Ανθολογεί η Άννα Γρίβα© Poeticanet
Άννα Αμπατζόγλου, Εγκαταλείψεις, Εκάτη, Αθήνα 2025
Αλίκη
Πάνε είκοσι χρόνια από τότε
που επέστρεψε στη θέση του
το εικοσιτετράωρο
Απλώνει τα πόδια στον καναπέ
– αϋπνία ψηλός πυρετός –
το κεφάλι έξω απ’ τ’ όνειρο
Το άλλο πρωί το ξυπνητήρι χτυπάει
στην ίδια πλευρά του δωματίου
η κούπα είναι κούπα
ο καθρέφτης καθρέφτης
Ξύνει με το σπασμένο νύχι της
πίσω απ’ τον τοίχο πάλι τοίχος
τ’ άπλυτα στοίβα στον νεροχύτη
Η πρώτη ρυτίδα διπλώνει κάθετα
το μέτωπο των αναστεναγμών
– Με ξεχάσατε, Lewis –
Τώρα που κλείσαν τα περάσματα
η Κόρη άχρονη εκτοπισμένη
στεφανωμένη την ωραία
τρέλα του καλοκαιριού
Κι είναι όλα τόσο ευθύγραμμα εύτακτα
ασφυκτικά στοιχισμένα στο πάνω ράφι
με τις παιδικές κουβέρτες
Μένει μόνο η μικρή φωτογραφία
– αγκαλιά με τον λαγό και το ρολόι τσέπης –
αμυδρή ανάμνηση μιας εποχής θαυμάτων
Ἰδού, ὁ Ἄνθρωπος
Ιδού, ο Νυμφίος ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς…
Σάρκινος έρχεται
κεραυνός εν αιθρία έρχεται
σκίζει πέπλα φωτός τους αιώνες
Κάθεται στον σταθμό Ομονοίας
στα σκαλιά με τα πρεζάκια
μιλάει τη γλώσσα των τρελών χαϊδεύει
τη γούνα ψωριασμένων σκύλων
Ιδού, ο Νυμφίος, ο υιός του Ανθρώπου
μαζεύει τρυφερά το αίμα αποξασμένης μήτρας
ασπάζεται τα γόνατα πεσούσης γυναικός
«Κι εγώ πονάω μαζί σου, αγαπημένη!»
Τον είδα να τριγυρνά στα ερείπια της Πελεσέτ
γύρω απ’ το κεφάλι του ούρλιαζαν οβίδες
παιδιά χωρίς χέρια του φίλαγαν τα πόδια έσκυβε
τα έκρυβε κάτω από διαρρηγμένα ιμάτια
Ιδού, ο Νυμφίος γίνεται ολάκερος αυτί
διαβάζει τα βουβά χείλη του αυτόχειρα
καταβυθίζεται στο σκοτάδι του ξανά
και ξανά, εις σάρκα μία, ο Άνθρωπος.
Άννα Βασιάδη, μικροί πόλεμοι, εκδόσεις Συρτάρι, 2025
Τα χέρια
έχουν δική τους ζωή.
Πότε ανοίγουν και κλείνουν
‒γραπώνουν.
Κι άλλοτε κρέμονται.
Τα δικά μου σκοτώνουν κουνούπια
ή σχηματίζουν κούπες να ποτίσουν
διψασμένα ζώα.
Τρίβουν, στύβουν·
σταυρώνουν και σταυρώνονται.
Τις νύχτες τα φυλάω
κάτω απ’ τους γοφούς μου
μην τύχει και το σκάσουν.
***
Μεγάλη Παρασκευή
σήμερα
ένα ασθενοφόρο τρέχει
απ’ την αντίθετη κατεύθυνση
ένας κουρασμένος άντρας στο αυτοκίνητο
δίπλα μου
γνέφει στον ικέτη που στέκεται στο φανάρι
να του δώσει ένα τσιγάρο
μοβ ανθάκια
ραντίζουν τα κράσπεδα
ατίθασα μικρά πουλιά
γαντζωμένα στα κάγκελα
μας παρατηρούν.
