Εκτύπωση του άρθρου

Γράφει η Άννα Γρίβα

 

 

Αλόη Σιδέρη, Ανάμεσα στο μακριά και το πιο μακριά - Ποιήματα και διηγήματα, Συγκεντρωτική έκδοση, Πρόλογος: Μαρία Λαϊνά, Εκδόσεις Άγρα, 2019

 

Το ποιητικό έργο της Αλόης Σιδέρη περιλαμβάνει έξι ποιητικές συλλογές που εκδόθηκαν μεταξύ 1974 και 1999. Μέσα σε αυτά τα 25 χρόνια η ποιήτρια δημιούργησε μια ποίηση αναγνωρίσιμη, κατόρθωσε να συνθέσει μια ιδιότυπη ποιητική προσωπογραφία μέσα από εικόνες και τρόπους, που επανέρχονται διαρκώς, άλλοτε ανανεωμένοι και εμπλουτισμένοι και άλλοτε απαράλλακτοι και ακατάβλητοι. Τι είναι εκείνο που ωθεί την Αλόη Σιδέρη στη γραφή; Ποια ανάγκη υπαγορεύει τα ποιήματά της; Είναι δύο τα κύρια θέματα που ορίζουν την ποίησή της: τα οράματα των νεκρών και τα όνειρα. Κάποτε δηλώνεται ξεκάθαρα μέσα στους στίχους ότι πρόκειται για καταγραφές ονείρων:

Ήρθε πάλι στον ύπνο το πουλί κελάδι
κι ήτανε σαν αλαφιασμένο που το γνώρισα
είπε δεν είμαι ιδές
δεν ήρθα δεν

γράφει η ποιήτρια στο εισαγωγικό άτιτλο ποίημα της συλλογής Φορείο και σε όλα τα ποιήματα μοιάζει να είναι αυτό το ονειρικό πουλί που οδηγεί τα μάτια, τα αυτιά, τον νου.

Άλλοτε πάλι ο αναγνώστης υποψιάζεται ότι όσα καταγράφονται είναι όνειρα, αφού ο κόσμος της Σιδέρη βρίσκεται πάντα σε ένα μεταίχμιο μεταξύ του πραγματικού και του παράδοξου. Αυτό το παράδοξο δεν είναι όμως ένας τρόπος υπερρεαλιστικός, μια μέθοδος ποιητική, είναι η δική της βέβαιη αλήθεια:

Η σκηνή παίζεται πολλές φορές
σαν δοκιμές θεατρικής παράστασης
κάποτε αλλεπάλληλες μέσα στην ίδια νύχτα

Ποια είναι αυτή η άγνωστη σκηνή όπου στη συνέχεια του ποιήματος εμφανίζονται τρία μυστηριώδη πρόσωπα τρεις αναβαθμοί της λύπης μόνο/ τρία πηγάδια, όπως γράφει η ποιήτρια; Μπορεί να πρόκειται για ένα όνειρο, μπορεί να πρόκειται για ένα αθέατο θέατρο στο οποίο όλοι είμαστε ηθοποιοί, καθώς να νήματα κινούνται από έναν άγνωστο κουκλοπαίχτη. Συχνά ο κόσμος ως σκηνή μιας άγνωστης παράστασης επανέρχεται στην ποίηση της Σιδέρη, μια εικόνα που έχει αξιοποιηθεί από πλήθος ποιητών και φιλοσόφων μέσα στους αιώνες. Στην ποίηση της Σιδέρη ποτέ δεν είμαστε σίγουροι αν πρόκειται για ένα επαναλαμβανόμενο όνειρο, για μια οπτασία αποκαλυπτική ή για έναν υπαινιγμό εκείνου που συμβαίνει πίσω από τα φαινόμενα.

Τα ερεθίσματα που λαμβάνει η ποιήτρια μοιάζουν να περνούν μέσα από μια ρωγμή στον εσωτερικό της κόσμο. Εκεί όλα μετασχηματίζονται, αποκαλύπτονται, δηλώνουν τη μυστική τους αρμονία. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο καταγράφει διαρκώς τους τόπους, με τα χαρακτηριστικά εκείνου του ελάχιστου που βλέπει το ποιητικό μάτι πίσω από αυτό που βλέπει το κοινό μάτι. Να πώς είναι η Βάρκιζα της Αλόης Σιδέρη:

ένα φέγγισμα μικρό ένα ρίγος
έτσι βουίζοντας λίγο
όσο βαραίνει ο χειμώνας
έτσι πάλι μυρίζοντας
έτσι ανθώντας

Μέσα σε αυτόν τον μεταιχμιακό κόσμο, μεταξύ του μεγάλου κάδρου και του μικροσκοπικού, μεταξύ του ονείρου και της εν εγρηγόρσει ζωής είναι φυσικό να αναδύονται και όλες οι μορφές των προσφιλών νεκρών. Οι νεκροί είναι για την ποιήτρια ένας ολοζώντανος κόσμος. Άλλοτε επιστρέφουν και είναι καλοδεχούμενοι και άλλοτε μοιάζουν με τους απρόσκλητους επισκέπτες που δέχεται κανείς λόγω μιας ακατάβλητης Ανάγκης:

Αχ, να μη σ’ έβλεπα καλύτερα
παρά που μπαίνεις έτσι από τον τοίχο!

