Εκτύπωση του άρθρου
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ (1946-2006)

 Ένα ανέκδοτο ποίημα 
Εισαγωγικό σημείωμα από τον ΦΟΙΒΟ Ι. ΠΙΟΜΠΙΝΟ
 
            Αφορμή της γνωριμίας μου με τον Στέφανο Μπεκατώρο στάθηκε το βιβλίο μου Σπουδή Θανάτου, που κυκλοφόρησε το 1996 με πρόλογο της Ολυμπίας Καράγιωργα, μιας γνωριμίας που δεν υπήρξε πάντοτε ανθόσπαρτη, αλλά είχε συχνά άκανθας και τριβόλους. Εν πάσει περιπτώσει, ο Στέφανος ενθουσιάστηκε με το βιβλίο μου και μέσω της κοινής μας φίλης, της Ολυμπίας, επεδίωξε να με γνωρίσει. Με τα πολλά, τα καταφέραμε επιτέλους κάποτε να συναντηθούμε. Άλλη αιτία στάθηκε η συναναστροφή μας με τη μεγάλη μας ποιήτρια Μελισσάνθη, χωρίς ωστόσο ποτέ να έχουμε συναντηθεί στο σπίτι της, στην οδό Στρατηγού Μακρυγιάννη. Και τρίτη και τελευταία, η μεγάλη φιλία που έτρεφε για τους γονείς μου η εκκεντρική και υπέροχη Έρση Χατζημιχάλη, κόρη της σπουδαίας Αγγελικής. Όταν γνώρισα τον Στέφανο, εργαζόταν ως βιβλιοθηκονόμος στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης που, ως παράρτημα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων, λειτουργούσε στο σπίτι που είχε κτίσει η Αγγελική Χατζημιχάλη και όπου η Έρση διάνυε τα τελευταία χρόνια του πλούσιου σε εμπειρίες βίου της, περιτριγυρισμένη από γάτες και τις αναμνήσεις της. Κι όμως μέχρι το 1996, μολονότι οι ζωές μας διέγραφαν επάλληλους κύκλους ή παράλληλες τροχιές, μολονότι είχαμε κοινές γνωριμίες, κοινά εν γένει λογοτεχνικά ενδιαφέροντα και πάνω απ’ όλα κοινό πολιτικό - ιδεολογικό πλαίσιο, δεν είχε τύχει να γνωριστούμε.
            Γνώριζα μόνο το έργο του – αν και όχι εις βάθος – και το εκτιμούσα. Οφείλω εδώ να σημειώσω παρενθετικά – ή μάλλον να ομολογήσω – ότι δεν μ’ ενδιαφέρει ιδιαίτερα η ποίηση. Τον πεζό λόγο λατρεύω και υπηρετώ. Τούτο δεν σημαίνει ότι μερικοί μεγάλοι ποιητές δεν μου αρέσουν εξαιρετικά. Με την προηγούμενη αφοριστική δήλωσή μου θέλω απλώς να πω ότι κατ’ ουσίαν  δεν κατανοώ, δεν νιώθω αν θέλετε, τον «ποιητικό τρόπο» του να λέει κανείς τα πράγματα , όχι όμως ότι δεν μου αρέσει η ποίηση. Γιατί ποίηση υπάρχει και στην πεζογραφία, όπως άλλωστε ποίηση μπορεί να υπάρχει παντού. Για να επανέλθω στον Στέφανο Μπεκατώρο, του είχα κάποτε δηλώσει, αντί κριτικής, ότι τον θεωρούσα αυθεντικό ποιητή, κι αυτό ήταν για μένα – δεν ξέρω αν το κατάλαβε – η μεγαλύτερη φιλοφρόνηση που μπορούσα να κάνω για έναν ποιητή και το έργο του.
            Στις συχνές τηλεφωνικές επαφές που είχα τα τελευταία χρόνια με τον Στέφανο και στις σπάνιες συναντήσεις μας, συνήθως σε κάποια καφετέρια, δεν παύαμε να διεκτραγωδούμε και οι δυό μας τις απίστευτες περιπέτειες και ταλαιπωρίες που μας συνέβαιναν από τους διάφορους εκδοτικούς οίκους, αντάξιες ενός μυθιστορήματος ηθών του εκδοτικού χώρου στην Ελλάδα, στα τέλη του 20ου και τις αρχές του 21ου αιώνα. Μόνο που λείπει κάποιος συγγραφέας του λογοτεχνικού αναστήματος ενός Μπαλζάκ ή ενός Μωπασάν (βλ. το αριστουργηματικό του μυθιστόρημα O φιλαράκος ή Μπέλ–Αμί γύρω από τον κόσμο του Τύπου) για να το κάνει. Κι άλλωστε ποιο αναγνωστικό κοινό θα ενδιέφερε κάτι τέτοιο στις μέρες μας;1 Η διαρκής εκ μέρους μας αναζήτηση εκδότη, η ταπεινωτική, απαξιωτική – ακόμα  κι εξευτελιστική – αντιμετώπιση του συγγραφέα ή μεταφραστή από διάφορους εκδοτικούς «οίκους», η γλίσχρα αμοιβή μιας εξουθενωτικής δουλειάς, η αθέτηση συμπεφωνημένων από τους «εργοδότες» που βιώναμε τραυματικά όλα αυτά τα χρόνια, είχαν γίνει το κεντρικό και ανεξάντλητο θέμα όλων των συζητήσεών μας, καθώς τηλεφωνιόμασταν συνήθως μόνο για λογοτεχνικής φύσεως ζητήματα και κυρίως για να σχεδιάσουμε τη στρατηγική εύρεσης εκδότη.