Ακόμα και στην τσιμεντένια
ζωή
υπάρχει
σπόρος.
Αν υπάρχει θυσία/
υπάρχει αγάπη
Αν υπάρχει αγάπη/
υπάρχει θυσία
Αριστέα Ευαγγελούση, Ελευσινάδε, Αποστακτήριο, 2025
Ο ΦΡΑΝΣΙΣΚΟ ΓΚΟΓΙΑ ΑΠΟΛΟΓΕΙΤΑΙ
mens rea1
Είπαν πως ήταν η πρώτη φορά που η τέχνη είχε μιλήσει
τόσο έντιμα για τον πόλεμο
στα τέλη του 18ου αιώνα
ο ευνοούμενος της βασιλικής αυλής
Φρανσίσκο Γκόγια θα άφηνε το ανόητο Ροκοκό
και τα στρουμπουλά αγγελάκια τυλιγμένα στα σύννεφα
για να αποτυπώσει τις προτεταμένες ξιφολόγχες
του ναπολεόντειου στρατού έναντι των επαναστατών της
Μαδρίτης.
Χρόνια μετά οι κριτικοί θα χαρακτήρισαν το έργο «επανάσταση»
ως προς το ύφος, το αντικείμενο και την πρόθεση.
Ίσως κάπου μακριά σε κάποιο σύννεφο λιγότερο αγγελικό
να απολογείται ο Φρανσίσκο που μοναδικός σκοπός της
ελαιογραφίας
ήταν να επανακτήσει τη χαμένη εύνοια του βασιλιά της Ισπανίας
μετά την οπισθοχώρηση των Γάλλων.
Είναι γεγονός πως οι «επαναστάσεις» κάποιες φορές χρειάζονται
λιγότερο αίμα και περισσότερη μαεστρία.
1 Ένοχος νους
Φρανσίσκο Γκόγια / 3η ΜΑΪΟΥ 1808
ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ ΣΥΛΒΙΑ
Ας είναι τώρα η καρδιά σου μια ήρεμη λίμνη
να τσαλαβουτούν οι πατούσες των παιδιών σου.
Πάλλευκο το χιόνι στους νιπτήρες
αργοσταλάζουν όλα πριν το ξεχείλισμα
έτσι μου είπες ένα βράδυ πίνοντας dry στη Βοστώνη.
Κι αναγνωρίζω σε εσένα
μια μια της παράνοιας όλες τις αποχρώσεις
σαν λόγος προφητείας που έπρεπε να εκπληρωθεί
έτσι το είδες.
Οι αγκώνες σου λίγο λίγο γδύνονται απ’ το σώμα,
τα χέρια που τότε τολμήσαν
τώρα λιπόσαρκα ραγίζουν γύρω απ’ τον «γυάλινο κώδωνα»
πάνω απ’ τη στρόφιγγα του γκαζιού
εισπνέεις υπολείμματα της ποίησής σου.
Ένας ακατάληπτος μονόλογος
απ’ τους ψυχρούς λευκούς θαλάμους
νομίζω σ’ ακολούθησε,
οι λέξεις του φλογισμένα κεριά που ψέλνουν
γύρω απ’ την τρύπα του ορθάνοιχτου στόματος.
Αλίμονο σ’ όσους με τρόμο τώρα θα τρέξουν να σβήσουν τη
φωτιά.
