Εκτύπωση του άρθρου

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ

ΟΙ ΑΛΛΗΓΟΡΙΕΣ ΤΟΥ «ΔΕΝ ΞΕΡΩ»


Είμαι κοντά τριάντα εννιά χρονώ. Από τα είκοσί μου, κλείνομαι κάτω από την ποίηση. Από τα τριάντα πέντε μου, και κάτω από την πεζογραφία. Λέω «κλείνομαι». Και λέω «κάτω από». Είναι, λοιπόν, αυτή η διττή ιδιότητα ένα κουτί ή μήπως ένα υπόστεγο; Υποθέτω πως είναι ένα καταφύγιο ή κάλυμμα, που με προστατεύει από κάποια –πιθανόν όξινη– βροχή. Το καταφύγιο όφειλε ως τώρα να είναι αρκετά ευρύχωρο, ώστε να μου επιτρέπει να έχω τα χέρια μου απλωμένα διαρκώς σε έκταση, χωρίς ούτε να αγγίζω τα όρια του κουτιού (αν είναι κουτί), ούτε τα χέρια μου να βρέχονται από τις ψιχάλες της βροχής (αν είναι υπόστεγο). Αλλά τα κουτιά και τα υπόστεγα είναι συνήθως στερεά και μη μετακινούμενα αντικείμενα. Ακουμπούνε ή είναι στερεωμένα κάπου. Αυτό με ανάγκαζε ως τώρα σε μία ευεργετική ακινησία. Είτε στο κουτί είτε στο υπόστεγο, εγώ βημάτιζα, αλλά περίπου επί τόπου.

Συνήθως, όταν αυτή η –μία αλλά και διττή– ιδιότητα πάει να χτίσει γύρω μου τοίχους, αρχίζω να νιώθω έγκλειστος. Αυτό μου δημιουργεί ασφυξία και πόνο. Την ίδια ακριβώς στιγμή, μου δημιουργεί και ασφάλεια και θαλπωρή, που όμως αυτόματα θέλω να τινάξω από πάνω μου, θαρρείς και είναι το ακριβώς αντίθετό τους. Δε μιλώ ακριβώς για αμφισημία, αλλά για μία ταυτόχρονη συνύπαρξη αντιθέτων, που έλπιζα ως τώρα ότι κατορθώνουν να μην αλληλοαναιρούνται, αλλά και να μην θολώνουν σαν μουντζούρα την εικόνα του νοήματός μου, ούτε και του νοήματος αυτού που γράφω. Αυτό –ομολογώ– υπήρξε αρκετά εύκολο για μένα επί δεκαοκτώ χρόνια γραφής: πέντε βιβλίων ποίησης, δύο πεζογραφίας, και δύο θεατρικών έργων.

Υποπτεύομαι πως, τον τελευταίο καιρό, μία τέτοια ταυτόχρονη συνύπαρξη αντιθέτων (που υπογείως διακήρυττε: «Είσαι όλα, και το πλην και το συν», αρνούμενη όμως κάθε ενδιάμεση γκρίζα ζώνη) είναι μέσα μου υπό αμφισβήτηση και κρίση. Χωρίς να την αποποιούμαι, την κοιτώ για να την καταλάβω. Αυτή η αμφισβήτηση κι αυτή η κρίση μοιάζει να προήλθε από τη σταδιακή εξάντληση μιας θαυμαστής διάστασης του εαυτού, που διαφύλαττα μέσα μου ως πολύτιμο πετράδι. Νομίζω πως, για οτιδήποτε έχω γράψει, βασιζόμουν σε ένα εσωτερικό «θαυμαστό». Το ονόμαζα «ναρκισσισμό του τραύματος» και μου επέτρεπε να βασίζομαι στη συνεχή κατάδειξη της φαντασμαγορίας ενός αδιευκρίνιστου πόνου. Και προκειμένου να μην ξεφύγω ποτέ από το δόκανο της ανασφαλούς ασφάλειας αυτού του πόνου, από αυτό το θωπευτικό εκκρεμές, είχα φτάσει ως τώρα να διεκδικώ να βαφτίζω εις το διηνεκές –στη ζωή μου, αλλά και στη γραφή– το πλην ως συν ως πλην ως συν ως πλην ως συν…

