Εκτύπωση του άρθρου
 

Χαρτογραφία. Γέφυρα ;

του ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΑΓΡΑΦΙΩΤΗ

 

Στη διάρκεια του Φεστιβάλ Ποίησης της Lodeve είχα την ευκαιρία να συναντηθώ με τον Yves Broussard, Λογοτεχνικό Διευθυντή του περιοδικού «L¢  autre Sud» που διαδέχθηκε το περιοδικό «Les cahiers du Sud» (1998). Τα δυο περιοδικά (το δεύτερο σ´όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα) στόχευαν να κινητοποιήσουν τους ποιητές του Νότου της Γαλλίας, με αφετηρία την πόλη των Φωκαέων, Μασσαλία.  Βέβαια δεν αποκλείουν ποιητές από άλλες περιοχές της Γαλλίας,  ωστόσο προσπαθούν να «αντι-παρατεθούν» με το Παρίσι.  Είναι γνωστό ότι το γαλλικό κράτος και η γαλλική ζωή (λογοτεχνική, πολιτική, καλλιτεχνική …) είναι υπερβολικά εστιασμένη στην πρωτεύουσα. Η ιστορία είναι παλιά και πολύ σύνθετη.  Δύσκολο να τη συνοψίσουμε ! Το περιοδικό «L´  autre Sud» αφιερωμένο στην ποίηση, στηρίζεται σ¢ ένα δίκτυο ποιητών που είναι οργανωμένοι σε ομάδες, σε πολλές πόλεις της Νότιας Γαλλίας και  προσπαθούν να λειτουργούν ως ένα σύνολο οργανωμένο ή τουλάχιστον συντονισμένο, σχεδόν σαν πολιτική οργάνωση .  Όπως μου εξήγησε ο Y. Broussard, ύστερα από μια στρογγυλή τράπεζα για το μέλλον της ποίησης σε σχέση με τις τέχνες και τις νέες τεχνολογίες, το περιοδικό θα ήθελε να παρουσιάσει ένα πρώτο πρόσωπο της σύγχρονης  ποιητικής (Ελληνικής) παραγωγής.  Το περιοδικό είχε ήδη παρουσιάσει έργα του Ελύτη, Σεφέρη και Ρίτσου.  Είναι καιρός λοιπόν να δειχτεί η πρόσφατη ποιητική συγκομιδή.  Το περιοδικό αφιερώνει ειδικά τεύχη σε χώρες (π.χ. Βραζιλία, Ρουμανία) και θα ήθελαν να διαμορφωθεί ένα τεύχος για την Ελλάδα.  Σαν ανταπόδοση, η Ελληνική πλευρά θα έπρεπε να παρουσιάσει ποιητές από το δικό της δίκτυο.  Έτσι δημοσιεύονται  εδώ τα ποιήματα των : 1) Marie- Claire Banquart 2) Gerard Bluα 3) Yves Broussard 4) Francoise Donandieu 5) Joelle Gardes 6) Daniel Leuwers 7) Jacques Lovichi 8) Bernard Mazo 9) Jean Poncet 10) Frederic- Jacques Temple 11) Jean- Max Tixier 12) Andre Ughetto ελπίζοντας ότι ένας  πρώτος διάλογος θα μπορούσε ν¢ αρχίσει ανάμεσα στους ποιητές των δύο ιστορικών σημείων-περιοχών της λίμνης της Μεσογείου.

Ευχαριστίες εκφράζονται στον Ιωσήφ Βεντούρα για την ολόπλευρη στήριξη του όλου εγχειρήματος. Επίσης ευχαριστίες  εκφράζονται στους Έλληνες μεταφραστές για την ενθουσιώδη συνεργασία τους και στην Michele Valley για τις κριτικές  της παρατηρήσεις.

 

Δημοσθένης Αγραφιώτης

 

 

GERARD BLUA  

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΑΓΟΥΛΑΣ

 

