Εκτύπωση του άρθρου

Ανθολογούμε από πρόσφατα ποιητικά βιβλία

 

 

 

Βάλια Γκέντσου, Παραμύθια ανάποδα (Θεμέλιο, 2020)


ΩΣ ΑΓΑΠΗΤΑ ΤΑ ΣΚΗΝΩΜΑΤΑ ΣΟΥ*  
                       
Τα μεσημέρια στο σπίτι κυλούσαν αργά
σαν μεγάλα ποτάμια
ο βυθός παγίδευε τις βεβαιότητες

Πήγαινα και καθόμουν
στο πίσω μέρος μιας άδειας εκκλησίας
σ’ ένα μονό στασίδι
δεν είχε κάτι άλλο να δω
δεν είχα λύπη

Στο τραπέζι φαγητά αμίλητα
βιαζόμουν να σηκωθώ
ήθελα τις παλιές δυνάμεις μου ακέραιες
καλλιεργούσα τρυφερό σκοτάδι χωριστά
σε κάποιον μικρό Καιάδα

Από την άλλη
αυτές οι σεμνές τελετές του μεσημεριού
μάζευαν ήλιο πάνω μου

Στη βραδινή προσευχή η τελευταία μπουκιά
μεγάλωνε επικίνδυνα
                                              *Ψαλμός 83 (πγ΄)

ΜΟΝΑΔΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΤΡΥΦΕΡΩΝ

Εγώ στο σήμερα
το ξημέρωμα φθάνει απροστάτευτο
όμως

η ψυχή χτίζει χαρέμια με πολλά δωμάτια
το σώμα επίσης

τα βράδια κοιμούνται μαζί
αγγίζονται
άμα ξεκολλήσει το ένα κρυώνουν όλα
 

Νικόλας Γκόγκος, Φαβορίτα (Ars Nocturna, 2021)
 

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ

Προφητείες,
είν’ οι γόνιμοι
σπόροι μου.

Που πέφτουν από πάνω μου
θελημένα κι αθέλητα,
πετιώνται και πατιώνται
μες στους δρόμους και 
θα μπλέκονται,

με τα σπυριά λογιών – λογιών,
που αναπτύσσουνε,
εκπληκτικές, 
ελαστικές
περικοκλάδες που
ανελίσσονται,

σε πέτρινα τοιχώματα εμφανίζοντας,
κάθε φορά και φιλικό σημάδι
αψύ του μέλλοντος,
αφού ο έρωτας θα εμπλέκεται
και θα ’ρθει 
μια για πάντα.

ΓΛΥΚΟ ΦΡΙΚΙΟ 
(Arthur Rimbaud)

Έλα φουρφουριστέ μικρέ αέρα.
γλύψε τα δάχτυλα καρπουζοκοριτσάκι.

Σκύψε, σκάλισε, τρίψε.
γεροντικέ ξεκουκιασμένε κοντορεβιθούλη.

Γλυκό φρικιό το τσίρκο μου είναι πάντοτε
ανοιχτό στην αφεντιά σου.

Έλα σιγομουρμούρισε γαργάρες από αψέντι, 
και δολερά πασάλειψε με μέλι τον καθρέφτη,

Ιησούς Χριστός και Παναγιά,
τον πόλεμο δε θέμε.


Ευσταθία Δήμου, Απώλεια λήθης (Εκδόσεις των φίλων, 2019)


ΕΞΑΙΡΕΣΗ

Άφησα το σώμα μου ανοιχτό όταν φανείς.
Σπρώξε την πόρτα απαλά. Μέσα κανείς

δεν κατοικεί. Έφυγα κι έμεινε βορά
στο σκύλο χρόνο που κουνάει την ουρά.

Μονάχα κάθε άνοιξη επιστρέφω
ανοίγω τα παράθυρα, το βλέμμα στρέφω

στις ρωγμές που αυλακώσανε το δέρμα –
ένα δίχτυ από ρυτίδες δίχως τέρμα.

Έξω το σκυλί γαβγίζει. Βγαίνω μόνη.
Κατ’ εξαίρεση ορμάει και με δαγκώνει.

ΜΟΝΑΞΙΑ

Όσα οι δυο μας ζήσαμε μια δύση
χώρια από μας συνέχισαν τη ζήση.

Στο παρελθόν που ανοίγονταν μπροστά τους
χωρίς τη σάρκα μπήκαν τα οστά τους.