Θωμάς Ιωάννου, Ανοιχτή ημερομηνία, Πόλις, 2025
ΕΚΔΡΟΜΗ
Φωτογραφία από μονοήμερη
Επάνω σε κανόνι
Θα ’μαι δε θα ’μαι 12
Στο Μεσολόγγι Μάιο
Στον Κήπο των Ηρώων
Φρεσκοσιδερωμένος απ’ τη μάνα μου
Ακόμα να με τσαλακώσει η ζωή
Στα βήματα του Μπάιρον
Άπειρος Χώρα μάς περίμενε
Πατώντας έδαφος στην Πρέβεζα
Το χαλασμό της στο πετσί μας ζήσαμε
Εκείνος αιμομίκτης και ακόλαστος
Εγώ καλό παιδί ακόμα
36 κανονιές όσα τα χρόνια του
Όταν κακός αέρας φύσημα του έδωσε
Την παιδική μου ηλικία τρεις φορές
Στέλνοντας στα ουράνια
Σε τέτοια λειψανδρία ούτε ήρωες
Μήτε στο βάθος κήπος
Μονάχα λιμνοθάλασσα κλειστή
Να περισσεύει το αλάτι
Και ούτε λόγος πια για έξοδο
Χάνοντας πόντο πόντο έδαφος
ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΑΒΙΛΗ
Άραγε πόσοι ξέρουνε
Που κάθονται αμέριμνοι εδώ
Και πίνουν το ποτό τους
Πως ο Μαβίλης ήταν Γαριβαλδινός
Πολέμησε με πνεύμα και με σώμα
Κι έπεσε στης Ηπείρου τα βουνά
Στη θέση Δρίσκο στους Βαλκανικούς
Τώρα μια σήραγγα στην Εγνατία
Έχει τ’ όνομά του
Τούνελ μακρύ τρυπώντας τα βουνά
Βγάζει στο φως
Κορίτσι με το ρυθμικό σου πρόσωπο
Σονέτο του Λορέντζου
Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει όπως έλεγε
Και θέλω όλα να σ’ τα πω
Και να σ’ τα κάνω
ΦΩΤΕΙΝΗ ΚΑΠΕΛΛΑΚΗ, ΠΡΟΧΕΙΡΑ ΘΑΜΜΕΝΟ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΥΠΝΙΟ, 2025
ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
Να έρθω μαζί σου θέλω απόψε, θηρίο.
Τα μαλλιά μου εκτείνονται στις λεωφόρους
τρέχουν σαν λύσεις ποταμών,
θρόμβοι αίματος παλιννοστούντων στις αρτηρίες της πόλης
νυκτόβια πτηνά γεννούν τ’ αυγά τους στο μυαλό.
Βαραίνει και περισσεύει το άναρχο χέρι του φόβου
υπερβάλλει καλύπτοντας το φως των μουσείων,
το είδωλο από μέσα σε αποχαιρετά
μάρμαρο κομμένο στα ίσα το φιλί του.
Να έρθω μαζί σου θέλω απόψε, θηρίο.
Πλατεία Αμερικής οι ανθοπώλες στη βιτρίνα
κυκλάμινα οι λυγμοί τους καταλήγουν.
Καθώς στην καταιγίδα μπαίνεις μαινόμενος
να σκοτώσεις τους νεκρούς σου.
Σε μαθαίνω απ’ την όψη του τραύματος στα χείλη
απ’ την ένδοξη σελήνη στο βλέμμα,
στους αστραγάλους μου κόβεται η ζωή
τα χρόνια καρφιά έγιναν απόψε,
βροχή που χτυπάει το τζάμι και σε υπνωτίζει.
Μαύρο νερό σκεπάζει τους άξονες της πόλης
κι απ’ το Βερολίνο ως την ιστορική Αθήνα
σε ακολουθώ
ώσπου να έρθει εκείνη η ώρα ξανά να σε γεννήσω, θηρίο.
Τον βρυχηθμό σου δεν θα φοβηθώ,
οδό Μηθύμνης και Πατησίων γωνία
θα σ’ εγκαταλείψω.
Θα σε φυγαδεύσουν οι γλώσσες των αστέγων,
θα σε πουλήσουν βρέφος στους αγγέλους,
μέρα Χριστουγέννων.
ΙΚΑΡΟΣ, Η ΠΤΩΣΗ
Ένα γεράκι καρφωμένο στον ορίζοντα
με ορθάνοιχτα φτερά.
Σαν άλφα στερητικό. Μια εμφάνιση εκκωφαντική,
σχεδόν πομπώδης.
Ανεβαίνει ψηλά, όλο και πιο ψηλά,
το φτέρωμά του σκορπίζεται στο έδαφος.
Τι ξεγύμνωμα κι αυτό!
Βαθύ κάθισμα και πέφτει.