Γεννήθηκε στη Μασσαλία το 1945. Μεγάλωσε σ’ ένα πολύ μεσογειακό, ελληνικό και ιταλικό περιβάλλον. Σπουδές: φιλοσοφία, κλασική φιλολογία και ψυχολογία.Έχει δημοσιεύσει από το 1974 σχεδόν σαράντα έργα ανάμεσα στα οποία τα: Etre Moi (1975), Poétique du Beau (1976), Qui me tuera ? (1979), Amniotiques (1992) και Mot à Mot (2000), την προσωπική του ανθολογία.Ο Tristan Cabral τον περιέλαβε στους 65 ποιητές της Ανθολογίας ποιητών του Νότου, από το 1914 ως το 1984. Επίσης, αναφέρεται από τον Robert Sabatier στην Ανθολογία της γαλλικής ποίησης.Έχει δημοσιεύσει σε πολλά γαλλόφωνα περιοδικά ποίησης και σε μετάφραση σε περιοδικά του εξωτερικού. Έχει στο ενεργητικό του πολλές δημοσιογραφικές δουλειές ως χρονικογράφος και αρθρογράφος σε εφημερίδες, περιοδικά, επιθεωρήσεις. Έχει εκπροσωπήσει τη Γαλλία στο εξωτερικό σε πολλές περιπτώσεις από το 1977: Κεμπέκ, Κεντρική Αμερική, Δυτική Ευρώπη, Βαλκάνια, Μαγκρέμπ.Ίδρυσε το 1982 τις εκδόσεις Le Temps Parallèle. Στους καταλόγους του συναντάμε: Eugène Guillevic, Tahar Ben Jelloun, Michel Butor, Tristan Cabral, Jacques Gaucheron, Norge. Το 1990 δημιουργεί την εκδοτική ομάδα Autres Temps, στη συνέχεια, το 1998, ιδρύει το ποιητικό και λογοτεχνικό περιοδικό Autre Sud και τέλος, το 2002, το τριμηνιαίο περιοδικό για τον πολιτισμό και την ψυχαγωγία, Pourtours magazine.

 


Η αμφιβολία είναι απότιση
τιμής στην ελπίδα
.
                    Λωτρεαμόν

 

  I

Αλέθω τη νεκρή άμμο
Των άσκεπτων Πάτερ ημών
Υφαίνοντας την ανυπομονησία
Του χιτώνιου του Νέσσου

Περιφράσσω τη χλωμή του βεβαιότητα
Των ακατέργαστων ηλίων
Κουρεύοντας το γρασίδι που αρέσκεται
Σε ερωτήματα βαθιά ριζωμένα

Κόβω το λεπτό νήμα
Της μακρινής πνοής
Που προσφέρει σε κάθε ζωή
Η ιστορία των ανθρώπων


II

Πιστεύω
Μέχρι τα τρίσβαθα μιας απίθανης σάρκας
Κεντημένης από την επιτακτικότητα και το παρόν
Ότι η γέννηση δεν είναι είναι παρά ύπαρξη
Η απαρχή κάθε πράγματος

Ξεθάβω
Κάτω από την επιφάνεια του χώρου
Το πηδάλιο της καταγωγής
Σ’ αυτό το τρελλό όνειρο
Να ανασύρω στο φως την αλήθεια

Και σέρνω
Τη θανάσιμη σκόνη
Ενός ερειπωμένου σαν κρανίο φεγγαριού
Καβούκι θλιβερό του σαλιγκαριού erectus
Στην τροχιά του λάθους


  III

Σβήνοντας τον λόγο χαραγμένη τοιχογραφία
Στον πυρόλιθο των χειλιών
Καταστρέφω τον πρωτόγονο θόλο
Την χειρονομίας που γεννά το ρήμα

Έμμονες γενεοκτονίες
Καταθέσεις ή εδάφια
Της σαρκοφάγου τρέλλας
Που κάνει τα παιδικά χρόνια να λυγίζουν

Αχάριστη σκουριά της φωτιάς
Που εμψύχωσε τον πρώτο θάνατο
Καμίνι αστεριών που γεννήθηκαν
Από τον τοκετό του μηδενός


IV

Γλυστρώ
Από τη συγχώρεση προς τον φόνο
Δια μίας οδού ονειρεμένης
Στο λασπωμένο υφάδι
Της εξάρτησης

Στάχτη
Πωλείται στην τιμή του κάρβουνου
Στους φτωχούς μας τω πνεύματι
Εμβαπτισμένους με βία
Σε κρύα νυμφαία

Αντιδραστικές θέσεις
Χωρίς σταθερή κατοικία
Συνουσιάζονται χωρίς σύνορα
Καθηλώνουν και αποκεφαλίζουν
Την άλλη σκέψη

Το αύριο
Θα είναι πάντα χθες;


Gérard Blua

Μετάφραση: Χαράλαμπος Μαγουλάς




DANIEL LEUWERS   

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΑΓΟΥΛΑΣ

 Γεννημένος στο Beaumont-sur-Oise το 1945, ο Daniel Leuwers έχει δημοσιεύσει δώδεκα ποιητικές συλλογές, ανάμεσα στις οποίες τις: La Vie cassée (Moires, 1996), Le Cri des filaos (Moires, 1998), L’Inconnu désarmé (Autres Temps, 1998), L’Amour désaimé (Moires, 1999), Morsure (L’Estocade, 2001), Poèmes allongés (Alain Benoît, 2003), Poèmes couchés (Ecbolade, 2004). Είναι επίσης συγγραφέας των «ημερολογίων», με σημαντικότερο την τριλογία που απαρτίζεται από τα: Australia ou le pays rouge, Surimpressions d’Afrique και Le Voyage immobile (Editinter, 1998, 1999, 2001). Κριτικός και χρονικογράφος των περιοδικών La N.R.F., Europe, Sud, Autre Sud και Poésie première, έχει συγγράψει έργα για τους Rimbaud, Jouve, Char, Bonnefoy, για τα καλλιτεχνικά βιβλία, των οποίων είναι παθιασμένος θιασώτης (Le Livre pauvre, Tarabuste, 2003), και για τις κυριότερες τάσεις της γαλλικής ποίησης (L’Accompagnateur, Sud, 1989 και Introduction à la poésie moderne et contemporaine, Nathan-Université, 1990, συνεχώς επανεκδιδόμενο). Καθηγητής Πανεπιστημίου (στην Αφρική, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Γαλλία), χρημάτισε από το 1990 ως το 1993 σύμβουλος για θέματα πολιτισμού στην Αυστραλία. Είναι μέλος της Académie Mallarmé, συμμετέχει στη γαλλική πτέρυγα του Pen Club και προεδρεύει της Association internationale de la critique littéraire.

