Εκτύπωση του άρθρου
 
Alice και Phoebe Cary
Αλίκη και Φοίβη Κέρυ


 
  
Μετάφραση: Ειρήνη Γκαρίλα
Επιμέλεια: Λιάνα Σακελλίου
 
 
 
 

Πορτρέτο της Φοίβης Κέρυ φιλοτεχνημένο στη Νέα Υόρκη το 1850

 

Πορτρέτο της Αλίκης Κέρυ φιλοτεχνημένο στη Νέα Υόρκη το 1850

 

 

Η Αλίκη Κέρυ γεννήθηκε το 1820 στο Σινσινάτι του Οχάιο και τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1824, γεννήθηκε η Φοίβη Κέρυ. Οι γονείς τους απέκτησαν άλλα επτά παιδιά και λόγω της οικονομικής τους δυσχέρειας δεν τις έστειλαν σχολείο, αλλά τις άφησαν να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού. Και οι δύο ήταν αυτοδίδακτες και διάβαζαν οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια τους.

Το πρώτο ποίημα της Αλίκης με τίτλο «Το παιδί της λύπης» εκδόθηκε στην εφημερίδα του Σινσινάτι Sentinel, όταν ήταν δεκαοκτώ ετών. Η Φοίβη εξέδωσε τα πρώτα ποιήματά της σε μια εφημερίδα της Βοστώνης, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Εξέδιδαν ποιήματα για δέκα χρόνια μέχρι το 1850, όταν η πρώτη ποιητική τους συλλογή Ποιήματα της Αλίκης και της Φοίβης Κέρυ εκδόθηκε και σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Το έργο τους γνωστοποιήθηκε σε πολλούς επιφανείς ποιητές όπως οι Edgar Allan Poe, Horace Greeley, Rufus W. Griswold και στον εκδότη John Greenleaf Whittier. Με τα χρήματα που έβγαλαν από την έκδοση, εγκαταστάθηκαν στη Νέα Υόρκη. Ζώντας εκεί, δημοσίευσαν στα περιοδικά Harper’ s, Atlantic Monthly, New York Ledger, New York Weekly, Packard's Monthly, Scribner's Monthly, Galaxy, και Putnam's Monthly. Ο κύκλος των γνωριμιών τους διευρύνθηκε και κάθε Κυριακή συναντούσαν διανοούμενους και καλλιτέχνες όπως οι George Ripley, Mary E. Dodge, Richard και Elizabeth Stoddard, Elizabeth Cady Stanton, Mary Booth, William Lloyd Garrison και P. T. Barnum.

Και οι δύο ποιήτριες θεματοποίησαν την κοινωνική θέση των γυναικών, και τα δεινά που υφίσταντο. Η Αλίκη έγινε η πρώτη πρόεδρος  του γυναικείου συλλόγου της Νέας Υόρκης “Sorosis”, και βοήθησε τις γυναίκες να αποκτήσουν τα εργατικά τους δικαιώματα, ενώ η Φοίβη έγινε βοηθός του εκδότη της εφημερίδας “The Revolution”.

Πέθαναν και οι δύο το 1871, πρώτα η Αλίκη από φυματίωση και μετά από λίγους μήνες η Φοίβη από ελονοσία και λύπη.

Εργογραφία

  • Cary, Alice and Phoebe Cary. The Poems of Alice and Phoebe Cary. Philadelphia: Moss and Brother, 1850.
  • Cary, Alice.Ballads, Lyrics, and Hymn. New York: Hurd and Houghton,1874.
  • Cary, Alice. The bishop's son. A novel. New York:G.W. Carleton & Co,1867.
  • Cary, Alice. Clovernook : or, Recollections of our neighbourhood in the west. Clinton Hall, N. Y.: Redfield, 1852. 
  • Cary, Alice. Married, not mated; or, How they lived at Woodside and Throckmorton Hall. New York: Derby and Jackson, 1856.
  • Cary, Alice. Pictures of country life. New York: Hurd and Houghton, 1866.
  • Cary, Alice. Snow-berries. A book for young folks. Boston: Ticknor and Fields, 1867.
  • Cary, Alice. A lover's diary. Boston: Ticknor and Fields,1868.
  • Cary, Phoebe. Poems and Parodies. Boston: Ticknor, Reed & Fields, 1854. 
  • Cary, Phoebe. Poems of Faith, Hope, and Love, 1867. 
  • Cary, Phoebe. Hymns for All Christians. Deems C. F,1869.


 

