Εκτύπωση του άρθρου
ΙΣΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
 
 
 
ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
 
 
 
 
Η Αναγέννηση εμφανίστηκε με μια σκληρότητα σοφή.
Ανάμεσα σε ποταμούς μεγάλωσε με μακριά μαλλιά
Να κυματίζουν στα δωμάτια χωρίς γονείς.
Με τα πουλιά συνήθισε να ζει
Πήρε το χάρισμα της ανθρωπιάς και άνθησε.
Μελέτησε με πάθος τους κατακλυσμούς
Τα ονόματα, τα χρώματα, τα νέφη και τα θεϊκά.
Με μάτια ερευνητικά είδε τους πολέμους
Των βαρύτιμων ρούχων το άλικο αίμα.
Γέμισαν τα ανάκτορα, τα σπίτια με σφαγμένους.
Εκείνη στάθηκε ορθή πλέκοντας μελωδίες
Και ξάπλωσε στα στήθη των μαρμάρινων ανδρών.
Χορεύοντας εκείνο που δεν γίνεται να ειπωθεί
Δίδαξε στους λαούς το ανάλογο και το αντίθετο του.
Με άνθη άνοιξε την πέτρα
Και φάνηκε μεμιάς η αρχαία καλλονή.
Η Αναγέννηση στηρίχτηκε στο φως
Και κυκλικά πετούσαν από πάνω της γυμνοί άγγελοι.
Με σπάνια ορμή εισέβαλε στο μέλλον
Κι αναρωτήθηκα Που πάει;
 
Βαδίζει μέσα στο κενό
Σε φωτεινούς διαδρόμους
Και σε καθρέφτες μιας πλάνης που τυφλώνει.
Το γέλιο της αντήχησε στον ουρανό
Και αποτυπώθηκε στα πρόσωπα της γης.
Όλα αποτυπώθηκαν, πουλιά, γλουτοί, στήθη αρμονικά
Γερμένοι βράχοι και κύκνοι γκριζωποί.
Η Σαλώμη, ο Σατανάς, ο Αβραάμ και ο Πάτροκλος
Οι νύμφες, οι Απόστολοι, το Θείο Βρέφος.
 
Σαν χείμαρρος κατέκλυσε την όραση
Σαν αετός απλώθηκε
Σαν ερωμένη άνοιξε
Σαν ιερέας μίλησε
Σαν σάτυρος υψώθηκε
Σαν αγκαλιά τυλίχτηκε
Σαν έδεσμα φαγώθηκε
Σαν ηδονοθήρας γεύτηκε
Σαν βιολοντσέλο ήχησε
Σαν δέρμα σφίχτηκε
Σαν βασιλιάς δυστύχησε
Σαν άγιος προσευχήθηκε
Σαν ποίηση φανέρωσε
Σαν ποταμός ξεχείλισε
Σαν ιπποσύνη τέλειωσε.
 
Ο Χρόνος έχει φάει το πιο πολύ
Και σέρνομαι χωρίς σημάδια στη μακρινή ακτή.
Να την κοιτάξω δεν μπορώ
Ούτε τα ρούχα της ν' αγγίξω.
Τη βλέπω από πολύ μακριά
Κι όλο βουλιάζω.
 
Αλέξανδρος 'Ισαρης