Εκτύπωση του άρθρου
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
                            
 Η ανεξαρτησία της ποίησης

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι
εκδόσεις Πατάκης,
σ. 102, 9, 50 Є

     «Τη ζέστη, που την έλεγα πείνα, / Την τρέφω τώρα και μ¢ έναν καφέ…». Διαβάζω από το παραπάνω βιβλίο το δίστιχο ποίημα με τίτλο «Τα μεσάνυχτα». Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου συγκαταλέγεται στους αντιπροσωπευτικότερους δημιουργούς της γενιάς του ´70. Το 2008, το αμέσως προηγούμενο ποιητικό της έργο,  με τίτλο Λιμός, που εξέδωσε η «Νεφέλη», απέσπασε, ως γνωστόν, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Η γραφή της διακρίνεται για την προωθημένη λεκτική της ευθύτητα και την εμμονή της στην διερεύνηση των ειδοποιών ποσοτήτων και των κρισίμων ποιοτήτων της εξ αντικειμένου πραγματικότητας. Μάλιστα έχει διατυπωθεί δικαίως η άποψη ότι «θα μπορούσε, αν δεχτούμε ότι υπάρχουν σχέσεις που επιβιώνουν μέσω άλλων, να είναι η εγγονή της Ζωής Καρέλλη, η θυγατέρα της Ελένης Βακαλό και η μικρή αδελφή της Κικής Δημουλά, ωστόσο, επιμένοντας περισσότερο στο ζήτημα των κληρονομικών αποταμιεύσεων, θα έλεγα ότι εμφανέστερες είναι οι συγγένειες του λόγου, της ρητορικής και της τεχνικής της με τις πρωτοπόρες αμερικανίδες, την παλαιότερη Έμιλυ Ντίκινσον και τη νεότερη Σύλβια Πλαθ.» (Ιδέτε Αλέξης Ζήρας, περιοδικό «Διαβάζω», τ. 507, Μάιος; 2010). Και σ´ αυτή, τη δέκατη ποιητική της συλλογή, είναι ευδιάκριτος ο ανατρεπτικός σαρκασμός, ο οποίος απαντά στα τελευταία έργα της. Δείγμα: «Κάποια εγκάρδια ερείπια, / Μια θάλασσα χωρίς το χρήμα, / Πέτρες και χόρτα, κάνα δυο κηλίδες φως. / Το μέλλον του παιδιού να με τρομάζει, / Η γη που τρίβεται σαν το τυρί στο πιάτο, / Ποιο πιάτο, του γαλαξία το φέρετρο…/ Πρέπει με τα ορύγματα των σπλάχνων / Να πίνει πια κανείς το ουζάκι του…». Οι διαδοχικές αισθητικές συναιρέσεις, οι οποίες χαρακτηρίζουν εν γένει την προσέγγιση των διακεκριμένων ινδαλμάτων της ποιήτριας, επιτρέπουν στις αλληγορικές αποτυπώσεις, αλλά και στις αναπόφευκτες παρωδίες να βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για την περαιτέρω ιδιαίτερα εποικοδομητική τους ανάπτυξη. Ο στίχος τείνει να ανταποκριθεί στο όνειρο της δημιουργού του, να δώσει δηλαδή κάποια ευτυχή στιγμή την εντύπωση ότι μπορεί να ορθωθεί ενδεχομένως τρισδιάστατος. Σε συνδυασμό μάλιστα με ένα είδος συναινετικής κριτικής, η οποία ασκείται διακριτικά, αλλά σταθερά στα δρώμενα στο εσωτερικό της κοινωνικής κυψέλης, ο καλώς συγκερασμένος σαρκασμός λειτουργεί ως ιδεώδης Δάσκαλος ήθους. Τα δε πεζόμορφα ποιήματα, που καλύπτουν το δεύτερο μέρος της σύνθεσης, με τίτλο «Η υπερηφάνεια των κληροδοτών», σπεύδουν να υλοποιήσουν την κυρίαρχη ποιητική πρόθεση. Έτσι, ο συγκεκριμένος μικρόκοσμος, δηλαδή ό, τι   απαρτίζει τα καθέκαστα του συγκινησιακού δρώντος που κατά σύμπτωση γράφει και ο μακρόκοσμος, ό, τι πιθανότατα εκλαμβάνεται ως όλον, επικοινωνούν μέσω της λεκτικής μουσικής. Η εν λόγω πρόθεση φρονώ ότι δικαιώνεται πλήρως: η δόκιμη επινοητικότητα του υποκειμένου αναδιανέμει τις καλειδοσκοπικές πτυχές των διακριτών κόσμων του κατά τρόπο χαρίεντα, αβίαστα αμφίσημο, αλλά και ανατρεπτικό ταυτοχρόνως. Αν το πρώτο μέρος του βιβλίου, με τίτλο «Πώς σώθηκε ο Νάρκισσος», συνιστά επαρκέστατη επιτομή της δεξιοτεχνίας της Δ. Χ. Χριστοδούλου να αποφαίνεται επιγραμματικά για τη φύση των εμμονών-ειδώλων της, τότε το προαναφερθέν δεύτερο μέρος συνιστά υβριδικό επίτευγμα συνθετικής αβρότητας. Αποφεύγοντας σιωπηρώς πλην σαφώς τις μιμήσεις πράξεων, οι οποίες τελέστηκαν πανηγυρικά στα προηγούμενα βιβλία της, η ποιήτρια διερευνά με τακτ την ενδοχώρα νέων αλληλουχιών, οσμώσεων και ισορροπιών.

Γιώργος Βέης