 

 

Δύοντες ήλιοι

1.
Βαδίζω στους δρόμους με τον θάνατο εν όψει
παντού με συνοδεύει και με καταδιώκει στον ήλιο της επιθυμίας
χωλαίνω στον χορό μου
ακολουθώ κατά πόδας μία όμορφη που με αποδιώχνει
βαδίζω μόνος και ο θάνατος,
είναι αυτό το ταμ-ταμ 
μακριά
τόσο γρήγορα

2.
Τόση άμμος
στο ταμ-ταμ των ωρών
στο ταμ-ταμ της καρδιάς
στην οθόνη των κλινικών
όπου οδεύουν οι υπό προθεσμία θάνατοι
Και με εκπλήσσει το ότι είμαι ακόμα εδώ
πάνω στην άμμο που σκεπάζει το δάσος των φύλων
που με δυσκολία ξεχωρίζω
–και τις υποθέσεις που δεν τακτοποίησα
τις παρεξηγήσεις που αφέθηκαν να διαιωνιστούν
τους ανομολόγητους ανεκπλήρωτους έρωτες
τον θάνατο που κρούει
την καμπάνα

3.
Τα ακούω το πρωινό αυτό στο Ντακάρ
Πουλιά που ακονίζουν τον ήλιο
πουλιά που πετούν μ’ ένα φτερό πάνω από την οδό Αιμέ-Σεζαίρ
κατόπιν πάνω από την οδό Σαιντ-Τζων Περς
πουλιά που σιωπούν όταν το ποίημα αντικαθιστά το τραγούδι τους
αξιαγάπητα πουλιά που οι γάτες σχεδόν παντού κοιτάζουν
με λοξή ματιά

4.
Νόμιζα ότι άκουσα Ντακάρ
Ήταν Ντακκά
Το αφρικάνικο αυτί μου έχει για καρδιά την πόλη της Σενγκόρ
η ελικοειδής βουνοπλαγιά της όπου στοχαζόμαστε την αγάπη
τους κάβους
την απαρχή
και τον θάνατο επίσης
στη Ντζολά
η ωραία κιβωτός του Νώε γερμένη στο νησί της Καραμπάν
όπου πλέει ίσως ακόμα το σώμα της αγαπημένης Μπαϊνούκ
Ντακάρ Ντακάρ καρδιά και εφιάλτη μου

5.
Ο ήλιος που δύει δεν είναι πια ο ήλιος
Ο ωκεανός τον αρπάζει στο στόμα του και τον καταπίνει
Ο ήλιος εισέρχεται στη γαστέρα της γης
Εισχωρεί για να ξαναγεννηθεί
Ο θάνατος
είναι όταν το σύννεφο τον ενταφιάζει
κάτω από το σάβανο των κυμάτων του

6.
Ο ουρανός σκοτείνιασε και γεννιέται η αγωνία
Γιατί τόση νωχέλεια
όταν ο ουρανός διαλύεται σε λήθαργο;
Προχωρούμε σ’ ένα μονοπάτι όπου τα σώματα
αιωρούνται από τα κλαδιά ενός δέντρου ακρωτηριασμένου
Ο ουρανός σκοτείνιασε
σήμερα το πένθος
η συντριβή
Ο ήλιος θα είναι ένα ράπισμα
αυριανό

7.
Ο άνεμος σηκώνεται στην Αφρική
Ο άνεμος
είναι βροντή
είναι χιτώνας
Ο άνεμος αλέθει την Αφρική
στους θαυμάσιους κόλπους του
Ο θάνατος
είναι ρεύμα μοχθηρό
Ο άνεμος
οι άνεμοι
κανείς δεν ξέρει πότε αναδύονται από την Αφρική

Βίαιοι άνεμοι
άνεμοι σιωπηλοί
η ηρεμία περιπλέκεται

8.
Η καθορισμένη ώρα δεν υπάρχει
Η ώρα πάντοτε ανακαλείται
Για τον θάνατο είναι πρακτικό
είναι αργότερα είναι ποτέ
Η ώρα δεν έχει ανάγκη τον καθορισμό της
Φτάνει θεσπίζεται
Επιβάλλεται εκδίδει την ετυμηγορία
Χωρίς να επιτρέπει αντιλογία
Η καθορισμένη ώρα δεν υπάρχει
Είναι αυτό που κανείς δεν θα μπορεί να καθορίσει

