεκριμένα το έργο των T.S. Eliot και C.M. Bowra, ενώ στην ποιητική της συλλογή Έξι επεισόδια από τον κύκλο των τεράτων (1971) είναι έκδηλες οι επιρροές από τη γαλλική  και τη γερμανική ποίηση.

Εκτός από την ποιητική της παραγωγή ξεχωριστή θέση κατέχουν το δοκιμιακό και το μεταφραστικό της έργο. Βραβεύτηκε με το Β' Κρατικό Βραβείο κριτικής-δοκιμίου για τη μελέτη της Πρόβλημα της μεθόδου στη μελέτη της ποίησης (1972), καθώς και για το βιβλίο της Γενικά και ειδικά για την ποίηση (1993). Μεταφέρει στην ελληνική γλώσσα μεταξύ άλλων τα ποιήματα του Dylan Thomas (1982), η μετάφραση των οποίων σύμφωνα με τον Αλέξη Ζήρα την επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και την οδήγησε στο να απορρίψει το εσωστρεφές κλίμα της λεγόμενης υπαρξιακής ποίησης στην Ελλάδα.

Τέλος,  για τη Λύντια Στεφάνου ο ρόλος του ποιητή ακόμα και στους μίζερους  (ή στους πάντα  μίζερους) καιρούς είναι μείζονος σημασίας, καθώς όπως η ίδια χαρακτηριστικά επισημαίνει: «ο ποιητής βρίσκεται μέσα στον κόσμο [...] δεν τον αγνοεί, τον αφήνει να έρθει μέσα του και κάποτε όταν ο ίδιος μπορεί, βγαίνει να τον εξερευνήσει». 

 

Αντώνης Μαστραπάς
Γ.   Γραμματέας της Π.Ε.Φ.

 


Εκ μέρους του ΔΣ της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων (ΠΕΦ) χαιρετίζουμε την εκδήλωση μνήμης για το έργο του ζεύγους των λογίων Αλέξη και Λύντιας Στεφάνου. 
Συγχαίρουμε τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης, την Οργανωτική Επιτροπή του Συμποσίου Ποίησης της Πάτρας και τη φιλόλογο-ποιήτρια Ξένη Σκαρτσή που είχαν την πρωτοβουλία της εκδήλωσης αυτής με αφορμή την μεταθανάτια έκδοση των Απάντων της Λύντιας Στεφάνου και των ποιητικών Αναζητήσεων του διπλωμάτη και λόγιου Αλέξη Στεφάνου.
Ας μου επιτραπεί να περιορίσω το σύντομο χαιρετισμό εστιάζοντας το ενδιαφέρον στο έργο της Λύντιας Στεφάνου και προβάλλοντας από αυτό μια πτυχή που δεν είναι τόσο γνωστή: τη συμβολή του στην ελληνική εκπαίδευση, Δευτεροβάθμια και Τριτοβάθμια. 
Η Λύντια, απόφοιτος της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, νεαρή σύζυγος ενός άξιου διπλωμάτη, γρήγορα έστρεψε τα πολυσχιδή ενδιαφέροντά της στον χώρο της λογοτεχνίας: ποίηση κυρίως, αλλά και δοκίμια, λογοτεχνικές μελέτες και μεταφράσεις λογοτεχνικών και ιστορικών συγγραμμάτων. Η ευρύτερη αναγνώριση του ποιητικού της έργου ήταν δεδομένη από τους ομοτέχνους της και τη μεταπολεμική ελληνική διανόηση. Η καταξίωση αυτή συνετέλεσε ώστε το ποίημά της «Κατεδάφιση» από τη Συλλογή Οι λέξεις και τα πράγματα (1983) να συμπεριληφθεί στο βιβλίο των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ' Γενικού Λυκείου. 
Οι μαθητές έχουν έτσι την ευκαιρία, πριν από την αποχώρησή τους από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, να έρθουν σε επαφή με το ποιητικό ύφος της Λύντιας Στεφάνου και τις ποιητικές αναζητήσεις της. Δείγμα ακόμη του δοκιμιακού της έργου βρίσκουμε στο εγχειρίδιο Λογοτεχνίας Γ' Λυκείου (Θεωρητικής Κατεύθυνσης) – σήμερα απαξιωμένο και παραγκωνισμένο από την Πολιτεία – στην ενότητα Ποιήματα για την ποίηση. Από το εκτενές απόσπασμα του σχολικού βιβλίου διαβάζουμε την προβληματική της Λύντιας Στεφάνου για το σχεδόν «υπαρξιακό» ερώτημα «τι είναι ποίηση».
«Παρ' όλα αυτά, το ερώτημα “τι είναι ποίηση” δεν έπαψε ποτέ να απασχολεί και, συχνά, να βασανίζει την ανθρώπινη σκέψη. Κάθε τόσο δίνεται μια απάντηση που θεωρείται οριστική, ώσπου μια επόμενη απάντηση να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει. Το φαινόμενο της διαδοχής των ποιητικών θεωριών το έχουν επισημάνει ο Βαλερύ και ο Μάνλεϋ Χόπκινς και, στον ελληνικό χώρο, ο Σεφέρης. Οι ποιητικές θεωρίες συστηματοποιούν τους κανόνες που θέτουν κάθε φορά τα ποιητικά έργα. Καθώς τα περιθώρια για καινούρια έργα είναι ανεξάντλητα, θα υπάρχουν πάντα περιθώρια για νέες θεωρίες. Η ποίηση “γίνεται” αδιάκοπα...». Δεν θα μπορούσε με καλύτερο τρόπο να εξηγηθεί στους μαθητές το φαινόμενο της ποιητικής δημιουργίας.
Η Λύντια Στεφάνου διακρίθηκε και στη μετάφραση έργων -λογοτεχνικού και ιστοριογραφικού περιεχομένου- σημαντικών συγγραφέων της εποχής μας. Δύο εξ αυτών, συγγράμματα με ιστοριογραφικό θέμα αποτελούν βιβλία αναφοράς για τους φοιτητές των Φιλοσοφικών Σχολών της χώρας μας, για όσους μελετούν τον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο. Οι μεταφράσεις της με ακρίβεια επιστημονική, ακόμη και σε θέματα ορολογίας, πλουτίζουν την ιστοριογραφική βιβλιογραφία με συγγράμματα καθοριστικής σημασίας για τις κλασικές σπουδές. Τόσο το βιβλίο της Γαλλίδας ιστορικού Claude Mossé, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας 2000-31 π.Χ., Εκδόσεις Παπαδήμα (1996) όσο και της ακαδημαϊκού ελληνίστριας Jaquelin de Romilly, Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός, Εκδόσεις Παπαδήμα (2008) με τις μεταφράσεις της Λύντιας Στεφάνου συγκρότησαν πανεπιστημιακά συγγράμματα, επιστημονικά βοηθήματα κύρους για τη μελέτη των φοιτητών. 
Η απόφοιτος της Νομικής τελικά υπηρέτησε με θέρμη την ποίηση και τα νεοελληνικά γράμματα. Το έργο της χωρίς η ίδια να το επιδιώξει αξιώθηκε να παίξει σημαντικό ρόλο και στην ελληνική εκπαίδευση.

