Εκτύπωση του άρθρου

    Η εγκυρότητα του ποιητικού φωνήματος
        
                  Ανθή Μαρωνίτη, Το ακόντιο, εκδόσεις Κέδρος, 2006, σελ. 51

Κριτική του Γιώργου Βέη*

                                      «Έτσι απλά, από την καίρια στιγμή που αφανίζεται
                                        φτιάχνεται η παρουσία».
                                                                                 (Από το βιβλίο, σελ. 24)

        Πρόκειται για το πέμπτο ποιητικό έργο της Ανθής Μαρωνίτη. Προηγήθηκαν: Λίγο πριν κόψει το χαμόγελο, 1997, Ο ρυθμός ζεστός, 2000, Ξύλα υγρά, 2002 και Τρεις φωνές, 2004, όλα από τις εκδόσεις «Άγρα». Με τη λεκτική καθαρότητα και την εννοιολογική σαφήνεια, οι οποίες διέκριναν τις προαναφερόμενες καταθέσεις της στον τομέα της δημιουργικής γραφής, η ποιήτρια συνεχίζει την αναμόχλευση οικείων δεινών, επεξεργάζεται το κοινό μας μυθολογικό υπόστρωμα και ταξινομεί με νηφαλιότητα τις εμπειρίες ενός εναργούς, εξομολογητικού εγώ. Έστω παράδειγμα: «Τόσο πολλές σκέψεις για το τι και πως / Ένα παιδί κρύβεται στο βουητό τους / αμφίσημη η στάση του, σώμα αναποφάσιστο: / αρσενικές σφιχτές κλειδώσεις / στο δέρμα χνούδι κοριτσιού / Γυρίζει πάλι το όνειρο σε εφιάλτη / το έδαφος ολισθηρό / και το μυαλό φτωχό στήνει / το σκηνικό του ανείπωτου •/ στο αίμα το μελάνι ψάχνει το σφυγμό», (βλ. σελ. 24). Ανατρέχοντας στο γενικότερο κοσμικό πάθος, με στάσεις στην απώτερη φυλετική μνήμη, η γραφή πολιορκεί σχολαστικά το μυστήριο της ζωής. Η προσέγγιση της επικράτειας του άρρητου τεκμαίρεται, αντίστοιχα, εφικτή. Αυστηρά ατομικά, οικογενειακά και οικουμενικά στοιχεία συνυπάρχουν σε σχέση διαλεκτικής συναλληλίας, ενώ διάφορες πολιτισμικές αξίες, συμπεριφορές και ήθη διερμηνεύονται υπό το πρίσμα της αιωνιότητας εκείνης, η οποία εμπεριέχεται δυνάμει στην κάθε στοχαστική στιγμή.
        Εξ ου και η διάχυτη, βαθύτατα ανθρωποκεντρική απόκλιση της συλλογής. Γειώνοντας με συντακτική φρόνηση τα διαδοχικά δεδομένα στο λιτό, επαρκώς φωτισμένο διάκοσμο ενός κρίσιμου, ασφαλώς διευρυμένου παρόντος, ο λόγος επιφορτίζεται με την πρόσθετη αποστολή να εξάρει ό, τι υψηλό έχει προλάβει να παρεισδύσει στην θλιβερή καθημερινότητά μας. Η αφανής ή εμφανής πολυσημία της ειδοποιού στιγμής εκτίθεται και αναλύεται εξονυχιστικά. Αξιοποιούμενη με έκδηλη λεπτότητα, η στιγμή καθίσταται κιβωτός εκλάμψεων. Πρόκειται για το σατόρι του ιαπωνικού λογισμού. Παραθέτω ενδεικτικά: «Επιλεκτικά καθυστερεί το φως / στα πάνω φύλλα του απογεύματος / στον τυφλό τοίχο που διάφανος τώρα / τυλίγει τον ανεμοδείκτη / σε χρυσή περιστροφή / Σκοτάδι στα χαμηλά κλαδιά / Το οικείο φαντάζει ξένο / Εσένα θέλω, φως του δειλινού / να μ´ επισκέπτεσαι / που είσαι όραση και αφή / Σ´ εσένα μιλώ, ρόδινο δέρας / πριν γίνεις τρόμος τυφλός», ( βλ. σελ. 25).
      Διαπιστώνει εύκολα κανείς ότι ο μονόλογος αυτός δεν εκφυλίζεται σε μιαν ασπόνδυλη αναφορά πεπραγμένων, ανιαρών ή ασήμαντων, στην οποία είθισται να καταφεύγουν ορισμένοι ποιητές, όντας σε λειτουργικό αδιέξοδο, ούτε επαίρεται για τις δήθεν ικανότητές του να κατανοεί και να μνημειώνει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
        Η συνδιαλλαγή με τα τοπία του θανάτου υπονοεί, μεταξύ άλλων, μνήμες αρχαιοελληνικές. Η είσοδος στο ποίημα «Πρωί» είναι χαρακτηριστική αυτών των υπόγειων ανταποκρίσεων. Δηλαδή: «η αιώνια νοσταλγία των νεκρών / αιώνια τιμωρία / ανυπεράσπιστο άδικο / ούτε γνώση / ούτε θελημένη πρόθεση / Ξυπνώ και ακόμη ομίχλη / ακροπατώντας το όνειρο γλιστράει / το μυαλό σιγασμένο αδρανές / το δίδυμο ύπνος θάνατος / φρουρός της ημέρας», (βλ σελ. 41) παραπέμπει εμμέσως πλην σαφώς στην εικονονοποιία του Εμπεδοκλέους «άξεις δ’ εξ Αίδαο  καταφθιμένου μένος ανδρός». Η φιλολογική αυτή συνάρτηση εννοείται ότι τελείται σεβόμενη τον προαναφερόμενο κανόνα των ήπιων και ενδελεχών διαρθρώσεων του ποιητικού ιδιώματος. Η πείρα της συγκέντρωσης και αξιοποίησης του δομικά αναγκαίου και ικανού κειμενικού υλικού έχει φανεί χρήσιμη και στην αποδελτίωση προς τα έξω δηλώσεων του νοήμονος φυσικού περιβάλλοντος. Παραθέτω: «νωχελικές ύπουλες κινήσεις / μια ακτίνα ήλιου / ακόμη μία / με καλούν στα φυτά / όπως ο αγέρας τα πλάγιασε / ο μπενζαμίνος αγκαλιά με την καμέλια / φυλακισμένος ο χρόνος στα φύλλα», (βλ. σελ. 41 επ.). Εδώ ανακαλείται εν γένει η ποιητική εκείνη, η οποία διείδε εκασταχού εκάστοτε την φυτολογική εκδοχή της σοφίας. Πρόχειρα συγκρίνω: «Μπορούν άραγε όλοι οι άνθρωποι μαζί να πάρουν εκδίκηση για ένα φύλλο που έπεσε το φθινόπωρο;», (βλ. τις Ιδέες τάξης του Γουάλας Στήβενς, 1935).
        Με το Ακόντιο, κοντολογίς, αποδεικνύεται άλλη μια φορά η συνειδητή προσήλωση της Ανθής Μαρωνίτη στην οργάνωση μιας αποτελεσματικής ποιητικής μηχανής, η οποία αποφλοιώνει την ύλη της αντικειμενικής πραγματικότητας, χωρίς να την ευτελίζει.
                                                                               * Ο  Γιώργος  Βέης είναι ποιητής