Και στην καινούργια τους ζωή θέση δεν
έχουμε εμείς πλέον, είμαστε  μηδέν

συνέβη το μοιραίον. Μείναμε πίσω
στο μέλλον μας δεμένοι, ξένοι ίσως

ή εχθροί που τους ενώνει ακόμα
μια μοναξιά από κόκκαλα και σώμα


Αριστέα Ευαγγελούση, Αριστερόχειρη γραφή (Ρώμη, 2021)                                     

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΙ

Είμαι σίγουρη πως κάπως
αλλιώς καταγράφονται τα
συμβάντα μας έξω στο
σύμπαν, εμείς παίρνουμε
απλά την πιστοποίηση πως
ό,τι ακραίο ζήσαμε άξιζε τον
λόγο της ύπαρξής μας.
Δυο βήματα μόλις προσπερνούν,
τα δυο που μείναν πίσω
χλόη σπάργανο της γης
μας ξέλυσες τα μάτια
κι ανθίσανε μυστικά οι Απρίληδες
της άνοιξης η πύλη έλαμψε
τρανή μέσα στους κάμπους
και ’μείς για λίγο είδαμε
το πέρασμά της.

Ήρθε ο Αύγουστος της ήβης τρυγητής
κρουστός μέσα στο κύμα ομιλητής
για λίγο χόρεψαν μες στο κοχύλι
τα λόγια του γυμνά.
Στους ύπνους του είδα να παιδεύομαι
μ’ υπάρξεις διαβατάρηδες
να μπλέκομαι
κι αυτό δεν ήταν όνειρο
τα πρόσωπα μάς προσπερνούν.

Πόση αμφιβολία ξόδεψα
πάνω απ’ το βέβαιο
καθόλου δε λογάριασα, σε λίγο φθίνει
το φθινόπωρο στο δέρμα
σαν ομίχλη στα βουνά
θλιμμένη μες στις πέτρες.

Πως του Γενάρη τα νερά δίνουν
απλόχερη ορμή
στο στένεμα στη γη, για λίγο
οι άκρες θα μπλεχτούνε
κι ύστερα στης πλάσης τ’ άγνωστο
γραφτό είν’ να χαθούνε.

Το αίμα μέσα ρέει
από σπηλιές αρχέγονες
και κρύπτες σφαλισμένες
κι ο νέος ένοικος που μας κατοίκησε
ψάχνει τις εκβολές.
Και ’μείς μια επιγραφή
στο καθαρτήρι μας λαμπρή,
που για λίγο ακόμη θα φωτίσει
του ξένου την αρχή.

Μ’ άλλες ερμηνείες
τ’ ανερμήνευτα
γραφτήκανε μ’ άλλες
μας δοθήκανε
τα βήματα, τα κύματα, το αίμα.

Στην πένθιμη λαλιά θα χωρέσουμε
τ’ αηδονιού τα κρίνα τ’ ασφοδίλια
μα ’κείνα που ποτέ δε μάθαμε
θα ’ναι η γνώση της αδυναμίας
μια δυνατότητα ακατόρθωτη
παραδομένη σαν τη φλόγα
στον άνεμο που πάλλεται.

ΤΑ ΠΕΠΛΑ ΤΗΣ ΣΑΛΩΜΗΣ

«Εκ γυναικός τα χείρω.»
Το γράψανε παντού
το χώνεψε η μνήμη
γυναίκα κι αμαρτία ομοούσια δυάδα,
του διαβόλου συνεργός,
μοίρα σου να ’σαι ιερή
κάτω απ’ τα σταυρώματα του Γολγοθά.
Όσες φορές σ’ αρνήθηκα γύρω μου κάρπιζαν
σαράκια του κακού, ακόλαστος πανδοχέας το σκοτάδι
μου γυμνώθηκε κι ήταν ωραίος.
Τον ακολούθησα σ’ όλα τα δωμάτια
για να καυχιέμαι πως σε γνώρισα κι αλλιώς
με την πόρνη και τη μάνα του ληστή
σ’ ένα χωρίο βρεθήκαμε
το κρασί στα Σόδομα γευτήκαμε
και στου τρύγου τη ζαλάδα πάνω
μύρισαν τ’ άνθια του θανάτου μας
απ’ το κύρτωμα της παπαρούνας
μπήκαμε στο λυγισμένο σώμα Σου
κι είδαμε του ξύλου τον αφορισμό,
του βασιλικού τη φύτρα
να τρώει απ’ τους μαστούς το αίμα,
τα καρφιά να μπήγονται στη γλώσσα,
κι αφού για κείνους ήμασταν τα πέπλα της Σαλώμης
στον χορό που μας ζητήθηκε λικνιστήκαμε σκυφτές.
 