                                                                              
Τασούλα Καραγεωργίου    
Ποιήτρια και πρόεδρος της Π.Ε.Φ.

 


Η Λύντια Στεφάνου διέθετε αρχοντιά, παιδεία ουσιαστική  και ευγένεια, στοιχεία που χαρακτήριζαν κάποτε μια μερίδα της αστικής  τάξης  του τόπου μας και που ως φαίνεται σήμερα ολοένα εκλείπουν. Με γενναιοδωρία συναισθηματική και με στοργή αντιμετώπιζε τους νέους δημιουργούς και αναζητούσε συνεχώς νέες ποιητικές φωνές ενθαρρύνοντας την παρουσίαση τους στο Συμπόσιο ποίησης. Στο πλαίσιο του συμποσίου είχα την τύχη να τη γνωρίσω το 1997 και θα θυμάμαι πάντα το στοργικό ενδιαφέρον με το οποίο αντιμετώπισε τα ποιήματά μου. (Δεν ξεχνώ ακόμα τη στωικότητα με την οποία αντιμετώπισε η Λύντια κατά την επιστροφή μας  από το Συμπόσιο εκείνης της χρονιάς την εκρηκτική οδήγηση  της Αλόης Σιδέρη, πολυδιάστατης προσωπικότητας των γραμμάτων μας, ποιήτριας, μεταφράστριας και δασκάλας, που έφυγε από τη ζωή το 2004).  
 
Θα ήθελα κλείνοντας τις λίγες αυτές γραμμές να αναφερθώ στη σημαντικότατη συνεισφορά της Λύντιας Στεφάνου, —περίπτωση σπάνια για γυναίκα δημιουργό στα γράμματά μας— στον τομέα της λογοτεχνικής θεωρίας. Το βιβλίο της με τίτλο Το πρόβλημα της μεθόδου στη μελέτη της ποίησης, (Κάλβος, 1972) παραμένει και σήμερα δροσερό και επίκαιρο αναδεικνύοντας την πολύπλευρη γνώση του ποιητικού και ευρύτερα του λογοτεχνικού φαινομένου που χαρακτήριζε τη Λύντια και παράλληλα  τον βαθύ ανθρωπισμό της κριτικής ματιάς της. Από τη μελέτη αυτή  έχουν ανθολογηθεί  αποσπάσματα στο εν χρήσει και σήμερα σχολικό βιβλίο Νεοελληνική Λογοτεχνία Θεωρητικής Κατεύθυνσης (ΟΕΔΒ 1998),  με πρωτοβουλία  της συγγραφικής του ομάδας στην οποία είχα την τιμή να συμμετάσχω. Παραθέτω στη συνέχεια μια σύντομη παράγραφο από το έργο της Στεφάνου, χαρακτηριστική της διεισδυτικής ματιάς της Λύντιας, η οποία ήδη από το 1972 προφητικά προέβλεπε την τεχνοκρατική εισβολή στον χώρο της λογοτεχνίας, ενώ παράλληλα παρέμενε σταθερά προσηλωμένη στις ανθρωπιστικές αξίες: 

«Είναι σημάδι της ζαλισμένης από την τεχνική πρόοδο εποχής μας, τ' ότι άνθρωποι σοβαροί προσπαθούν να βγάλουν σοβαρά συμπεράσματα από το ενδεχόμενο ότι μια μηχανή, που θα εργαζόταν απεριόριστα όλες τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο Σαίξπηρ, θα έφτανε κάποτε να γράψει την Τρικυμία. Ξεχνάνε, πρώτα, πώς η μηχανή τροφοδοτήθηκε με τις λέξεις του Σαίξπηρ και, ακόμα, πως υπάρχει ήδη, πριν από το αποτέλεσμα, το πρότυπο που περιμένουμε ν' αναγνωρίσουμε, η Τρικυμία».
 

Aριστέα Παπαλεξάνδρου
Ποιήτρια

 

 

Τα προϊστορικά και τ’ άλλα κατορθώματα του Αίως
Έτσι, σαν «Ειδοποίηση για τους Ερασιτέχνες»

 

Κι άραγε υπάρχει πια αθώος κανείς
Πάνω σε τούτο δω το πληγιασμένο μήλο
πούναι για πέταμα στον τενεκέ των σκουπιδιών του κόσμου;

 

Για την Λύντια Στεφάνου, ό,τι κι αν πούμε, θα είναι λίγο. Τα έχουν, άλλωστε, πει καλά άλλοι, αρμοδιότεροι από εμένα. Εντούτοις, δεν μπορώ, κι εγώ απ’ την μεριά μου, να μην πω δυο λόγια, με μια απατηλή αίσθηση, που με καταλαμβάνει αυτήν τη στιγμή σαν να είναι εδώ, ντυμένη στα λευκά όπως πάντα, σιωπηλή, γνέφοντάς μου.… πάλι… τα ίδια ίσως… 

Η Λύντια Στεφάνου, παρούσα λοιπόν. Αυταπόδεικτη εξαίρεση πως και οι ωραίες, οι καθαρές και προσεγμένες, είναι ενίοτε και πολύ καλές ποιήτριες. Σπάνιο μεν, αλλά συμβαίνει. Ή για να το πω ανάποδα, δεν αποκλείεται: «η ατημέλητη εμφάνιση τόσων σύγχρονων καλλιτεχνών [να μην] είναι παρά ένας τρόπος να καλύψουν τη μετριότητά τους», όπως χαρακτηριστικά, θα έλεγε ένας από τους βιογράφους του Τσαϊκόφσκι αλλά και άλλων. 