            Ο Στέφανος Μπεκατώρος με προσφωνούσε, λοιπόν, σύντροφο ή συνάδελφο ως προς τις κοινές δυσκολίες που αντιμετωπίζαμε κατά την ενασχόλησή μας με τα γράμματα και πάντοτε δεν παρέλειπε να θίγει το καυτό θέμα των εκδοτικών ταλαιπωριών μας, που μας έφερναν κοντά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Γιατί ο Στέφανος δεν ήταν, οφείλω να ομολογήσω, διόλου εύκολος χαρακτήρας. Οξύς, άτεγκτος και απόλυτος στις κρίσεις του, όπως μόνο τα παιδιά μπορούν να είναι, ειλικρινής που μπορούσε να σε πληγώσει εν ονόματι αυτής ακριβώς της ειλικρίνειάς του, δίκαιος, τίμιος και γι’ αυτό μονίμως πικραμένος, ευαίσθητος, εύθικτος και παρεξηγησιάρης σε νοσηρό πολλές φορές βαθμό και γι’ αυτό συχνά εριστικός. Κοντολογίς ευάλωτος, με μια σκιά απαισιοδοξίας να σκοτεινιάζει την ύπαρξή του. Ευτυχώς όμως, εγώ πάντοτε τα πήγαινα καλύτερα με τους «δύσκολους» χαρακτήρες, κι έτσι η συνάφειά μας μπορούσε να είναι και γόνιμη.
            Μια μέρα, ύστερα από ένα μακρύ τηλεφωνικό μας κουβεντολόι, όπου αφηγηθήκαμε και οι δυό μας για πολλοστή φορά – τι άλλο; - τις δυσκολίες που είχαμε και πάλι συναντήσει εκείνο τον καιρό στην επαφή μας με το εκδοτικό σινάφι, ο Στέφανος κάθισε και έγραψε ένα ποίημα σχετικά με αυτά, το «Τυπωθήτω», και μου το αφιέρωσε «συντροφικά». Μου το έστειλε μάλιστα πασίχαρος με φαξ, και το πράγμα έμεινε εκεί. Λίγους μήνες αργότερα, κι αφού εντωμεταξύ το είχε δουλέψει, μου το ξανάστειλε με φαξ, έχοντας πιθανώς λησμονήσει ότι μου το είχε ήδη στείλει, όλος πάντοτε χαρά για την έκπληξη που μου έκανε, με την ίδια και πάλι αφιέρωση και τον ίδιο τίτλο, πλην όμως παραλλαγμένο. Έπειτα κυκλοφόρησε, τον Δεκέμβριο 2002, η ποιητική συλλογή του Δυστυχία στα δάκτυλα, εκδ. Πατάκη, σ. 71, στην οποία όμως δεν συμπεριέλαβε το ποίημα αυτό, επειδή ίσως δεν το θεώρησε τότε ακόμη τελειωμένο μέσα του, αφού δεν έπαψε, όπως έδειξαν τα πράγματα αργότερα, να το δουλεύει, στο μυαλό του τουλάχιστον, άν όχι στο χαρτί. Εγώ βέβαια υποψιάζομαι πως του το έκοψε ο εκδότης, γιατί το ποίημα ταίριαζε τελείως με τη θεματική της συλλογής. Εν πάσει περιπτώσει, στην ιδιόχειρη αφιέρωση που υπάρχει στο αντίτυπο που μου χάρισε αναφέρεται σε μένα «συναδελφικά». Κατόπιν κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του (Πατριδογνωσία 1968-1998 δια χειρός Στέφανου Μπεκατώρου, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004, σ. 295). Όμως ούτε και σ’αυτή συμπεριλήφθηκε, φυσικώ τω λόγω, το «Τυπωθήτω», αφού όλα της τα ποιήματα ήταν προγενέστερά του. Ώσπου μιαν ωραία ημέρα, τρία χρόνια μετά τη δεύτερη παραλλαγή, μου το τηλεομοιοτύπωσε σε μια τρίτη παραλλαγή, με την ίδια απαράλλαχτη αφιέρωση και τον ίδιο τίτλο. Έτσι συνέβη και βρέθηκε στα χέρια μου ένα ανέκδοτο ποίημα του Στέφανου Μπεκατώρου, αφιερωμένο σε μένα, σε τρεις παραλλαγές του. Αγνοώ βέβαια αν υπάρχουν κι άλλες, αν και πιστεύω πως θα μου τις είχε στείλει, όπως αγνοώ επίσης πόσες ενδιάμεσες παραλλαγές θα πρέπει να έσκισε μέχρι να κατασταλάξει σε αυτές που σώθηκαν.