Όταν τον εφαρμόζεις στη γραφή, ο μετεωρισμός αυτός είναι συχνά ευεργετικός, αλλά εσώκλειστος. Φτιάχνει επίκαιρες μινιατούρες για τον μετα-μεταμοντέρνο άνθρωπο: κωμικές και δραματικές. κλειστές και ελεύθερες, ολιστικές και αφόρητα αποσπασματικές. Ταυτόχρονα. Μάλλον όμως δεν μπορείς με αυτά τα υλικά να μιλήσεις εύκολα για συγκρούσεις πέραν του εαυτού, παρά μόνο εντός των ορίων του. Κι αφού, μάλιστα, οι δύο πόλοι του κάθε δίπολου μπορούν κάθε φορά και να ταυτίζονται, να μιλάς κυρίως για συγκρούσεις βελούδινες, πρωτεϊκές, αμνιακές. Αν επιθυμείς όμως να μιλήσεις και για τους άλλους (όσο και αν δεν τους αντέχεις, δηλαδή: όσο και αν φοβάσαι τη διαφορετικότητα ή την απόρριψή τους) οφείλεις να μάθεις να ασκείσαι στην ελάττωση του θρήνου σου. Ίσως ένα πρώτο στάδιο προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η παραδοχή ότι ο θρήνος είναι θρήνος. Ένα δεύτερο, να περιμένεις να ξεκολλήσει από πίσω του το ως τότε μόνιμο αυτοκόλλητό του: του εξαίσια ένδοξου. Μετά, ίσως, αρχίζεις κάπως να ασκείσαι και στην «άδοξη» γκρίζα ζώνη, αντέχοντάς την.

Εδώ και ενάμιση χρόνο, μετά το πεζογραφικό «Ο σκύλος της Χάρυβδης» (όπου κορυφώθηκαν οι θρήνοι, αλλά και ανοίξανε οι πόρτες προς μια διάλυση που υπόσχεται λύση και μετατόπιση), συνθέτω (αυτή είναι η λέξη – γιατί το κάνω λέξη λέξη, κομμάτι κομμάτι, ήχο ήχο) ένα βιβλίο που το εννοώ ως ποιητικό, το έκτο στη σειρά, μετά το «4-D: Ποιήματα τεσσάρων διαστάσεων». Λέγεται «7: Ποίηση για video games». Πρόκειται, λέω, για 7 αλληγορίες του τίποτα, με κάποια από τα στοιχεία της μετάβασης που περιέγραψα πιο πριν. Ένα παράδειγμα είναι και το ποίημα «Τέρατα ή Καρλίτα ή Όψεις μιας μη συνείδησης». Εδώ με ενδιαφέρει: ο μόνος και οι πολλοί, το αντικείμενο και οι παρατηρητές, αλλά και το αντικείμενο ως χλωμός παρατηρητής του υποκειμένου του, ενός εαυτού που υπάρχει στα όρια μόνο μιας κάποιας ανυπαρξίας. Ένας φίλος που το διάβασε, μου λέει: «Γιατί αλληγορία του τίποτα; Το κείμενο αυτό είναι, πασιφανέστατα, η αλληγορία της μοναξιάς». Αν θεωρήσουμε πως τίποτα δεν είναι πιο τίποτα από τη μοναξιά, ίσως. Αλλά στο ποίημα αυτό, η εξαντλητική αλληλοαναίρεση των συστατικών φιλοδοξεί, μετά τον μηδενισμό του τίποτα, να ξαναγίνει κάποτε κάτι μέσα σε μια γλώσσα που ακόμη δεν κατέχει, και που ίσως το ποίημα ψάχνει να βρει. Γιατί δεν είναι πια ο «ναρκισσισμός του τραύματος» που κινεί αυτό το τίποτα-πλάσμα που παρατηρώ μέσα στο ποίημα, αλλά –αντίθετα– η παραδοχή και η εξέταση του «τραύματος του ναρκισσισμού» του. Το πλάσμα «Καρλίτα», που κατοικεί το ποίημα, ελπίζει μάλιστα πως αυτό είναι αρχή μιας συνέχειας, για την οποία τίποτα άλλο δε γνωρίζει.

Σκέφτομαι, λοιπόν, πως αυτό το «τίποτα» σημαίνει κυρίως «δεν ξέρω». Τότε, τα κείμενα αυτά δεν μπορεί παρά να είναι αλληγορίες που αναζητούν διακύβευμα νοήματος και περιεχομένου, υποδυόμενες πως έχουνε μορφή. Στην περίπτωση αυτή, και ο ποιητής τους φιλοδοξεί να μάθει κι αυτός να μην «κλείνεται κάτω από» ιδιότητες, αλλά να αρχίζει να «κλίνεται» από αυτές, και από τον κόσμο γύρω. Που σημαίνει: να μην είναι ουσιαστικό και επίθετο με πτώσεις, αλλά ρήμα που κλίνεται. Όχι πολύ αυτοπαθές. Ρήμα ενεργητικό, παθητικό και μέσο.


Βασίλης Αμανατίδης