Ποιήτρια καθ’ όλα ιδιαίτερη, η Λύντια Στεφάνου, ήδη από το πρώτο της βιβλίο, πετυχαίνει, μεταξύ άλλων μια εξαίσια, κατά την γνώμη μου, εικονοποιία, η οποία βασιζόμενη κυρίως στη φωτοσκίαση, της επιτρέπει  να στήνει, με μοναδικό κάθε φορά τρόπο, αυτό το ολόδικό της παλίμψηστο, όπου εν αρμονία συνάδουν οι ετερόκλιτες συχνά νότες τού άλλοτε λυρικού και άλλοτε απογυμνωμένου γλωσσικού της κώδικα, ανάλογα με τα όσα επιβάλλεται κάθε φορά να ειπωθούν και τα όσα το αισθητήριό της επιμελώς κρύβει: 

Παραθέτω ένα απόσπασμα δηλωτικό της φωτοσκίασης αυτής: Ακόμα να σέρνει μια γραμμή καϊκιών/ Στους χάρτες του πελάγου/ Πάνω στ’ αχνάρια των ψαριών. Το αίμα τους/ Μαύριζε την πελώρια χαίτη και τα φρύδια της/ Αναδυόμενο/ Από την πρώτη κίνηση του σκότους. 

Στην ποίησή της δεσπόζει η όραση η αισθησιακή των πραγμάτων, που συντελεί σε κάποιους από τους πιο τολμηρούς στίχους της μεταπολεμικής μας ποίησης: Και τα καράβια στέκονται πελώρια θάμνα στις προκυμαίες/ Βαμμένα σαν γυναίκες «εν αναμονή επιβατών». 

Συχνά δε, εμπλέκεται η εποχή με την εμπειρία του έρωτα και της υπαρξιακής μοναξιάς: Την μέρα που σ’ αγάπησα χτυπούσαν οι καμπάνες/ Κι η παρέλαση προχωρούσε/ Αλλάζοντας διαρκώς το σώμα της μπροστά μας/ Αλλάζοντας τον ήλιο σε χαλκό και μπρούτζινα/ Τριαντάφυλλα που σκίζανε το δέρμα./ Καθαρό/ Το αίμα σου ανάβλυσε/ Χύμηξα να τ’ αγγίξω […] Στάθηκα εκεί γιατί δεν ήθελα να σε σκοτώσω/ Και κάποιος μ’ έρριξε ανάσκελα σαν όλες τις γυναίκες. — Δεν έμαθα πού είχες την καρδιά σου./ Κράτησες μιαν αδιαίρετη σιωπή.

Και καθώς η εφηβεία της συνέπεσε με τις εμπειρίες από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, η οδύνη αφορμάται από εκεί, αλλά παγκοσμιοποιείται, μετατοπιζόμενη στο εδώ· στο χθες που έγινε τώρα· στον φυσικό/τεχνητόν αυτόν κόσμο, όπου φιλοξενείται ο ιστορικός άνθρωπος στην περιδίνησή του σε εποχές κρίσης. Και όλα αυτά, στο κλίμα, πάντα, ενός αλάθευτα δικού της μυστικισμού: Τι να διαβάσω στους χάρτες της γενιάς μου;// Ξενοδοχεία και πάρκα σε χαμένους τόπους./ Στρατός της κατοχής, μεγάφωνα μέσ’ στις ανθρωποφάγες νύχτες. 

Η Λύντια Στεφάνου, ευτυχώς, δεν πρόλαβε ούτε την ποίηση του Facebook, ούτε την λογοτεχνική του κριτική. Σώθηκε φεύγοντας νωρίς, για να σώσει κι εμάς, που την θυμόμαστε να μας γνέφει πως δεν τρέχει τελικά και τίποτα κάθε που η λογοτεχνίζουσα υπερπληθώρα, καθημερινά σχεδόν, βιβλιοπαρουσιάζεται και κάπου. Κυρίως όμως της οφείλουμε τον «σημαδιακό κι αταίριαστο» αυτόν ποιητικό της καμβά, όπου ζωντανεύει ένας κόσμος πλήρης εμπειριών που διδάσκει —χωρίς ποτέ να κοινωνιολογεί— το εφήμερο της ευτυχίας και της δυστυχίας, ενδυναμώνοντας τον αναγνώστη της, τον εκτεθειμένο στην εκάστοτε, αενάως επαναλαμβανόμενη απώλεια. 

Την ίδια στιγμή, καθίσταται εφικτό το ανέφικτο, μέσα από την παρακαταθήκη των ελπίδων. Έτσι, όσο κι αν τα μεγάφωνά της ήχησαν το αντίθετο, η όλη παρουσία της Λύντιας Στεφάνου στα γράμματα συνθέτει έναν αισιόδοξο αντίλογο στις δυσοίωνες κασσάνδρες των ημερών της, των ημερών μας. Λοιπόν, όχι, ούτε ήταν ποτέ, ούτε θα μένει πάντα ακίνητη, ακίνητη,/ ασφαλώς, η γη,/ ακίνητη, ακίνητη, ασφαλώς,/ η ιστορία. 

Κι εμείς, είτε πιστεύουμε είτε όχι στο παραμύθι του χρόνου, ας εμπιστευτούμε τον Υκ και την Ειρήνη, καθώς περιπλανώνται ακόμη σε αυτό το ίδιο Άλλο τοπίο: 
Έξω απ’ τις εποχές/ Έξω από το φθινόπωρο/ Έξω απ’ την ιστορία.

 

Νίκος Λάζαρης
ποιητής και κριτικός

 

 

Οταν σκέφτομαι τη Λύντια Στεφάνου

 

Όταν σκέφτομαι τη Λύντια Στεφάνου, στο μυαλό μου σχηματίζεται, αυτομάτως, η εικόνα μιας γυναίκας, λεπτής, ευγενικής, διακριτικής, αρχοντικής, αισθαντικής, άκρως γοητευτικής. Μιας γυναίκας που συνδύαζε, με έναν ιδανικό θα έλεγε κανείς τρόπο, την ευαισθησία με τη δύναμη, την εσωστρέφεια με την κοινωνική συμμετοχή,την άτεγκτη λογική με την εμπράγματη, ουτοπική φαντασία, το πνεύμα ενός γνήσιου κοσμοπολιτισμού με την αγάπη για τις ρίζες και τη ζωντανή παράδοση αυτού τού τόπου, την στωική καρτερικότητα με την επικούρεια αντίληψη τού βίου.