            Κι ύστερα χαθήκαμε γι’ αρκετόν καιρό, μετά από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες που κάναμε για να συναντηθούμε και που ο Στέφανος τις ακύρωνε την τελευταία στιγμή, επικαλούμενος πάντοτε αόριστους λόγους υγείας ή κόπωσης. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, εγώ τον αναζήτησα επανειλημμένως μέσω του αυτόματου τηλεφωνητή και του κινητού τηλεφώνου του, αλλά δεν πήρα ποτέ καμιάν  απάντηση. Γι’ αυτό υπέθεσα ότι θα πρέπει άθελα μου να τον είχα κάπου θίξει ή πληγώσει – κάτι που είχε άλλωστε συμβεί και άλλες φορές, χωρίς όμως σοβαρές επιπτώσεις – και να είχε ως εκ τούτου δυσαρεστηθεί με μένα και να εκδήλωνε έτσι τη δυσανασχέτησή του. Πού να ήξερα ότι στις 26 Ιουνίου 2006 ο Στέφανος είχε αναχωρήσει για το μεγάλο ταξίδι χωρίς επιστροφή; Ώσπου η είδηση ήρθε και με βρήκε  μες στην ανεμελιά του καλοκαιριού – μέρες πολλές αργότερα – σαν αστροπελέκι εν αιθρία, απροετοίμαστο, και μ’ άφησε εμβρόντητο.
            Αυτή είναι η προϊστορία του αδημοσίευτου «Τυπωθήτω» και των τριών παραλλαγών του. Δεν μπορώ επακριβώς να ξέρω πότε τις έγραψε ο Στέφανος, όμως οι ημερομηνιακές ενδείξεις του τηλεομοιότυπου είναι καταληκτικές, αφού αποδεικνύουν τουλάχιστον ότι γράφτηκαν πριν απ’αυτές. Η πρώτη παραλλαγή είναι, λοιπόν, προγενέστερη της 23/11/2000 και πάντως εντός του Νοεμβρίου, η δεύτερη της 12/3/2001 και η τρίτη της 18/2/2004. Κατά την αντιγραφή τους, σεβάστηκα σχολαστικά τη διατύπωση και τη στίξη τους. Ο Στέφανος δεν αγαπούσε διόλου τα σημεία της στίξεως στην ποίηση, πλην της τελείας, ένα θέμα για το οποίο είχαμε κάποτε διαφωνήσει έντονα, επειδή εγώ προσωπικά συμπαρατάσσομαι πάντοτε με τον αναγνώστη και δεν βλέπω για ποιο λόγο θα πρέπει να τον ταλαιπωρούν οι γράφοντες. Όπως προαναφέρθηκε, η αφιέρωση είναι και τις τρεις φορές πανομοιότυπη καθώς και ο τίτλος, μόνο που είναι μεγαλογράμματος στις δύο πρώτες και μικρογράμματος στην τρίτη.
            Δίστασα πολύ πριν αποφασίσω να στείλω για δημοσίευση το «Τυπωθήτω» του Στέφανου Μπεκατώρου, επειδή είναι αφιερωμένο σε μένα. Τώρα όμως που κλείνει χρόνος από τον πρόωρο θάνατό του, σκέφτηκα πως θα ήταν καλό ως μνημόσυνο να δημοσιευτεί ένα ανέκδοτο ποίημά του, σαν ένα μήνυμά του από την αντίπερα όχθη. Εξάλλου έκρινα πως είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να δει έμπρακτα ο αναγνώστης πώς η έκφραση βασανίζει έναν λογοτέχνη και ποιες αλλαγές – άλλοτε περισσότερο ουσιαστικές κι επιτυχημένες, άλλοτε λιγότερο-, επιφέρει αυτός σ’ένα κείμενο του, ξαναπιάνοντάς το ύστερα από καιρό, μες στην αγωνία του να βρει τον κάθε φορά τελειότερο, κατά τη γνώμη του, τρόπο διατύπωσης της ιδέας, του συναισθήματος ή της ατμόσφαιρας που θέλει να μεταδώσει στο αναγνωστικό κοινό.
Μάρτιος 2007

Φοίβος Πιομπίνος 
______________________________________________
1 Κι όμως υπάρχει και στα ελληνικά γράμματα ένα σχετικό πόνημα. Πρόκειται για το έργο Η περιπέτεια ενός βιβλίου που ο Νίκος Καχτίτσης εξέδωσε ο ίδιος το 1965, εν Μοντρεάλη, με δικά του έξοδα.