Άραγε ο ήλιος καρατομήθηκε από εκείνον τον Έλληνα,
τον Ίκαρο;
Στο σκοτάδι τα χέρια μου αργοπορούν.
Βλέπεις, ν’ αγγίξω τα μάτια σου ήθελα
να διαπιστώσω αν συνεχίζεις να με κοιτάζεις.
Ξημερώνει και πάλι,
μια σιωπή μεγάλη σαν γέννηση μας συνέχει.
Ακόμα λυπάσαι για τον Ίκαρο; Σκέφτεσαι
ότι θα μπορούσε
να ήταν γιος μας. Καταλαβαίνω,
ποιος θα ήθελε ένα παιδί μικρογραφία του εαυτού του
ένα παιδί που ζυγίζει ελάχιστα,
όσο το βάρος της καρδιάς ενός γερακιού;
Παναγιώτης Κερασίδης, Ασωτία, Εκδόσεις Καστανιώτη 2025
ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ;
Είναι δυνατόν ο θάνατος ενός ανθρώπου
να κλείνει το μάτι στον χρόνο του ποιητή;
Είναι δυνατόν ο θάνατος ενός ποιητή
να διευρύνει τον χώρο και τον χρόνο του ανθρώπου
που αποφάσισε να θέσει τέρμα στη ζωή του;
Είναι δυνατόν η ποίηση να δένει τα χέρια και τα πόδια
στο παιδί που θέλει να παίξει και να τρέξει με την μπάλα στο κενό;
Είναι δυνατόν η ποίηση να χειραγωγήσει την ήττα μας;
Είναι δυνατόν η ποίηση σήμερα να λύνει και να δένει;
Να ορίζει δηλαδή το καλό και το κακό;
Να μουντζουρώνει αυτό που πέρασε
και να κρύβει αυτό που έρχεται;
Παρωδία νόστου
να επιστρέφεις με φουσκωμένα πανιά
χωρίς κατάρτι σάρκας
στον τόπο όπου εξοστρακίζεται
η σφαίρα του πόθου στην αφιλόξενη αγκαλιά της ποίησης
και αναμοχλεύεται η γεωγραφία του ονείρου
από τα νύχια του καθενός
που ορκίζεται ότι είναι κάποιος.
ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ
Αεικίνητο κυπαρίσσι που ήσουν κάποτε.
Ζώο και άνθρωπος.
Ορκισμένος εχθρός του απόλυτου πένθους.
Αφομοιώνοντας τη ροή των μελισσών στη γλώσσα
με το σάλιο της λύπης και τα δόντια της μνήμης.
Ταΐζοντας μέρα και νύχτα την ασωτία
που συνεχίζει να σε τρέφει
και δυναμώνει την ανάγκη του νόστου για νέα πατρίδα
χωρίς συντρόφους, χωρίς έρωτες να σε συγκρατούν
στα ανθισμένα βράχια των Κυκλάδων, της Μάνης, της Ηπείρου.
Περαστικός που ξέμεινες γυμνός
να ποτίζεις αγριολούλουδα.
Να τα ποτίζεις με το αίμα σου.
Με τους χυμούς της γλώσσας
να στάζει τους όρκους της.
Να στάζει τους πόνους της
ανυπόμονο ζώο που θυμάται.
Ζώο άσωτο που περιφέρεται γύρω από τον εαυτό του
μέχρι να βρει την ευθεία του.
Να το συνθλίψει η αθανασία του.
Ελένη Κοσμά, Ιστορία ενός καβοδέτη, εκδόσεις Πόλις, 2025
ΠΟΥΠΟΥΛΟ ΑΛΑΛΟ
Την πρώτη μου λέξη την άγγιξα πιτσιρίκι,
ήτανε κολλημένη σαν πεταλίδα
στην πρυμάτσα ενός εμπορικού.
Την πέταξε ο ναύτης απ’ το κατάστρωμα
και παρακολουθούσα πότε θα ξεκολλήσει,
με πόσο πάταγο
θα σκάσει στα πόδια μου.
Είδα ανθρώπους να βουλιάζουν
από το βάρος των λέξεων,
καπετάνιους και σφουγγαράδες.