Έχω έντονα χαραγμένες στη μνήμη μου τις πολύωρες συζητήσεις που κάναμε μαζί στο φιλόξενο διαμέρισμα της στην οδό Αλωπεκής στο Κολωνάκι, για τη ζωή και τη λογοτεχνία και ιδιαίτερα για τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Παλαμά, τον Σικελιανό τον Σεφέρη, τον Ελύτη,αλλά και για τον Έλιοτ, τον Πάουντ, τον Τζόυς και τον Ντύλαν Τόμας, την ποίηση τού οποίου εκείνη πρώτη είχε μεταφέρει με έναν έξοχο τρόπο στη γλώσσα μας.

Η Στεφάνου απεχθανόταν τη διδαχή. Τής άρεσε να θέτει ερωτήματα και όχι να δίνει απαντήσεις. Η μέθοδος της ήταν διαλεκτική και βασιζόταν στο τριαδικό σχήμα: θέση, αντίθεση, σύνθεση. Η Στεφάνου είχε την ικανότητα να κατευθύνει τον διάλογο στο σημείο που εκείνη ήθελε, αλλά ποτέ δεν προσπαθούσε να επιβάλει την άποψή της. Άφηνε τον συνομιλητή της να σταθμίσει τα στοιχεία και τις ποικίλες παραμέτρους και να καταλήξει μόνος του σε ένα συμπέρασμα.

Θυμάμαι τη Στεφάνου να κλείνεται στο δωμάτιο τού ξενοδοχείου της στο Ρίο για να τελειώσει, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή,την εισήγησή της για το Συμπόσιο Ποίησης που διεξαγόταν κάθε καλοκαίρι στην Πάτρα. Τη θυμάμαι να απαγγέλλει με την εξαίσια φωνή της ποιήματα δικά της ή άλλων αγαπημένων της ποιητών. Να μου τηλεφωνεί αργά τη νύχτα για να μου εκθέσει τα προβλήματα τής Εταιρείας Συγγραφέων τα οποία την απασχολούσαν ιδιαίτερα. Να αντιμετωπίζει με ασυνήθιστη γενναιοδωρία τους νέους ποιητές και ποιήτριες, να τους ενθαρρύνει και να τους προτρέπει να συνεχίσουν την προσπάθειά τους με μεγαλύτερη δύναμη και ορμή.

Για περισσότερες από δύο δεκαετίες η Στεφάνου είχε αναπτύξει μιαν έντονη δραστηριότητα τόσο στην Εταιρεία Συγγραφέων (τής οποίας ήταν μέλος τού Διοικητικού Συμβουλίου) όσο και στο Συμπόσιο Ποίησης τής Πάτρας. Η συμβολή τής Στεφάνου στην επίτευξη των στόχων αυτών των δύο πολιτισμικών φορέων, υπήρξε κάτι περισσότερο από σημαντική. Ειπώθηκε χθες το βράδυ εδώ ότι η ιδέα για την καθιέρωση τού εορτασμού τής παγκόσμιας ημέρας Ποίησης κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου, ανήκει στον ποιητή Μιχαήλ Μήτρα. Αυτή είναι μια αναντίρρητη αλήθεια. Αναντίρρητη αλήθεια είναι όμως και το γεγονός ότι η Στεφάνου στήριξε με όλες της τις δυνάμεις την ιδέα τού Μήτρα και έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της προκειμένου να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε ο εορτασμός τής ημέρας Ποίησης να καθιερωθεί ως παγκόσμιος θεσμός. Καθώς ήμουν μέλος τής επιτροπής που διοργάνωσε τον πρώτο πανηγυρικό εορτασμό (έγραψα τα κείμενα και είχα την επιμέλεια των αφισών τής εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μελά και κινηματογραφήθηκε από την ΕΡΤ), γνωρίζω πολύ καλά τις προσπάθειες που κατέβαλε η Στεφάνου για την επιτυχία τής εκδήλωσης και γενικότερα για την εδραίωση τού θεσμού. Είχε τη γενική εποπτεία, ήταν πανταχού παρούσα και έδινε άμεσες λύσεις σε όποιο πρόβλημα παρουσιαζόταν.
Πέντε χρόνια μετά την εκδημία της η Στεφάνου δεν έχει ακόμη βρει τη θέση που τής αξίζει στο λογοτεχνικό πάνθεον τού τόπου μας. Το γεγονός βέβαια ουδόλως μας ξαφνιάζει. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι πρόκειται για μιαν εξόφθαλμη αδικία, η οποία είναι ανάγκη όσο γίνεται πιο γρήγορα να διορθωθεί.Στην κατεύθυνση αυτή είναι ιδιαίτερα αξιομνημόνευτη η έκδοση των ποιητικών απάντων τής Λύντιας Στεφάνου σε δύο καλαίσθητους τόμους που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, με την άψογη φιλολογική επιμέλεια τής ποιήτριας Ξένης Σκαρτσή. Η έκδοση των ποιητικών απάντων τής Στεφάνου ίσως αποτελέσει την αφορμή για να διαβαστεί από νέους μελετητές και να επανεκτιμηθεί τόσο το ποιητικό έργο αυτής τής σημαντικής ποιήτριας, όσο και τα εξαιρετικά δοκίμιά της που περιέχονται στα βιβλία της υπό τους τίτλους "Το πρόβλημα τής μεθόδου στη μελέτη τής ποίησης" και Γενικά και ειδικά για την Ποίηση".

Θα τελειώσω διαβάζοντας ένα ποίημα τής Στεφάνου από τον δεύτερο τόμο των Απάντων της. Ο τίτλος του είναι: "Απόσπασμα από το ποίημα τής μάνας μου ".