Daniel Leuwers

Μετάφραση: Χαράλαμπος Μαγουλάς

 

FRANCOISE DONADIEU 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΑΓΟΥΛΑΣ 

Γεννήθηκε στη Μασσαλία το 1947. Έχοντας κλασική παιδεία, δίδαξε για τριάντα χρόνια με την ιδιότητα της καθηγήτριας στο λύκειο της Ciotat. Διηγήματά της δημοσιεύτηκαν στο Revue des Archers και ποιήματά της στο περιοδικό Autre Sud. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής αυτών των δύο περιοδικών. Συνοδεύει με ποιητικό λόγο της φωτογραφίες του André Guenoun και τους πίνακες της Françoise Sémiramoth. Συμμετέχει στο ανέβασμα θεαμάτων όπου αναμειγνύονται ο χορός, η μουσική και η ποίηση.

 

 

Anywhere in the world
Πρέπει να είσαι εδώ
Να κοιτάς εδώ
Να κοιτάς πράγματι την κορνίζα το παράθυρο
Να περνά η ζωή μέσα στην κενή κορνίζα μέσα στη λευκή πρόσοψη
Ένα παράθυρο τραίνου ή φέρυ που πλέει στη θάλασσα
Στην έρημο
Το τζάμι ενός αυτοκινήτου
Το τζάμι ενός λεωφορείου στη μακρά διαδρομή του στον αυτοκινητόδρομο αριθμός           ένα
Ή ίσως στη Χιλή στον δρόμο με το νίτρο
Που οδηγεί στην Iquique την πόλη των μεταλλορύχων που σφαγιάστηκαν
Και των αρχαίων ορυχείων με τα ονόματα αγίων
Όπως το σχολείο που βιώνει τον θάνατό τους.

Γιατί δεν έχω μόνιμη κατοικία ούτε σπίτι πατρικό
Ή μάλλον το σπίτι το πατρικό είναι παντού
Παντού όπου ζουν άνθρωποι με έντονα χαρακτηριστικά
Άνθρωποι ψηλόλιγνοι
Απόμακροι
Πουθενά στην έρημο ούτε στην εγκατάλειψη της θάλασσας
Ύστερα καμιά φορά μια κατοικία ένα πλοίο ένα λεωφορείο μια καμπίνα
Ένα παράθυρο με θέα την ατέλειωτη γραμμή
Και μέσα από το παράθυρο άνθρωποι που συνομιλούν
Κάποιος θέλει ένα τσιγάρο
Τα Ζιτάν μπλε είναι βαριά
Γελά
Στη γέφυρα του μικρού φέρυ που πάει από το Sfax στα νησιά Kerkennah
Εκεί όπου ψαρεύουν το χταπόδι μέσα σε αρχαία αγγεία
Τον Φλεβάρη του ενενήντα πέντε οι απεργίες ήταν μουντές
Αλλά το καφέ στο Al Alaya όπου κάπνιζαν οι άντρες οι καρέκλες ήταν μπλε

Γιατί ο πατέρας μου δεν είχε πατέρα δεν είχε σπίτι
Καταγόταν απ’ τη θάλασσα
Οι διαδρομές εκεί είναι πολλές
Σαν να διασχίζει την έρημο από αλάτι ή τις ανεμοδαρμένες αλυκές 
Εκεί δεν υπάρχουν καθόλου κατοικίες και δεν θα ήθελα να έχω
Η γη είναι θανατηφόρος
Το νερό η άμμος
Κινούμενα
Αν ο ορίζοντας τρεμοπαίζει
Πολλαπλή ψευδαίσθηση
Ούτε πηγάδι ούτε πηγή
Το νερό εδώ είναι δρόμος
Ένας δρόμος σιωπής
Το σπίτι απουσία οι φίλοι άγνωστοι
Ο πατέρας μου δεν έχει κήπο να μου δώσει
Τα ρόδα που ανθίζουν μετά τη μοναδική βροχή μες στη νύχτα της Atacama
Πεθαίνουν την επομένη