Ήταν ένας κάποτε
βουτούσε κι έβγαζε σφουγγάρια δέκα χρόνια,
έπειτα βγάλαν πόδια τα σφουγγάρια
τον κυνηγήσαν και τον έπνιξαν.
Δέρμα, κόκαλα και φλέβες
τα κατάπιαν όλα
κι από τους ανοιχτούς τους πόρους έσταζαν λέξεις –
έσταζαν και χύνονταν στο έδαφος,
όπως τα εντόσθια των ψαριών όταν τα ξεκοιλιάζουν –
όλες οι λέξεις που είχε πει και όσες είχε φανταστεί
και κάποιες ακόμη που δεν ήξερε πως υπάρχουν,
μέχρι που έμεινε
η σάρκα και τα κόκαλα·
ένα πούπουλο άλαλο.
Λένε πως ακόμη τα βράδια βουτάει στη θάλασσα
και μέσα από τα στεγνά του χείλη ακούγεται
ένα παλιό τραγουδάκι:
«κάνω κύκλους στον αέρα
και τις λέξεις μου σκορπώ
τις σκορπώ και τις ποτίζω
με αλάτι και ιδρώτα
ίδιες λέξεις κάθε μέρα
με βροχή και με ιδρώτα
τις σκορπώ και τις μαζεύω
απ’ τα βράχια και απ’ την ξέρα
τις σκορπώ και τις δωρίζω
κι όλο αργεί για μένα η μέρα»
ΜΗΛΑ
Ο ξένος στηρίζεται
στα πέλματα των ποδιών του,
καθαρίζει ένα μήλο
κι η γη μοιάζει με μήλο
στα χέρια του.
Καθώς τον βλέπω σκέφτομαι
μια παλιά ιστορία:
όταν βυθίστηκε στην Εύβοια
το ατμόπλοιο Χειμάρρα
που πριν ονομαζόταν Χέρτα
τριάντα έξι πολιτικοί κρατούμενοι πνιγήκαν
και γλίτωσαν την εξορία.
Κανείς δεν ξέρει τι θα του ξημερώσει.
Κανείς δεν ξέρει πόσα μήλα τού μένουν να καθαρίσει.
Κασσιανή Μαρτινάκη – Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, στη γη του ανέμου, Κυβέρτι, 2025
Ο άνεμος λέει...
Πνοή τρίτη
Πίσω απ' το τρίξιμο της πόρτας εγώ κρύβομαι
πίσω απ' τη σκόνη που γυρίζει κι ανεβαίνει
εγώ σηκώνω τα πουλιά μου ως τα σύννεφα
εγώ την κάθε τους φωνούλα ταξιδεύω
γιατί είμαι πάντα πίσω από την «καλημέρα» σου
πίσω απ' τα γέλια, τα πειράγματα στο τάβλι
πίσω απ' το κλάμα του μωρού τρεις το ξημέρωμα
και της μανούλας το παλιό γλυκό τραγούδι.
Φυσώ κι αλλάζω τον καιρό· η διαδήλωση
σ' εμένα βρίσκει τον παλμό της και θεριεύει
εγώ χαϊδεύω τις χορδές
τα τουμπερλέκια τους
για της ζωής την ομορφιά
τραγούδια γράφω.
Η γη λέει...
Φωνή τρίτη
Ανασαίνω τη χλόη αργά, ξημερώνω
αγκαλιάζω το κύμα σφιχτά, τ' απιθώνω
σε παλάμες υγρές, σε λευκές αλυκές.
Στα σπίτια η πέτρα, η ώχρα κι ο ασβέστης
στα χέρια πηλός και μορφή και λαγήνι
στο διάβα σου μάρμαρο, πέτρα και μνήμη.
Στον σπόρο το στρώμα, ζεστό και υγρό
φωλιά για τ' αγρίμι, κοιλαίνω, σκεπάζω
στο βήμα η σκόνη, διαβάτες γεννώ.
Στην ύλη μου οπές, να περνάς να θεριεύεις
τραγούδια να γράφεις, ψιθύρους να σέρνεις
το σώμα στον ήχο σου, στη σάρκα μου πνεύμα.