Δες μήπως κοιμηθείς τουλάχιστον απόψε
Εκεί μακριά στην πέρα-χώρα τού θανάτου.
Δες, μήπως πάψεις πια να τριγυρνάς
Από' να σ' άλλο αστέρι ψάχνοντας
Να με παρηγορήσεις.
Το ξέρω, μάνα, πως μιλάς μέσα απ' το φως των αστεριών
Ή, χτες, πως έστειλες τ' αγριοπερίστερα
Πάνω από το λιμάνι,
Κι άλλους θορύβους απ' τα παιδικά μου χρόνια:
Τριξίματα των ξύλων, βότσαλα,
Στην ακροθαλασσιά.
Φεύγουν και φεύγουν τα νερά με το φεγγάρι.
Τρέμουνε κι ανεβαίνουν ασημένιες σκάλες
Εκεί μακριά στην πέρα- χώρα τ' ουρανού.
Λύνονται ολοένα οι κλωστές
Που δένουνε τους ήσκιους με το βάρος των πραγμάτων.
Δες πως σαλεύει το βαθύ στη μέση τού γαλάζιου.
Στην μέση των χρωμάτων όλων...
Δες, μήπως τώρα λίγο κοιμηθείς.

 

Σωτήρης Σαράκης
ποιητής

 

 

Γνώρισα τη Λύντια Στεφάνου τον Ιούλιο του 1995 στο Ρίο. Με είχε οδηγήσει εκεί ο φίλος μου, ποιητής και συνάδελφος εν βιοπορισμώ, Δημήτρης Κατσαγάνης προκειμένου να με παρουσιάσει στο ΙΕ' Συμπόσιο Ποίησης. Είχα μόλις πριν ένα χρόνο εκδώσει το πρώτο μου βιβλίο και επειδή δεν βρισκόμουν στη σωστή προς τούτο ηλικία, η αβεβαιότητα που βαραίνει κάθε πρωτάρη είχε εξελιχθεί εντός μου σε πλήρη βεβαιότητα για την αρνητική έκβαση του εγχειρήματος: Ποιος παίρνει στα σοβαρά έναν σαρανταπεντάρη που ξαφνικά εκδίδει ένα βιβλίο με ποιήματα!

 Τα πράγματα, ωστόσο, στο Συμπόσιο Ποίησης ΔΕΝ συμβαίνουν έτσι, αφού τα πρόσωπα του Συμποσίου λειτουργούν διαφορετικά. Η υποδοχή –και αποδοχή– που συνάντησα ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα· ποτέ δεν θα ξεχάσω τη φιλική διάθεση με την οποία με αντιμετώπισαν αλλά και το ενδιαφέρον που έδειξαν για τη δουλειά μου ο Σωκράτης Σκαρτσής, ο Κώστας Στεργιόπουλος, ο Ανδρέας Παναγόπουλος, η Λύντια Στεφάνου.

 Διατήρησα την επικοινωνία μαζί της για όλα τα μετέπειτα χρόνια, μέχρι την αναχώρησή της. Διάβαζε με το ίδιο πάντα ενδιαφέρον τα βιβλία μου, τη συναντούσα στο Συμπόσιο ή σε εκδηλώσεις στην Αθήνα, συζητούσαμε για την ποίηση και γενικότερα για την τέχνη. Την άκουγα, όπως και κάθε ακροατής ή συνομιλητής της, με μεγάλη προσοχή, μελέτησα με την ίδια προσοχή τα βιβλία της για την ποίηση και ωφελήθηκα πολύ από αυτό.  

Ευχαριστώ θερμά λοιπόν τους διοργανωτές της αποψινής μας εκδήλωσης που δίνουν και σ᾿ εμένα την ευκαιρία να αναφερθώ  στη μεγάλη εκτίμηση που έτρεφα προς τη Λύντια και προπαντός  να εκφράσω δημόσια την ευγνωμοσύνη μου προς αυτήν  διαβάζοντας ένα από τα τόσο πυκνά, στοχαστικά ποιήματά της.    

                      (Διαβάστηκε το ποίημα ΕΠΙΓΟΝΟΙ, Α΄ τόμος, σ. 283) 
 

 


Μαρία Γυφτάκη
ποιήτρια

 


Θα ήθελα πρώτα να συγχαρώ κι εγώ την Ξένη Σκαρτσή, η οποία συγκέντρωσε, μελέτησε, ταξινόμησε κι επιμελήθηκε όλο το υλικό του αρχείου της Λύντιας Στεφάνου. Ξέρω πως αυτό έγινε με πολλή προσπάθεια, πολύ κόπο, αφοσίωση αλλά πάνω απ’ όλα με πάρα πολλή αγάπη για τη Λύντια και το έργο της. Ευχαριστούμε θερμά την Ξένη γι’ αυτό.

Γνώρισα τη Λύντια Στεφάνου το 2000, όταν πρωτοπήγα στο Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα. Το 2007, χωρίς να της το έχω ζητήσει, προσφέρθηκε να παρουσιάσει τις δύο ποιητικές μου συλλογές. Μου έκανε έτσι την τιμή και τη χαρά να διαβάσει και να αναλύσει ποιήματά μου.Το ίδιο έκανε για μένα και κάποια χρόνια αργότερα στον Ιανό, σε μια ομαδική παρουσίαση ποιημάτων. Για όλο αυτό, της χρωστώ ευγνωμοσύνη.

Από το 2000 και κάθε καλοκαίρι, την έβλεπα στην Πάτρα στο Συμπόσιο Ποίησης και στην Αθήνα τη συναντούσα στη γειτονιά (έτυχε να μένουμε κοντά) και που και που την έπαιρνα τηλέφωνο να ρωτήσω για την υγεία της. Το τελευταίο διάστημα, πριν φύγει, μου μετέδιδε στο τηλέφωνο το άγχος της για να συγκεντρώσει και να βγάλει στο φως το έργο του συζύγου της. Η απώλειά της με λύπησε βαθιά.

Δεν θα μιλήσω βέβαια για το σπουδαίο έργο που μας άφησε. Άλλοι, πιο ειδικοί από μένα, το έχουν κάνει και θα το κάνουν. Θα πω μόνο αυτό που κρατάω από τη Λύντια σαν άνθρωπο, από όσο είχα την τύχη να τη γνωρίσω: Κρατάω την ευρυμάθειά της, την αγάπη της πάνω απ’ όλα για την Ποίηση κι ακόμα το διάφανο του προσώπου της, το σχεδόν αέρινο κι εύθραυστο της σιλουέτας της, τη διστακτικότητα της φωνής της, τη διακριτικότητα, την ευγένεια, τη λεπτότητα των τρόπων της.