Δεν υπάρχει κήπος από τον οποίο να με έχουν διώξει
Αλλά ατέλειωτοι δρόμοι ανοιχτοί στη ζωή
Ένα συντριβάνι τραγουδά στην αγορά της Τύνιδας
Στο Sidi Bou Saïd πωλούσαν γιασεμί την προηγούμενη άνοιξη
Η περίπολος των πετροχελίδονων
Κοιτάζει την έρημο
Είναι σαν χωράφι χέρσο
Παλιοσίδερα και τσιμεντόλιθοι
Δεξαμενές
Συρματοπλέγματα
Παλιοπράγματα της Δύσης
Δεν πρέπει πλέον να ονειρευόμαστε τις γυναίκες του Αλγερίου ούτε το λευκό κάστρο         
           απέναντι απ’τη Μασσαλία
Πέρασαν ήδη πάνω από τριάντα χρόνια που ο Kateb περιφερόταν στους δρόμους της
       Tipasa
Και η Nedjma αστραποβολούσε
Αλλά η έρημος πάντα για την χωρίς ρίζες εξορία
Πάντα ο δρόμος
Ή η θάλασσα
Πάντα υφαίνει τη ζωή μέσα από τα χαλάσματα
Οι έρημοι χάθηκαν καλύτερα απ’ τους παραδείσους
Η έρημος των παιδικών μου χρόνων
Ανυπόφορο κάψιμο στα πόδια που περιπλανιόντουσαν
Στην άμμο
Το μεσημέρι
Πριν τη χαρούμενη σύγκρουση των κυλίνδρων από θάλασσα
Στον κόλπο της Tiuccia

Στο Uyuni στην αλυκή η ομορφιά είναι τραχειά
Καίει όπως η άμμος του άλλοτε
Κρύσταλλοι απ’ τα δάκρυα στο αλάτι της αλυκής
Λευκό γαλάζιο
Κανένα άλλο χρώμα
Με το πινέλο σχεδιασμένη όπως στις χαλκογραφίες η πιο βαθιά γραμμή των Άνδεων
Το ζενίθ της ομορφιάς
Στα περίχωρα της αλυκής τα χωριά είναι γκριζωπά
Ζώα τριγυρίζουν παντού
Τα καφετιά λάμα καταπίνουν τα υπολείμματα
Στο San Juan στην άκρη του κόσμου
Το σχολείο των παιδιών είναι το μόνο χρώμα
Στους τοίχους μίας τάξης ένα τραγούδι στη μπορντούρα
Το ξέρω
Duerme duerme negrito
Δεν πρέπει να κοιμηθείς
Κράτα τα μάτια σου ανοικτά
Ακόμα και στον χαμό στη φυγή στον πανικό
Κοίτα μέσα στην κορνίζα
Το παράθυρο ενός λεωφορείου ενός τραίνου ενός αυτοκινήτου
Ακόμη κι αν πηγαίνει τόσο γρήγορα
Που δεν καταλαβαίνεις
Ακόμη και την Τανζανία στη μεγάλη λίμνη Βικτώρια
Εκεί απ’ όπου προέρχεται η ζωή

Είδα τη Σαχάρα για πρώτη φορά
Στη Nefta
Και γύρω από του Tozeur τους ωραίους φοινικώνες
Στο Douz μέσα σε μουσική φαντασία τις μεγάλες λευκές δρομάδες
Ονειρευόμουν με τα μάτια ανοιχτά
Ή κοιμόμουν ορθή
Πίστευα σε κήπους με μήλα από χρυσάφι
Είχα αγαπήσει το fondouk όπου κάπνιζε ο Si Moktar
Αχνές οάσεις
Η Djerba των Λωτοφάγων
Τώρα βλέπω
Δεν υπάρχει κήπος που να με περιμένει ο πατέρας μου
Ήδη σχεδόν είκοσι χρόνια που μου είπε αντίο
Δεν υπάρχει πια λιμάνι
Τόπος όρμος
Αλλά οι έρημοι του κόσμου όπου οι άνθρωποι είναι εδώ

 

Στο Πόρτο, ένα βράδυ


Γνώρισα γάμους άγριους
Αυτός που μ’ αγαπά, μ’ αγάπησε, θα μ’ αγαπά
Ποτέ
Ποτέ
Γνώρισα την αγάπη της θάλασσας
Ήταν σκληρή
Βίαιη
Σαν μοχθηρή μητέρα
Που χτυπά
Πήγαινε, κάνε
Και ίσιωσε την πλάτη σου
Ίσιωσε την πλάτη σου
Ένας άνδρας πέρασε
Ψηλός, γηραιός
Χαμογέλασε
Χαμογέλασε κάτω από το όμορφο μουστάκι του

Ασταμάτητη βοή της θάλασσας
Χαρά, χαρά
Φουσκοθαλασσιά που ανεβαίνει
Αυτός που μ’ αγαπά, μ’ αγάπησε, θα μ’ αγαπά
Ποτέ
Ποτέ
Η Αλγερία είναι από την άλλη πλευρά
Και τα νησιά λουσμένα στην ομορφιά
Είμαι από εκεί
Που μ’ αγάπησε
Βγαίνω από την ασταμάτητη θάλασσα
Βγαίνω από τα σπλάχνα της θάλασσας
Κοριτσάκι τυλιγμένο με πετσέτα
Πράσινη
Πράσινη σαν το μήλο Γκράνι
Έχει μία ξανθή πλεξούδα βρεγμένη
Και τρέμει λίγο
Μέσα στην πετσέτα θαλάσσης

