Εκτύπωση του άρθρου
 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

 

ΤΑ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΙΣΙΣ

                      Ι

Απόψε πάνω από τους πέτρινους πυλώνες,
απόψε πάνω από τον πέτρινο καιρό
η μαύρη νύχτα με τους μαύρους της κυκλώνες
με έναν ήλιο πολεμά φαρμακερό.

Μα ένα γεράκι ορμά απ’ το κάθετο φαράγγι
της δύσης καίγοντας εκτάσεις νεκρικές
με φως αδήριτα σκληρό σαν την Ανάγκη-
σαρωτικό φως, αδυσώπητο, διαρκές.

Επάνω σου έχουνε τα ουράνια αναφλεγεί
που δεν μπορείς εσύ ν’ αντέξεις πλέον άλλο
και πέφτεις κλείνοντας τα βλέφαρα στη γη.

Και την καρδιά σου από μια σπίθα τόσο λίγη
που ανάβει η αχτίδα από τον δίσκο τον μεγάλο
μια πυρκαγιά φωτιάς ιόχροης τυλίγει.

 

                 ΙΙ

Νυχτώνει τώρα μα σαρώνει ακόμη ο λίβας
τα νεκρωμένα κι άδεια λείψανα της Θήβας.
Εκεί των αιώνων κομματιάζοντας τον πάγο
μια σκιά ανέρχεται απ’ την κρύα σαρκοφάγο.

Μια ωραία γυναίκα ξάφνου στέκεται μπροστά σου-
σε μαγνητίζει μέχρι το αίμα και τα οστά σου.
στο μέτωπό της τ’ αποτρόπαιο έχει φίδι,
στ’ ωχρό της χέρι ένα μαύρο δαχτυλίδι.

Το βλέμμα εκείνης είναι κρύο και γαληνό,
το φόρεμά της από επίχρυσο λινό,
τα νύχια κόκκινα σαν ύφασμα της βύσσου.

Και στέκει τόσο σιωπηλή σαν να’ ναι η Ίσις
αλλά αν στα μάτια την κοιτάξεις θ’ αντικρίσεις
την αστρική και κρύα νύχτα της αβύσσου.

 

                 ΙΙΙ

Χτυπούν τα πάντα το λιοπύρι με τη λάβρα
στις νεκροπόλεις όπου ο άνεμος λυσσά.
Στους πυρωμένους βράχους γλίστρησε μια σαύρα
κι ακούς τριγύρω μόνον έλυτρα χρυσά.

Μα δες! Η πέτρα του ήλιου τώρα σκοτεινιάζει
κι ο ουρανός σαρώνεται αίφνης ο ανοιχτός
απ’ τη βροχή, την καταιγίδα, το χαλάζι
και κηλιδώνεται απ’ το κώνειο της νυχτός.

Και τότε εσύ νομίζεις ότι φέρνει ο ζόφος
τη μουσική ενός αόρατου θιάσου
καθώς του Μέμνονος τον θρήνο στο λυκόφως-

μια μουσική γλυκιά σαν τ’ άρωμα της μέντας
που σκιές γεμίζουν τα φθαρτά ματόκλαδά σου
λες και ξεχύνεται το σκότος της Αμέντας.

 

     ΙΣΙΑΚΟΝ Ι

Από του Άδη μέσα το χθόνιο κράτος,
απ’ τον πυκνωμένο της γης τον ζόφο
ν’ ανεβαίνει νιώθεις τα βράδια ως πάνω
κρύα γαλήνη.

Κι απ’ των πλανητών τα πανάρχαια φώτα,
από της νυχτός τα πιο μαύρα ερέβη
κάποτε φυσά στις μεγάλες πόλεις
άνεμος ψύχους.

 

    ΙΣΙΑΚΟΝ ΙΙ

Μητέρα της νυχτός και της γαλήνης
Μητέρα της πλουτώνιας σιγής
Μητέρα που την κτίση μεγαλύνεις
απ’ τ’ άστρα μέχρι τα έγκατα της γης

Μητέρα και νεκρών εσύ και ζώντων
Μητέρα που συνθλίβεις ξαφνικά
και τις στερνές γραμμές των οριζόντων
Μητέρα που ούτε ο Άδης δε νικά,

την αστρική σου σκόρπισε τη δίνη
που αποχωρίζει σώμα και ψυχή
η δνοφερή πνοή σου ας μη βραδύνει
και να μην πάψει ο σάλος σου να ηχεί.