Μάνια Μεζίτη, Τον ελέφαντα είδαν πρώτα, Κουκκίδα, 2025
Είχε έναν μίσχο στη θέση της ψυχής της η Μαρία. Αρκούσε μια βόλτα στον Υμηττό για να το καταλάβεις. Τον πότιζε απ’ το πρωί ως το βράδυ. Τη νύχτα τον ησύχαζε. Παρά το ρέον υγρό, ο μίσχος δεν μεγάλωνε. Παρέμενε μικρούλι, λιλιπούτειο θαύμα. Η Μαρία σφύριζε ελάχιστα το σίγμα. Το ‘κανε με τόση ακρίβεια που αναγκαστικά περίμενες την επόμενη φράση με λαχτάρα. Σε κοίταζε με νόημα, οπότε σου πέρασε απ’ το μυαλό μήπως κλέβει τις λέξεις σου. Επειδή όταν της μιλούσες περιέγραφε εκείνο το κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες αλλά καμία ίδια.
***
Μικρή σε έστελναν για ύπνο λέγοντας πριν κοιμηθείς, κάνε την προσευχή σου. Δεν γνώριζες τι λένε οι άνθρωποι στις προσευχές. Κανένας δεν μιλάει δυνατά όταν προσεύχεται. Ξάπλωνες στο κρεβάτι, σταύρωνες τα χέρια, συγκεντρωνόσουν στον φανταστικό θεό σου, κράμα από αγιογραφίες και παιδικά οράματα. Έμοιαζες υπερβολικά ανόητη. Στο δικό σου παιδί δεν είπες τίποτα. Δεν το προέτρεψες να κάνει προσευχές. Μεγάλωσε, έφυγε απ’ το σπίτι. Τα βράδια κάνεις ένα πείραμα: προβάρεις άγνωστα εδάφια. Τα απαγγέλλεις από στήθους.
Γιάννης Ξέστερνος, ποδήλατο με αερόσακο, Ιωλκός, 2025
HABEMUS ΠΟΔΗΛΑΤΟ
Και habemus ποδήλατο.
Ας καβαλήσουμε το habemus
όχι το ποδήλατο
σαν ιλιγγιώδη παιδιά
με κατάφωρη φαντασία.
ΑΥΤΟΦΩΤΟΣ
Πατέρα, με θωρείς;
Είμαι από την άλλη πλευρά
εκεί που μ’ έστειλες
ζωσμένος στις φλόγες
φώτισα τη νύχτα.
Δεν μπορεί να προσποιείσαι
ότι δε με θωρείς
όσο μακριά κι αν είμαι
όσες στάχτες επιμελώς
κι αν ρίχνεις στα μάτια σου.
Βασίλης Δ. Παπαβασιλείου, Εφεδρείες, Ιωλκός, 2025
ΜΗΤΕΡΑ
Ένας βλαστός που ανθίζει
είναι του χθόνιου
κι ανήλιαγου βολβού
η μονάκριβη αιθρία.
ΕΦΕΔΡΕΙΕΣ
Τελικά χωρίς μάχη αποσύρθηκε
το εξαντλημένο Σώμα.
Άλιωτο χιόνι σωρεύεται
στα βαθιά χνάρια της καθήλωσης
περίλυπο ξεφύσημα σκουριάς περιζώνει
τα μνημεία των θριάμβων.
Και τώρα η οδυνηρή είδηση
για άγνωστες εφεδρείες ιλαρού φωτός
και υπερεκτίμηση των συμπληγάδων ίσκιων
το φοβερό μαντάτο για υπόγειους υδροφορείς
κάτω απ’ τους ρωγμώδεις
υπεραντλημένους ορίζοντες
διαπερνά το κορμί με την ανατριχίλα
του ανεπανόρθωτου τετελεσμένου
ενώπιον των στρατοδικών
ερινυών.