Το βράδυ που έπεσε
Βλέπω τη θάλασσα με περιμένει
Με καλεί
Από εκεί έρχεται η αγάπη
Τη γνώρισα την έχασα
Θα την ξαναβρώ αν χαθώ εκεί
Αν πεταχτώ εκεί
Αν το σκάσω μ’ ένα πλοίο
Για να πάω στους απομακρυσμένους όρμους
Πιο μακριά κι από την Αλγερία
Απ’ τα νησιά λουσμένα στην ομορφιά
Αλλού εκτός από τη Μεσόγειο
Στην ακτή του Valparaiso
Εκεί που έρχεται ο Ειρηνικός να ονειρευτεί
Ή μάλλον στις όχθες του Douro
Όταν σβήνει μέσα στον Ατλαντικό
 
Πόρτο
Αυστηρό και γκρίζο κάτω απ’ τη βροχή του Αυγούστου
Και μέσα στη νύχτα
Ένας μόνο δρόμος
Μία λεωφόρος
Προς την ακρόπολη
Βαδίζω γρήγορα και είμαι μόνη
Αυτός που με αγάπησε
Προς την κορυφή
Ένα σινεμά εγκαταλελειμμένο κάτω απ’ τη μαρκίζα του
Η δεκατία του τριάντα
Μια άλλη ζωή αλλά όχι η δική μου
Πάει καιρός
Λιμάνι σκοτεινό και επικίνδυνο
Δημόσια αποχωρητήρια
Σημείο συνάντησης
Ακούω ομιλίες που σπρώχνονται
Και κατρακυλώ σ’ ένα σοκάκι
Σε σκαλοπάτια με γλοιώδη σκουπίδια
Κουπαστή που λάμπει κάτω από το φως
Μία ξεφτισμένη γάτα
Δεν υπάρχει κανείς
Ή μάλλον μία σκιά
Κάποιος που μ’ αγάπησε
Ένας νέος άνδρας που ήταν ναυτικός
Σε όλα τα λιμάνια στην άκρη του κόσμου
Πολύ πριν γεννηθώ
Αλλά με αγαπούσε
Με περίμενε.

Françoise Donadieu
Μετάφραση: Χαράλαμπος Μαγουλάς

 

ANDRE UGHETTO

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΑΓΟΥΛΑΣ 

 

Γεννήθηκε το 1942 στο Isle sur la Sorgue. Υπήρξε για ένα διάστημα στο παρελθόν κινηματογραφιστής, διακεκριμένος σε διάφορα φεστιβάλ: Le Maître des moissons, περιοδεία στο Μαρόκο, 1972∙ La Mémoire du feu, 1976, προς τιμή του René Char∙ Mutus Liber, Tableaux pour Nicolas Flamel, επιστημονική φαντασία πάνω στα σύμβολα της αλχημείας, 1984.
Ανήκε από το 1980 μέχρι το 1996 στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού SUD. Ανήκει από 1998 στη συντακτική επιτροπή του Autre SUD. Επίσης στις επιτροπές των περιοδικών Les Archers (Marseille) και Osiris, που διευθύνει ο Andrea Moorhead, στο Deerfield, Μασσαχουσέτη, ΗΠΑ∙ συνεργάτης των περιοδικών SORGUE (Isle sur la Sorgue) και de BABEL (Université de Toulon et du Var).
Έχει συγγράψει λογοτεχνικές κριτικές για διάφορα περιοδικά, έχει μεταφράσει ποίηση από τα ιταλίκά και τα αγγλικά και έχει δημοσιεύσει ποιήματα σε διάφορα περιοδικά στη Γαλλία και το εξωτερικό. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά, γερμανικά, ρουμάνικα, βουλγάρικα, ούγγρικα, κινέζικα, βραζιλιανικά πορτογαλικά κ.α. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογίες (Ιταλία, Γερμανία, Ρουμανία, Ισπανία – Κανάρια Νησιά, Βραζιλία).
Συλλογές: Qui saigne signe (SUD Poésie, 1990), Rues de la forêt belle (éditions Le Taillis Pré, automne 2004).

 


Το πρόσωπο ποταμού

στη Marie,

Φρέσκο πρόσωπο τόσο
Που θα ‘θελε να το γευτεί κανείς
Μάγουλα λεία φρουτώδη
Μάτια μπλε ελεκτρίκ
Λαμπερά και ξαφνικά
Συννεφιασμένα

όπως και το δικό μας είναι το πρόσωπο του ποταμού:
χαρωπό θλίβεται, καταπραΰνεται και ταράζεται,
αναρριγεί στο αστείο, με γέλιο σκαμμένο
απ’ τα κεντρίσματα βροχής, φτιάχνει μία ρίμα
για τις ουράνιες τροπές, παίζει στον καθρέφτη
καθώς ο καθένας αντανακλά
στην ατμόσφαιρα ενός βλέμματος που τον καρφώνει.