Εικόνες Μνήμης
                               της Αλίκης Κέρυ
 
 
Ανάμεσα στις υπέροχες εικόνες
Που κρέμονται στης Μνήμης μου τον τοίχο
Είναι και μια ενός θαμπού παλαιού δάσους
Που μοιάζει η καλύτερη:
Όχι για τις ροζιασμένες γέρικες βελανιδιές,
Που το γκι τις σκοτεινιάζει·
Όχι για τις χρυσές βιολέτες
Που πασπαλίζουν την κοιλάδα παρακάτω·
Όχι για τους κάτασπρους κρίνους
Που γέρνουν απ’ τον ευωδιαστό φράχτη—
Χαριεντίζονται όλη μέρα με ηλιαχτίδες,
Και κλέβουν τη λαμπρότητά τους·
Ούτε για τα αμπέλια στα ορεινά
Όπου βρίσκονται τα κατακόκκινα μούρα,
Ούτε για τα γαρύφαλλα, ούτε για τις ωχρές γλυκές πρίμουλες,
Μου μοιάζει η καλύτερη.
Κάποτε είχα ένα μικρό αδελφό,
Με σκούρα μάτια και βαθιά—
Στην αγκαλιά αυτού του παλιού θαμπού δάσους
Αποκοιμήθηκε ήρεμα:
Ανάλαφροι σαν χνούδια πικραλίδας,
Ελεύθεροι σαν τους ανέμους που φυσούν,
Περιπλανιόμασταν εκεί τα καλοκαίρια,
Τα περασμένα καλοκαίρια, τα όμορφα·
Μα κουραστήκαν τα πόδια του στους λόφους,
Κι  ένα φθινοπωρινό δείλι
Έφτιαξα για το μικρό μου αδερφό
Ένα κρεβάτι από κίτρινα φύλλα.
Γλυκά τύλιξε τα χλωμά του χέρια
Γύρω από τον λαιμό μου σ΄ ένα αδύναμο αγκάλιασμα,
Καθώς το φως της αθάνατης ομορφιάς
Σιωπηλά απλωνόταν στο πρόσωπό του:
Κι όταν τα βέλη της δύσης
στις κορφές των δέντρων φωλιάσαν φωτεινά,
Αποκοιμήθηκε με την αγγελική ομορφιά του
Δίπλα στις πύλες του φωτός.
Γιαυτό απ΄ όλες  τις εικόνες
Που κρέμονται στης Μνήμης μου τον τοίχο,
Αυτή του παλαιού θαμπού δάσους
Μοιάζει η καλύτερη.
Μετάφραση: Ειρήνη Γκαρίλα
 

Pictures of Memory

                                                  By Alice Cary

Among the beautiful pictures
That hang on Memory's wall,
Is one of a dim old forest,
That seemeth best of all:
Not for its gnarled oaks olden,
Dark with the mistletoe;
Not for the violets golden
That sprinkle the vale below;
Not for the milk-white lilies
That lean from the fragrant hedge,
Coqueting all day with the sunbeams,
And stealing their shining edge;
Not for the vines on the upland
Where the bright red berries be,
Nor the pinks, nor the pale, sweet cowslip,
It seemeth the best to me.

I once had a little brother,
With eyes that were dark and deep --
In the lap of that old dim forest
He lieth in peace asleep:
Light as the down of the thistle,
Free as the winds that blow,
We roved there the beautiful summers,
The summers of long ago;
But his feet on the hills grew weary,
And, one of the autumn eves,
I made for my little brother
A bed of the yellow leaves.

Sweetly his pale arms folded
My neck in a meek embrace,
As the light of immortal beauty
Silently covered his face:
And when the arrows of sunset
Lodged in the tree-tops bright,
He fell, in his saint-like beauty,
Asleep by the gates of light.
Therefore, of all the pictures
That hang on Memory's wall,
The one of the old dim forest
Seemeth the best of all.

 
 
Θυμάμαι, Θυμάμαι
                                 Της Φοίβης Κέρυ
 
 
Θυμάμαι, θυμάμαι,
Το σπίτι που παντρεύτηκα,
Και το δωματιάκι απ’ όπου, τη νύχτα εκείνη,
Η χαμογελαστή μου νύφη ξεπρόβαλε·
Δεν ήρθε ούτε τόσο δα νωρίς
Και ούτε έμεινε πολύ·
Μα τώρα εύχομαι συχνά οι δικοί της
Να την κρατούσαν μακριά μου!
Θυμάμαι, θυμάμαι,
Τα φορέματά της, άσπρα και κόκκινα,
Τα καπέλα, τα σκουφιά και τους μανδύες,--
Τι θέαμα κι αυτό!
Το «γωνιακό οικόπεδο» που έχτισα,
Κι εκεί που ο αδερφός μου γνώρισε
Πρώτος τη γυναίκα μου, σε μια μπουγάδα,--
Εργένης είναι ακόμη αυτός!
Θυμάμαι, θυμάμαι,
Εκεί που φλέρταρα,
Και πίστευα πως η συζυγική ζωή
Ήτανε παιχνιδάκι:
Το πνεύμα μου ήταν πουλί,
Και ξέγνοιαστος εγώ ήμουν·
Βιαζόμουν την πόρτα μου να κλείσω--
Μα τώρα όχι πια!
Θυμάμαι, θυμάμαι,
Το χαμόγελο, τον αναστεναγμό της·
Πίστευα ότι η τρυφερή της η καρδιά
Βρισκόταν στον ουρανό κοντά·
Ήταν η παιδική μου άγνοια.
Μα τώρα δεν με ανακουφίζει πια
Να ξέρω πως είμαι μακρύτερα από τον ουρανό
Απ΄ όταν δεν την είχα εγώ!

 
I Remember, I Remember
                              By Phoebe Cary
 

I remember, I remember
The house where I was wed,
And the little room from which, that night,
My smiling bride was led;
She didn't come a wink too soon,
Nor make too long a stay;
But now I often wish her folks
Had kept the girl away!
I remember, I remember,
Her dresses, red and white.
Her bonnets and her caps and cloaks,--
They cost an awful sight!
The "corner lot" on which I built,
And where my brother met
At first my wife, one washing-day,--
That man is single yet!
I remember, I remember,
Where I was used to court,
And thought that all of married life
Was just such pleasant sport:
My spirit flew in feathers then,
No care was on my brow;
I scarce could wait to shut the gate,--
I'm not so anxious now!
I remember, I remember,
My dear one's smile and sigh;
I used to think her tender heart
Was close against the sky;
It was a childish ignorance.
But now it soothes me not
To know I'm farther off from heaven
Than when she wasn't got!
 
 
© Poeticanet  τα περιεχόμενα του poeticanet προστατεύονται από copyright
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Εκτύπωση του άρθρου