Αλέξανδρος Πλατανιώτης, Άνθη που σκάλισε ο ουρανός, Νεφέλη, 2025
Η΄
ΝΕΑΡΗ ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ
Νεαρή μου αιχμάλωτη, μικρή γλυκοφιλούσα
τ’ όστρακο του σώματός σου τραγουδά τον άλλο εαυτό
μια ψυχή που πεθαίνει στην αγκαλιά του χειμώνα
ρημαγμένη απ’ τη βοή και τον ίλιγγο των αισθήσεων
σαν ρόδο που το μάδησε ο πόλεμος.
Σκύβω πάνω απ’ το κορμί σου
κ’ οι ρώγες σου απόρθητες με αρνούνται
απόρθητες σαν των μαργαριταριών τη νιότη.
Είναι το δέρμα σου ένας φθινοπωρινός αγρός
με τον γινωμένο καρπό της μελαγχολίας
κι ο λαιμός σου η ανάμνηση
της ραγισμένης μου γύμνιας.
Οι γλουτοί σου σαν τριαντάφυλλα νεαρά
υγροί απ’ την πρωινή δροσιά της θνητότητάς σου
και το βλέμμα σου χάνεται
σαν όμηρος των γαλάζιων σκέψεων.
Νεαρή μου αιχμάλωτη, μικρή γλυκοφιλούσα
τα χείλη σου έκλεψαν τη σιωπή των πηγών
τα χείλη σου έκλεψαν την ηχώ του ονόματός μου.
ΙΑ΄
ΟΦΗΛΙΑ
Εγκλωβισμένος μες στην κύκλια αγωνία μου
αφουγκράζομαι τα πένθιμα χορικά των δασών
καθώς η Οφηλία
ζητά την αγάπη της μες στα άγρια νερά του ποταμού
το εύνοστο νυφικό κρεβάτι του θανάτου.
Ακούω τον γαλάζιο ρόγχο καθώς τον παρασέρνει ο αέρας
κι ακούω και τ’ όνομα εκείνου που τη χάλασε
ν’ αντιδονεί στα βράχια σαν τρομακτικό παραμύθι.
Κι ο αφρός των κυμάτων την ντύνει με της παρθένου το φόρεμα
κ’ η ηχώ του έρωτά της θροΐζει γλυκά τα φύλλα.
Άνθη γαμήλια στολίζουν το μέτωπο της εφηβείας
και το επιθαλάμιο ηχεί από μουσικό κουτί κουρδισμένο
που κρατά στα παιδικά χέρια.
Άντρο σπαρμένο με κοχύλια την περιμένει
στο τέλος της υδάτινης πομπής⋅
σπήλαιο ενός παρελθόντος για το οποίο ποτέ δεν μετάνιωσε.
Ξανά τον Άμλετ θα ερωτευόταν.
Ξανά στα χέρια του
σαν περιστέρα θα ξεψυχούσε.
Κώστα Σιαφάκας, Γιατί δεν πλησιάζει κανένα πουλί στο χέρι του αγάλματος, Σμίλη, 2025
Ένας ποιητής με ρώτησε τι σχέση έχω με την ποίηση
«Ευτυχώς καμία» του απάντησα
Και συνεχίσαμε να ψαρεύουμε
Στην όχθη ενός ξερού ποταμιού
Σκυφτοί με τα αόρατα καλάμια μας
Τότε πέρασε ένα χελιδονόψαρο
Που δεν είχε καμία σχέση με το ποτάμι
Αλλά δεν ήξερε άλλο δρόμο για τη θάλασσα
Εγώ το κοίταζα
Το κοίταζα με απορία
Ο ποιητής το καβάλησε
Και πνίγηκαν μαζί στον ουρανό
Τοπίο
Άγρυπνη νύχτα
Θάλασσα κόκκινη
Βάρκα στη στεριά
Αναποδογυρισμένη
Σκεπάζει το ακέφαλο άγαλμα
Που δείχνει –ίσως νομίζοντας πως πρόκειται
Για τη χαμένη κεφαλή του–
Την πανσέληνο
Νίκος Ψαρινόπουλος, Μόνο το φίδι αλλάζει δέρμα, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2025
Ισφαχάν
Αγκάθι αχινού στη φτέρνα
δε λέει να βγει
κρύβεται στο σκοτάδι
βαθιά πληγή
Χύμα καπνός και τσίπουρο
του Γκόρπα στίχοι εκλεκτοί
η μουσική του Ισφαχάν
της μνήμης παρανάλωμα
Ξύνει την πληγή η απόμακρη φωνή
παιδιά που παίζουνε κουτσό
σε καταφύγιο κλειστό
χάνει τα άκρα της η παιδική χαρά
Σε στάχτες σκόρπισα τον χρόνο
λεπτά χαρτάκια έκοψα το ποίημα
τύλιξα το τσιγάρο να καεί
όπως με μύησες εσύ
Του φιδιού το δέρμα
Τα νεαρά χαμόγελα
στις φωτογραφίες
μου προκαλούν ίλιγγο
— δαγκώνει ύπουλα η μνήμη.