Οι μεγάλοι ποταμοί είναι προσωπικότητες:

Ο Ροδανός μυστικός
γονατιστός
στο δέλτα του∙

Ο Ρήνος μουσικός
καθοδηγούμενος
απ’ τ’ άστρο του Βορρά∙

Ο Σηκουάνας με τις όχθες του
χρυσοχόος
των Παρισίων∙

Ο Τάμεσης με την καρδιά του
να χτυπά μ’ έναν ρυθμό
της θάλασσας∙

Ο Τίβερης εξαίσια
εγκωμιασμένος
απ’ τους ποιητές∙

Ο Δούναβης βαβαρικός – αυστριακός – λίγο σλοβακικός
ουγγρικός με μεγαλοπρέπεια – μία όχθη κροατική –
από τις Σιδηρές Πύλες δραπετεύει στη Σερβία
και τελειώνει ρουμάνικος δίπλα στη Βουλγαρία∙

Ο Βόλγας «Μητέρα της Ρωσίας»
νεύει στους καπετάνιους των πλοίων του,
στον μακρύ του δρόμο που τον φλερτάρουν πέντε θάλασσες∙

Ο Γάγγης ιερουργός
φορτωμένος με μιάσματα
και καθαρτήριος∙

Ο Χουάνγκ Χε παραληρεί, ο υπέροχος Γιάνγκ Τσε
Ο ένας είναι Κίτρινος συχνά, ο άλλος όχι και τόσο Γαλάζιος,
– οι Κινέζοι φτιάχνουν φράγματα στις διαθέσεις τους
των «αγαθών γιγάντων», άλλοτε των απαίσιων δράκων∙

Μεγάλο ποτάμι ιροκέζικο που εφηύρε ο Cartier
όμορφο γέννημα των Μεγάλων Λιμνών, ο Άγιος Λαυρέντιος που αναπνέει
στη σκιά των μικρών οχυρών που θα γίνουν πολιτείες,
στην κρύα συντροφιά του ατλαντικού βασιλείου∙

Ο Μισσισσιπής με τους πλατείς ώμους,
που έχει σαν υπηρέτες τον Οχάιο και τον Μιζόυρι
παίρνει τη μυρωδιά από τους βάλτους της Λουιζιάνα
υποχθόνιες ραδιουργίες ακόλαστων βαθών...

Και τι να πει κανείς και για τον Αμαζόνιο
με τα πολλά αχανή του στάδια νωχέλειας,
για τον εξημερωμένο Νείλο, τον Μεγάλο Κηπουρό της χώρας του,
για τον Τίγρη και τον Ευφράτη, που ανάμεσά τους σωριάζονται
οι πύργοι του λόγου συνθλίβοντας τον πρίγκιπα και τον αρχιτέκτονα;

Αποφασιστικό παιδί
Αρνείσαι μ’ ένταση
Το μέλλον των ρυτίδων
Και των σημαδιών του χρόνου
Αν μεγαλώσεις θα ήθελες
Να έμενες κοριτσάκι

σαν

που περπατά σε αδρανή πλαγιά
με βούληση λυγισμένη στους μεάνδρους του
περήφανη γεμάτη αγάπη για τον μυχό της.

Άλλοτε το χρώμα, η μυρωδιά, η γεύση και η βία
στο νερό της οικουμένης διέκριναν τις κοίτες
των «πατέρων ιδρυτών» τοπίων
και χωρών

– ευχάριστα άτακτοι στη ζωηρή τους νεότητα,
ακροβάτες ξεφτισμένοι από το κατόρθωμα,
γεννούν τις πόλεις σε χοντρά στομάχια αστικά –

και αν μας αρέσουν οι γιορτινές τους όχθες
ξέρουμε ότι δεν καταλαγιάζουν όλοι,
σε κατάσταση μανίας (εξαιρετικής ή ενδημικής)
προσποιούμενοι, προς στιγμήν, ότι θα τα παρασύρουν όλα
στον βούρκο με τα πτώματα και τα ερείπια
με τρόπο που αρμόζει στους κατακτητές, ακόμη κι αν είναι τόσο άκακοι!

Ό,τι καιρό κι αν έχει, προς τις εκβολές,
με το χρώμα τους θολωμένο,
με επιβραδυμένο βήμα
θα φτάσουν στην ακτή,
θα καταθέσουν τα κέρδη τους,
τη λεηλασία της πλαγιάς.
Και μνήμες της πηγής
πλημμυρισμένες από αλάτι,
η εκβολή θα είναι
της μάχης ο επίλογος.

Παιδί που αναρριγείς
Το αίνιγμα του χρόνου
Αποτυπωμένο στο πρόσωπό σου
Στην Ιστορία της οποίας
Οι πανίσχυροι ποταμοί
Δεν είναι παρά μία εικόνα.