Στη ζωή μας υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι ξεχωριστοί που δεν φεύγουν ποτέ από την καρδιά κι από τη σκέψη μας. Ένας τέτοιος ξεχωριστός άνθρωπος ήταν κι εξακολουθεί να είναι για μένα η Λύντια Στεφάνου.

Θα διαβάσω δύο ποιήματα από την τελευταία συλλογή της “Οι λέξεις και τα πράγματα”  σελ. 36: Μedium caelum και σελ. 52: Επιστροφή).

© Poeticanet

 

ΛΥΝΤΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΥ, ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΑ* 
 

 
Όταν ξυπνά η Πεντάμορφη
απάνω σ’ άλογα φεύγουμε, φεύγουμε…
Φ.Μ.
 
Ονειρεύονται τα παιδιά
με τα σκούρα μενεξεδένια μάτια
Που δεν ξέρουνε ποτέ τους μάθημα
Γιατί κοιτάζουν τις ανθισμένες ακακίες
Απ’ το παράθυρο της τάξης
Γιατί διαβάζουν ιστορίες στα σύννεφα
Στις πέτρες και στις ηλιαχτίδες
 
Οι μαθητές που παίρνουν άριστα 
Κοροϊδεύουν
Οι δάσκαλοι θυμώνουν
 
Όμως τα γιορτάσιμα ξάρτια των μικρών καραβιών
Γελάνε στη λίμνη
Τα φτερά των παγωνιών
Αστράφτουν λουσμένα στο πρωινό φως
Στα ξερά κλαδιά της ξύλινης γέφυρας
Άνθισαν τα τριαντάφυλλα
 
Στον κήπο κοιμάται η Πεντάμορφη
 
Στον κήπο τα χαρούμενα αγόρια
Κυνηγιούνται με τα ζαρκάδια
 
Ρίχνουν τα μικρά καράβια στη λίμνη
και βάζουν στοίχημα 
Ποιο θα σκαρφαλώσει στο ψηλότερο πλατάνι
 
Στον κήπο τα χαρούμενα κορίτσια
Πετάνε ψίχουλα στους κύκνους
Μιλάνε με τον φλύαρο παπαγάλο
πιάνονται χέρι με χέρι σε κύκλο
και παίζουν την «κυρα-Μαρία».
 
Στον κήπο ξυπνά η Πεντάμορφη
Στ’ αγόρια χαρίζει πελώριους χαρταετούς
Στα κορίτσια κούκλες με πολλά-πολλά φορέματα
 
Στον κήπο ξυπνά η Πεντάμορφη
Το βασιλόπουλο τη φίλησε στο στόμα
 
Στον κήπο ξυπνά η αγάπη
Ξυπνάν οι πασχαλιές και τα μαγιάτικα
Τριαντάφυλλα
Ξυπνάν οι γκλυσίνες και πλέκονται
Στα μαλλιά των κοριτσιών
Τ’ αγόρια κόβουν τα φρέσκα καλάμια
Και φτιάχνουν φλογέρες
 
Ονειρεύονται τα παιδιά
Που δεν ξέρουν ποτέ τους μάθημα
 
Οι μαθητές που παίρνουν άριστα 
Κοροϊδεύουν
Οι δάσκαλοι θυμώνουν
 
Αλλά εμείς τραγουδάμε
Τραγουδάμε γιατί τα παιδιά
Με τα μενεξεδένια μάτια 
Ονειρεύονται
 
Γιατί σ’ ένα κήπο είν’ όλα χαρούμενα
Τα πουλιά τα λουλούδια τα κορίτσια και τ’ αγόρια
Την ώρα που ξυπνά η Πεντάμορφη
Την ώρα που ξυπνά η αγάπη
Με την αυγή του Απρίλη
Με την αυγή του Μάη
Με την αυγή της Άνοιξης 
                                                περ. Παλμός, τεύχ. 2, 1/6/44, σ. 25 
 
                         («Τα πρώτα δημοσιευμένα ποιήματα – Περιοδικά 1944-45, 1955»)
 
Απουσία
 
Παίρνω απ’ το κόκκινο φεγγάρι τ’ όνειρο όπως το ’στειλες
Με τα τριαντάφυλλα τους βράχους τα κατάρτια του
Περιβόλια του Αυγούστου θάλασσες
Να τραγουδούν και να φεύγουν
Γεράνια να διασχίζουνε τα καλντερίμια του
Καθώς ανεβαίναμε δίχως μια λέξη
Μόνο κοιτάζοντας τους ίδιους άσπρους τοίχους
Να σμίγουν κάτω απ’ τον ασβέστη
Σε μια βαθύτερη ανεξήγητη ζωή
Τους ίδιους ήσκιους απλωμένους στα σταυροδρόμια
Κι όλα τα σχήματα της νύχτας να κυλάν
Από γωνιά σε γωνιά δίχως μια λέξη
Ποτάμια σαν το κλάμα που μας έπνιγε
Κι άλλαζε θέση ολοένα
Στα μάτια στους κροτάφους στην καρδιά.
 
Ανεβαίνει το κόκκινο φεγγάρι
Ματώνοντας τα σύννεφα και τους αμμόλοφους.
Εδώ δεν έχει θάλασσα να τη στολίσει
Στάχυα ροδάκινα σταφύλι όχι εδώ
Μονάχα η δίψα κι η έρημος μονάχα η δίψα κι η άμμος
Η αγάπη μου. 
Πιο πέρα
Ο θάνατος σκαμμένος κιόλας δοσμένος σαν την σκιά
Οπού πλαγιάζει τα κορμιά προδίνοντας στη γης
Την πιο κρυφή τους ιστορία
Τι λέω για θάλασσα ή για παράθυρα ανοιχτά στους βράχους –θυμάσαι;–
Ένα λουλούδι στο πρώτο στο δεύτερο η φωνή
Πιο πέρα το άστρο να πέφτει –πόσα χρώματα η νύχτα–
Και να γυρνάμε τα δωμάτια μέσα στ’ όνειρο
Δίχως μια λέξη
 
Το κόκκινο φεγγάρι κρύφτηκε πάλι στις σκοτεινές του ρίζες
Μαζί με την αγάπη μου – Μαζί με τ’ άλλα καλοκαίρια.
 