Αδυνατώ να θυμηθώ
αν πράγματι υπήρξα
όπως ήμουν.
Τακτοποιώ τις φωτογραφίες
στο οστεοφυλάκιο της λήθης
με χρονολογική σειρά.
Ματώνει το βλέμμα
σκίζεται η ξερή μου αίσθηση.
Μόνο το φίδι αλλάζει δέρμα.
Ημ/νία δημοσίευσης: 24 Απριλίου 2026
- ΣΤΕΦΑΝΟΥ, ΛΥΝΤΙΑ
- BELLI, GIOCONDA
- COLLINS, BILLY
- ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ
- ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ
- ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΟΝΕΤΟΥ
- ΒΑΡΒΕΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
- ΒΕΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ
- ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ, ΧΑΡΗΣ
- ΙΣΑΡΗΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
- ΚΑΡΟΥΖΟΣ, ΝΙΚΟΣ
- ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ, ΘΑΝΑΣΗΣ
- ΜΗΤΡΑΣ, ΜΙΧΑΗΛ
- ΠΑΛΑΜΑΣ, ΚΩΣΤΗΣ
- ΡΟΥΜΑΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ
- ΛΑΓΙΟΣ, ΗΛΙΑΣ
- ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ
- ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ Η ΣΕΛΗΝΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ.
- ΟΙΚΟΣ & ΠΟΙΗΣΗ
- ERICH FRIED
- JATTIN GOMEZ, RAUL
- JUARROZ, ROBERTO
- ROTHENBERG, JEROME
- SEXTON, ANNE
- ΓΟΝΑΤΑΣ, Ε.Χ
- ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ
- ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΒΕΓΓΑΛΗΣ
- Ποιητές του περιοδικού AutreSud
- ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
- ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ
- NOVAC, ANDREI
- Βάλια Γκέντσου, Παραμύθια ανάποδα (Θεμέλιο, 2020) ΩΣ ΑΓΑΠΗΤΑ ΤΑ ΣΚΗΝΩΜΑΤΑ ΣΟΥ* Τα μεσημέρια στο σπίτι κυλούσαν αργά σαν μεγάλα ποτάμια ο βυθός παγίδευε τις βεβαιότητες Πήγαινα και καθόμουν στο πίσω μέρος μιας άδειας εκκλησίας σ
- ΒΛΗΣΙΔΗ, ΕΛΕΝΗ
- ΚΑΤΣΑΜΠΗ, ΣΤΕΛΛΑ
- ΛΟΥΚΙΔΟΥ, ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ
- ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ
- ΠΕΡΙ ΖΩΩΝ ΓΛΩΣΣΑΣ
- ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ
- ΣΙΔΕΡΗΣ, ΝΙΚΟΣ
- ΤΙΜΟΘΕΟΥ, ΑΝΤΡΕΑΣ
- CALLEJON, BEGONIA
- NOVAC, RUXANDRA
- ROFFÉ, MERCEDES
- WILMS MONTT, TERESA
- WILMS MONTT, TERESA
- ΖΝΤΡΑΒΚΑ ΜΙΧΑΙΛΟΒΑ
- ABRUTYTE, NERINGA
- AKHMATOVA, ANNA
- ALTOLAGUIRRE, MANUEL
- AMIRTHANAYAGAM, INDRAM
- ...Δείτε περισσότερα