εύχεται ο ζωντανός, γνωρίζοντας πως είναι μάταιη η ευχή του. Ο κόσμος της Αλόης Σιδέρη είναι γεμάτος με φαντάσματα: η μεγάλη Πανώραία, η δασκάλα η Στάμω η Αρχοντούλα, ο μελαγχολικός Βαδιστής, η ανεμοπόδα η μυστική η βασκαμένη, οι σερπέτες, οι φλόγες, μια θανατηφόρα μουσική, αλλά και με μαγγανείες, ξόρκια, προσωπικές μυστικές τελετουργίες:

Φέρε ένα μυρισμένο κλαδί να σε γνωρίσω
στείλε ένα γράμμα με λουλούδι
καβουρομάνα πίνα ή λεβιθόχορτο
βλαστάρι ης πίσω πλαγιάς
μικρή πνοή της όστριας

Τότε είναι που η ποιήτρια επιστρέφει στον παραδοσιακό κόσμο, που είναι για εκείνη δεμένος με την παιδική ηλικία, στις μικρές τελετές των γιαγιάδων και των κοριτσιών, που σιωπηλές και αθόρυβες επικοινωνούν με το αιώνιο μυστικό της φύσης και των πνευμάτων:

σήμερα είναι τ’ Αι-Γιαννιού του Λαμπαδάρη
καίμε τα θερισμένα λέμε ξόρκια
μας κυνηγάει ο παιδονόμος στο λιμάνι
στις αραγμένες ανεμότρατες
ξεκλείδωσε λοιπόν πριν ο σεισμός
πριν η φωτιά ή ο θάνατος…
ή πότισέμε κάτι για να κοιμηθώ
πλέξε μου τα μαλλιά δέσε τον φιόγκο μου
σταύρωσε τρεις φορές το μαξιλάρι μου
νανούρισέ με

Όλα στους στίχους της Αλόης Σιδέρη είναι τρυφερά και άγρια, απαλά και αδάμαστα. Οι λέξεις συχνά χρησιμοποιούνται με το υποκοριστικό τους: τα σεντονάκια, οι κλωστίτσες, όλα τα μικρά και παντοδύναμα. Τα ζωάκια είναι τρυφερά θηρία, ο άνθρωπος λατρεύει τα ζώα σαν επίγειους θεούς, γιατί εκείνα ξέρουν, θυμούνται τις πρώτες αρχές τω πραγμάτων, βιώνουν βαθύτερα μια μυστική ζωή συντονισμένη με τον κοσμικό μυστήριο:

Μια τίγρη ερχόταν
άγρυπνη, σιγανή, αλαφροπάτητη
σαν να είχε βγει κυνήγι
για την ψυχή μου

Πάρε  με, έλεγα,
πάρε με στους δρόμους
στ’ απόσκια για δροσιά
στη θύελλα να φοβηθώ
στην πυρκαγιά
πάρε με από δω
για τα βουνά

Σε αυτή την ποιητική πορεία παρεμβάλλεται η συλλογή έξι σύντομων διηγημάτων με τίτλο Ο Τσαγκ (1990). Σε αυτά τα διηγήματα η Αλόη Σιδέρη παραμένει ποιήτρια. Προσπαθεί να πραγματευτεί τα ίδια ζητήματα που στοιχειώνουν την ποίησή της μέσα από έναν άλλο τρόπο: οι αφηγήσεις μοιάζουν να κρύβουν από πίσω μια δομή ποιητική, όπου η ατμόσφαιρα κυριαρχεί επί της πλοκής των γεγονότων, ο εσωτερικός πυρήνας των προσώπων κυριαρχεί επί των πράξεών τους. Τα ζώα είναι δαίμονες, ο άνθρωπος ένα άλυτο αίνιγμα, το όνειρο κατακλύζει την πραγματικότητα.

Θα μπορούσαμε  να πούμε ότι η Αλόη Σιδέρη ανήκει στους ποιητές των οποίων το έργο δεν παρουσιάζει μεγάλες αποκλίσεις στο πέρας του χρόνου. Ως προς αυτό το στοιχείο συναντά των Μίλτο Σαχτούρη, με τον οποίο συνομιλεί στη συνέντευξη που περιλαμβάνεται το βιβλίο. Ταιριάζουν απολύτως ο Σαχτούρης και η Σιδέρη όσον αφορά τη σταθερότητα της ανάγκης τους να εκφράσουν τις καταστάσεις που διαχρονικά τους στοιχειώνουν: κυρίως τον θάνατο που είναι και στους δύο ένα ον που μεταμορφώνεται, αποκτά χιλιάδες χρώματα, παράξενες φωνές, ακαταμάχητες κινήσεις και λικνίσματα.

Άννα Γρίβα
© Poeticanet