____________________________________
Γραμματολογικό σχόλιο
Η λυρική διάθεση βρίσκεται κατ’ αρχήν πέραν των βασικών επιδιώξεων κάθε σημερινού ποιητή, όπως περίπου συμβαίνει με τον διάβολο και το λιβάνι – ή αντιθέτως. Εντούτοις, εν μέσω των πολλαπλών αγχωδών αναζητήσεων εκεί που φτύνει αίμα –ως λέγεται παραστατικότερον– βλέπει αίφνης άνθη ανέμους φως ιλαρόν και –άνθρωπος δεν είναι;– θέλει ν’ αναπνεύσει . Άλλως το ανωτέρω κείμενον ως εκ του σαφώς προσωπικού χαρακτήρος, ήθελε μάλλον καταταγεί εν τη αλληλογραφία του γράψαντος.
 
Δήλος

                                                       Α.Σ. *

 
Το πλοίο με αγριοτριανταφυλλιές στη γέφυρα και στα κατάρτια.
Εκεί μετρήσαμε το ύψος μας ως τ’ άστρα – εκεί
Η μέρα άρχιζε απ’ το μέτωπό σου.
 
Από τα χέρια έφευγαν πουλιά στους ουρανούς
Εχάραζαν τα μάτια σου τον ύπνο του πελάγου
Σχήματα και νησιά σε κάθε πέρασμα
Σε κάθε μονοπάτι του ήλιου.
 
Να ’ταν εκείνοι οι βράχοι που έφερναν τη δίψα
Τις πασχαλιές από μιαν άλλην άνοιξη
Στις αλυκές βαθιά του χρόνου
Να ’ταν τα μέλη των προγόνων μόλις που έσμιγαν
Ή  τα δικά μας πλάι στην επιτάφια πλάκα;
 
Γέρνοντας το κεφάλι απ’ τη μεριά της σκιάς
Να τραγουδάς.
 
Τώρα γυρνάω στ’ αμπέλια στις φραγκοσυκιές
Η άμμος πάλι κι η ξερολιθιά με τα όρθια όστρακα
–Στις φτέρνες πλαγιάζει το φεγγάρι μουσκεύοντας τη γης–
Φύκια λυτές πλεξούδες άγουρες φωνές
Των κοριτσιών που βάφουν τους ανέμους του έτους
Με ηλιοτρόπια.
Κι εκεί που πέφτει ο άνεμος χτίζοντας άσπρες γειτονιές
Στοιχειώνοντας με το χαμόγελό σου όλα τα σταυροδρόμια
Σε τέσσερις γωνιές σε περιμένω.
 
Κάθε αυγή μες στις φλέβες μου σπάζει ένα ρόδι
Σημαδεύοντας με χιλιάδες τόξα τον ουρανό
Συλλαβίζοντας ήλιους που τρέχουν να σε φτάσουν
Σκοντάφτοντας στις ίδιες λέξεις ως τη θάλασσα
 
Κι από παντού το κύμα καβάλα σ’ άλλο κύμα.
Από παντού χτυπάει ο έρωτας στα παραθύρια μου.
 
15-10-55
_____________________
 * Σε άλλη γραφή: «Φοίβε άναξ». 
 
 
Libertad
εις μνήμην
 
I
Πάνω στο δέρμα του,
γεύση πριν απ’ τον σπαραγμό της σάρκας.
Γεύση του φόνου
που έλιωνε τα μάτια μες στην φαρμακωμένη θάλασσα.
 
Απόσταση καμιά, ουδ’ όση η κίνηση
των πιο  μικρών ρολογιών που μυρμηγκιάζει τους κροτάφους.
Μέθη του μελισσόχορτου ή του ρόδου, τόσο κοντινή
καθώς βροντή που διώχνει την ακτίνα του κύκλου της προς το κέντρο
βαθύτερα από βλέμμα που επιστρέφει
χτυπημένο σε βράχους κοφτερούς της σελήνης.
Και πάλι, θάλασσα·
Τα δόντια ορθάνοιχτα της μέδουσας που καταστρέφει τον καιρό
ποτίζοντας τους πλοκάμους της 
υγρό θυμίαμα του μεσονυχτίου.
 
Κι ας πήγε πιο μακριά απ’ τον ήλιο
–τ’ απόγιομα 
όταν κατέβαινε σκάλες νησιών, σκορπίζοντας
τα χρώματα ένα γύρο, βάρκες, καλαμιές, κορίτσια
που για μια στιγμή βρήκαν την παρθενιά τους, χαμομήλια
κρατώντας την αναπνοή τους μες στον άνεμο–
κι ας πήγε πιο βαθιά απ’ τον ήλιο στις σάρκες του ορίζοντα.
 
Εύφλεκτο χιόνι·
ναρκοπέδιο του τρόμου να καταπίνει τις σοδειές
από τη θημωνιά στο μύλο,
από τη βλάστηση του χαλκού ως την κατάλυση του υδρογόνου,
δόκανο
φράγμα επουράνιο μες στη γης,
μέσα στο δέρμα του δόντια ορθάνοιχτα του φόνου.
 
(«Ανέκδοτα ποιήματα 1950-1958»)
 
Απόσπασμα από το Ποίημα της Μάνας μου
 
Δες μήπως κοιμηθείς τουλάχιστον απόψε
Εκεί μακριά στην πέρα-χώρα του θανάτου.
Δες, μήπως πάψεις πια να τριγυρνάς
Από ’να σ’ άλλο αστέρι ψάχνοντας 
Να με παρηγορήσεις.
Το ξέρω, μάνα, πως μιλάς μέσ’ απ’ το φως των αστεριών
Ή, χτες, πως έστειλες τ’ αγριοπερίστερα
Πάνω από το λιμάνι,
Κι άλλους θορύβους απ’ τα παιδικά μου χρόνια:
Τριξίματα των ξύλων, βότσαλα,
Στην ακροθαλασσιά.
 
Φεύγουν και φεύγουν τα νερά με το φεγγάρι·
Τρέμουνε κι ανεβαίνουν ασημένιες σκάλες
Εκεί μακριά στην πέρα-χώρα τ’ ουρανού.
Λύνονται ολοένα οι κλωστές
Που δένουνε τους ήσκιους με το βάρος των πραγμάτων.
 