Andre Ughetto 

Μετάφραση: Χαράλαμπος Μαγουλάς

 

JACQUES LOVICHI 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: DANIELLE MORICHON

 

‘Έμμετρη πνοή
Ο, τι ήταν να μου λάχει
μου έλαχε
Rutebeuf
1. να μην ονειρεύεσαι τη ζωή να μην
κοιμάσαι όρθιος σαν τον επίμεμπτο σκοπό
και μάλιστα να μην περνάς
του πόθου τη σπίθα για το λύχνο
του έρωτα και να γελάς
να ξεκαρδίζεσαι σφαγμένος
για να επιβάλεις τη σιωπή
επί τέλους
στο αίμα που παλινδρομεί

γεράνι στο μπαλκόνι σου
να πατήσεις τα φύλλα του
για να σε μεθά έξοχα
τα δειλινά
της λησμονιάς το άρωμα

αλλά
να ζεις τη στιγμή
ωσπου όλα να συγκαλυφτούν μ’αυτές
τις παράλογες,
ανεμελιά και
ελαφρότητα
που είναι η ύψιστη ευγένεια
του πόνου

2.το στερνό φέγγος
πέρα
στην άλλη όχθη του ποταμού
σε κάποια έρημη κρύπτη
καρβουνιάζει
συρίζει
και σβήνει
κέρινο δάκρυ γυμνό της αυγής ψυχορράγημα

(οι γενέσεις στο βράχο εγγράφονται
εύθρυπτο που μέρα με τη μέρα παραδίδει
απ’ τα φύκια τα μυστικά και τα κελύφη

θροΐζει ο άνεμος μες στα ψηλά χορτάρια
μοσχοβολά ο αέρας διοσμαρίνι
κότσυφας φωνάζει στο πυκνό φύλλωμα
εδώ όμως ήταν η θάλασσα)

έτσι γράφεται η ιστορία
διακαής εκσπερμάτωση φυλών τε και σημείων
και πηδά η ζωή από νεφέλωμα σε νεφέλωμα
ώσπου να ταυτιστεί
πλήρως
με το θάνατο

ακριβείς και πολύμορφες γραφές
του κειμένου αυτού δίχως αρχή και τέλος
που προηγείται
λίγο της μαύρης
αιωνιότητας

4.αγαλλίαση! Αγαλλίαση! Ύμνος
της αγαλλίασης
όπως
το πρωί
υψώνεται το αργό φτερούγισμα των περιστεριών
ή όπως οι πτερόεντες ήχοι της καμπάνας
μέσα στο ρόδισμα της πρώιμης ηούς.

ένα κλάσμα αιωνιότητας
και έξαφνα
στη θέα μας το σκηνικό αλλάζει
θειάφι κηλιδώνει το δείλι
από τα δυτικά προς την ανατολή σχίζεται ο ουρανός
γρυλλίζουν τα μαύρα σκυλιά της δύσης

είναι καιρός
Αποκαλύψεως

4.ιδού
έρχεται
το λυκόφως
κι αυτή η σκοτεινή όψη μας
που ανατέλλει
μορφάζει
γελάει υπό την κόνι των αιώνων
και είμαστε
τότε
στο κατώφλι του θρύλου


στην επιφάνεια της σιωπής
ιριδωτές τρεις φυσαλίδες σκάνε
αχ! Τίποτα δεν θα μένει από μας
παρά ένα κεραυνόπληκτο δένδρο στην όχθη του ποταμού
μια κραυγή γερακιού στο κέρατο του βράχου
ένα λαμπιρίζον είδωλο στο νυχτερινό μετάξι

όμως

κάτι από μας
θα ζήσει
στο ελαφρύ λίκνισμα των ασφοδέλων
όταν χλιαρό αναπνέει
το πρωί
στο πληγωμένο λαρύγγι των περιστεριών της αυγής
στο σγουρό αφρό
που τρέμει στα βρύα της γούρνας

και στον γρανίτη
και στο φλοιό
που θα έχουμε βάλει το χέρι μας

5.και δεν είναι πόνος
αυτό
μόνο φλόγα που τρέμει
στην κρύα πνοή του χειμώνα
και κάτι πιο λίγο:
μια χάνδρα πάγου στην αιχμή του χόρτου
και πιο λίγο πάλι:
μια αβέβαιη ανταύγεια
στο μάτι ή στο τζάμι
………………………………………………………
τελευταία πράξη του πεζού
μελοδράματος
κι όμως
φωνάζει ο πλάνος μέσα στο φύλλωμα
στην όχθη του ποταμού τρεμοσβήνει
η πυγολαμπίδα των περασμένων ημερών
βρέχει
γλυκός θάνατος κάτω από τα δένδρα

ανερμήνευτη
ηγεμονία
της στιγμής

Jacques Lovici
Ο αιχμάλωτος μονόκερος, 2007.

Μετάφραση  Danielle Morichon

Εκτύπωση του άρθρου