 

               ΑΘΩΡ Ι

Άπλωσε τώρα παντού
                       τα φτερά της η απύθμενη νύχτα-
νύχτα που ως λόγχες κεντούν 
                        ηλεκτρικοί φωτισμοί
και καθρεφτίζουν αχνά
                         τα υγρά απ’ τη βροχή πεζοδρόμια
μέσα σε πόλεις βουερές 
                          όπως κυψέλες πολλές-
πόλεις εσείς σκοτεινές
                          που η αμαρτία τα δίχτυα απλώνει-
πέτρες σε σπίτια ζεστές-
                          χρώμα της σάρκας πυρό-
χρώμα ζεστό του πηλού 
                           που η φωτιά τον ζυμώνει σε πέτρα-
πόρτες που ανοίγουν σιγά
                           μέσα σε σκάλες στενές
κι έπειτα πάλι οδηγούν
                            σε διαδρόμους που οι ίσκιοι πυκνώνουν-
πόρτες σιδήρου μετά
                            μες σε δωμάτια ανοιχτές
ή σε λουτρώνες ζεστούς
                            με γυμνές αλλά στέρφες γυναίκες-
βλέφαρα τόσο βαριά
                           μαύρα μαλλιά της νυχτός-
δαίδαλοι γύρω πυκνοί
                           στον λαβύρινθο του άναστρου πάθους-
όπου κοχλάζει παντού
                           η γενετήσια πυρά.
Σήμανε η ώρα ξανά 
                            της ισχύος του ανήλιαγου ζόφου-
σήμανε η ώρα ξανά
                            τώρα η δική σου, Αθώρ.
Έλα ν’ ανοίξεις ξανά 
                             την πληγή στην πλευρά των ανθρώπων-
μάτωσε πάλι βαθιά 
                             πια την πληγή του Αδάμ-
έλα και κάρφωσε εδώ
                             με  τ’ ανίσκιωτα μάτια της γάτας
που όπως μαγνήτης τραβά
                              όταν κοιτάς τις ψυχές.

 

   ΑΘΩΡ ΙΙ

Χάη βαθιά της ψυχής
                       που ανελέητες αβύσσους ανοίγουν-
βγείτε από μέσα τους πια 
                       βγείτε απ’ τα μαύρα νερά
σεις της μεγάλης Αθώρ
                       ιερόδουλες όλες του ζόφου-
βγείτε απ’ αυτό το πικρό
                        τέναγος πια της φωτιάς.
Σάρκινες κούκλες εσείς
                        του στυφού μαρτυρίου και της ύβρης,
πάνδημες κόρες ζεστές
                        σαν τον χαλκόν ουρανό-
μαύρες που πέφτουν βαριά
                        και βαμμένες μακρές βλεφαρίδες-
βόστρυχοι που έτσι πυκνοί 
                        πάνωθε σ’ ώμους γυμνούς
χύνονται κι όπως στιλπνά
                         στο λαιμό σας τυλίγονται φίδια-
μέλη, λαγόνες βαθιές,
                         χείλη που τρέμουν ζεστά-
ύσγινη κάμινε εσείς
                         που η λατρεία του ερέβους πυρώνει.
Ο αστερισμός του Σκορπιού
                         χύνει φωτιά στα κορμιά
κι ο άνεμος τώρα ο καυτός
                          που σαρώνει τις τριόδους των πόλεων
όλες σαν φύλλα ξερά
                           καίει με μιας τις ψυχές.
Πια φραγγελώστε σκληρά
                           με τ’ ανήλεο μαρτύριο της σάρκας,
Στείλτε παντού τις εφτά
                            των βασιλέων πληγές
πάλι αγιάστε κι εδώ 
                            την αισχύνη του ασέληνου δνόφου
κόψτε σαν άρτο ζεστό
                            την καταχθόνια ηδονή
σ’ όλη σκορπίστε τη γη
                            την πυρίκαυστη λέπρα του πάθους
και στιγματίστε στ’ ωχρό
                            μίασμα πια τους βροτούς.

   

Γιώργος Βαρθαλίτης