Δες, πώς σαλεύει το βαθύ στη μέση του γαλάζιου,
Στη μέση των χρωμάτων όλων…
 
Δες, μήπως λίγο τώρα κοιμηθείς.
6-11-1982
 
 
Άκτιο
 
Έρχονται όλα μαζί:
Ρείκια. Αγκαθιές. Ευκάλυπτοι
Με τις σκιές τους.
Η θάλασσα, παφλασμός ανάμεσα στις βάρκες
και φύκια στεγνά
Στρώματα μαλακά πάνω στην άμμο.
Έρχονται όλα μαζί τα βήματα
–Κανένα πριν απ’ τ’ άλλα–
Χωρίς διακρίσεις χρόνου οι νεκροί:
Ψαράδες, αυτοκράτορες, αγρότες, πειρατές, καλλιεργητές,
Καρένες ανάποδες, καλαμωτές, σφεντόνες, σφήνες
Λάμδα λοξά, λεγεωνάριοι, αυτοκράτορες
Κλέος, Κλειώ, Κλεοπάτρα 
γύφτισσες στ’ ανοίγματα όρθιες αμίλητες 
μπρος στα τσαντήρια
Με τα παιδιά πεντόβολα παίζοντας στους αιώνες
και πλώρες αβύθιστων καϊκιών κυματιστές ή τρικυμιώδεις
Απάνω στη γραμμή που τα νερά γίνονται σύννεφα
Κι είναι 
Η μόνη, μία, κίνηση.
Χωρίς καθόλου διακρίσεις.
 
19-2-1989 (3-12-1987, 15-1-1989)
 
 
from a previous dream
 
… Κι ο θάνατος βρίσκεται σαν όλα τα ωραία πράγματα σκαλωμένος στα κάγκελα (στο ψηλό κιγκλίδωμα που μας χωρίζει από την άλλη πλευρά).  
22-8-1991
 
Πικρή Άνοιξη
 
Πικρή και θυμωμένη άνοιξη
Παλεύει για τη ζωή της εβδομάδες τώρα
Τα πρώτα της λουλούδια κάηκαν στο χιόνι και στην παγωνιά
Κλαδιά ξεράθηκαν δεν ακούν πια φωνές από τις ρίζες
Άλλα κρατήθηκαν και βγάλαν μισερά λουλούδια νάνους
Αχ, γη της Αττικής
Δεν είναι πια οι άνθρωποι που μοιάζουν με τους τόπους
Ασκήμισαν οι τόποι για να μοιάσουν στους ανθρώπους που τους κατοικούν.
4-4-2004
 
 
(«Ανέκδοτα ποιήματα 1980-2004»)
 
 
 
Τα προϊστορικά και τα πιο πριν
 
                            26-12-06
 
 
Στην ιστορία αυτή
 υπάρχει ένα τέλος 

 
σε χρόνο
 μέλλοντα και
μακρινό.

 
 
Ειδοποίηση για τους ερασιτέχνες (απόσπ.)
 
Αν τίποτα δεν γίνεται απ’ το τίποτα
                     αν στην αρχή ήταν ο Μεγάλος Σαματάς
                     τι ήταν που δεν ήτανε το τίποτα
                     πριν από την αρχή; 
Αν τίποτα δεν γίνεται απ’ το τίποτα 
                      στην αρχή ήταν
                      το πριν απ’ την αρχή.
 
Αλλά όπως όνειρο κανένα δε χωράει ολόκληρο μέσα στις λέξεις
το πριν απ’ την αρχή δε χωράει μηδέ καν στ’ όνειρο.
 
Έτσι,
η σιωπή.
η σιωπή; Αλλιώς,
η ποίηση
η ποίηση;
οι αριθμοί
ο κόσμος
ο Μεγάλος Σαματάς.
 
                     Έτσι ή αλλιώς:
                     Στην αρχή ήταν
                     το πριν απ’ την αρχή.
 
Ήταν
Έξω και πριν απ’ τη βροντή ανάκουστοι ήχοι, κραδασμοί 
πριν απ’ τους ήχους άλλοι ήχοι 
άλλη ύλη
άλλο φως.
 
Πριν από τις καμπύλες κι από τις ευθείες
αλληλεγγύη αγνώριστη της κίνησης και της ακινησίας έρωτας σε αόρατες παλίρροιες.
 
                      Μη νοητόν μηδέ φατόν,
                      ώι, ο πολύπλαγκτος νους
                      –Ιαί, ταταί, ιατταταί–
                      αταξίδευτος στο πέρα απ’ τα βαθιά του χρόνου 
                      πριν από την αρχή.
 
Ορμούσε από παντού
Αραίωνε πύκνωνε συναζόταν
από αόρατη πηγή 
το πρώτο φως
Κίνηση πριν απ’ όλους τους ρυθμούς
Έμβιοι στρόβιλοι
Ι ί ου ά ι ί ου
ι έ ου ιέα ρω ώη έω
Νεογέννητα αναδεύονταν
σάλευαν
βιάζονταν
μεγάλωναν
πλάσματα μες από τα σπλάχνα του φωτός
χτίζαν με φως τον κόσμο:
έμβια χρώματα,
νεφέλες – χείμαρροι – ροές
κι από τους έξω αριθμούς φέρναν
όσους χρειαζόταν
για να αρχίσει η ύλη πρώτης αθωότητας παιχνίδια με 
το άυλο.
 
                     Αργότερα πολύ που παγιδεύτηκαν τα ονόματα
                     ώι αι, ιατατταί, οι αόμματες, κουφές, οι πέντε 
                     ειπώθηκε άπειρο, χάος, τίποτα,
                     το πριν από την αρχή.
 
______________________________________
*Επιλογή από την έκδοση Άπαντα τα ποιήματα τόμος Β
εισαγωγή- επιμέλεια- επίμετρο Ξένης Σκαρτσή, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2018

 
 
 
Το σύνολο του εκδεδομένου έργου της σε συλλογές περιλαμβάνεται στην έκδοση Λύντια Στεφάνου, Άπαντα τα ποιήματα, τόμος Α΄. Οι συλλογές (1958-1983), Εισαγωγή–Επιμέλεια Ξένη Σκαρτσή, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2018. 
 
 
ΦΩΤΟΓΡΑΦIΕΣ
 
                               
 
 
 
 
                               
 
 
© Poeticanet
 
Εκτύπωση του άρθρου