Δήμητρα Κωτούλα, Θα ήσουν παντελώς ανυπεράσπιστος (Εκδόσεις Πατάκη, 2021)


ΧΧΙV.
(Δεν αποτελώ)

Η πάλη να μη σκληρύνεις.
Να υφίστασαι το ανθρώπινο
όπως η πεδιάδα τη λύπη.

Η ανάσα της βροχής 
υψώνεται πάνω απ’ τη θάλασσα.
Οι χρυσές μπούκλες 
των φύλλων του φθινοπώρου τρεμουλιάζουν.
Αργοκίνητα πουλιά τεμαχίζουν τη νύχτα.
Μέρες περνούν με τα ταφταδένια τους ενδύματα.

Θα μπορούσα κάλλιστα να συνεχίσω
τη μονότονη αυτή απαρίθμηση
να γεμίσω το λευκό
άλλης μιας λευκής σελίδας.

Δεν υπάρχει Ανάσταση, λένε.
Υπάρχει.
Μετά θάνατον δεν ευδοκιμούν
μόνο τα νύχια ή τα μαλλιά σου.

(Από τα «Ποιήματα της λευκής σελίδας»)

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ

Έξω 
το χυμένο φως 
του πρώιμου φθινοπωρινού  
απογεύματος.  

Αύριο θα μετρήσουμε 
το μέγεθος της καταστροφής 
θα αποδεχθούμε άλλη μια
ανθρώπινη ήττα.

Δεν είναι αργά να γεννηθούμε 
αλλιώς 

κι αυτό απομένει ίσως η μόνη 
βεβαιότητα.

(Από το «Animal Triste»)


Μάνια Μεζίτη, στόμα (Κουκκίδα, 2021)


Αν είδα μακρύτερα 
είναι επειδή στάθηκα
σε ώμους γιγάντων

        Ισαάκ Νεύτων 

 

Το υπερφεγγάρι ανατέλλει
η Αριάδνη κάνει το μπάνιο της ανάρρωσης 
κι εγώ ακούω Νίνα Σιμόν σερφάροντας
σε ιστότοπους άξιων ανθρώπων
καθισμένων όχι, ως όφειλαν, στους ώμους των γιγάντων
αλλά σκυμμένους πάνω από σπάλες αρνιών 
και δεν μπορώ να μη θυμηθώ τον πατέρα
την οδύνη από τη συλλογή στο σπίτι της οδού Μαυρομιχάλη
πένσες, τανάλιες, εφημερίδες, νυχοκόπτες
περιοδικά, άδειοι κεσέδες 
χρειάστηκαν ολόκληρα καμιόνια να το αδειάσω
ιδέα δεν έχετε τι στοίβαζε εκεί μέσα 
Στεκόταν ο πατέρας σας
έλεγε η σπιτονοικοκυρά
στεκόταν
ήταν καλοντυμένος 
συνεπής στο ενοίκιο 
έπειθε πως κάνει κάτι σημαντικό
για σπάλες δεν γνωρίζαμε
Αδύνατον να μη θυμηθώ 
το παράλληλο μυαλό του 
μυαλό στο πλάι, δηλαδή, 
που θα μπορούσε αναμφίβολα
ν’ ατενίζει το σύμπαν  
αν δεν είχε καταπιεί τη μέγγενη 
που τον ανάγκαζε  
να βλέπει όσα δεν υπάρχουν   
ν’ ακούει φωνές 
να τρέχει σαν κυνηγημένος    
Με τρομάζει που
υπάρχουν κι άλλοι σαν αυτόν  
διαθέτουν την ίδια γλυκύτητα 
έχουν κάνει παιδιά κι 
έχουν δουλέψει σοβαρά
πάνω σε σπάλες και στον Σικελιανό

Α, ρε μάνα

Α, ρε μάνα
δεν είχες ποτέ 
αρκετά χρήματα για δώρα
Θυμάμαι το καλοκαίρι 
που θα ταξίδευες για την Κρήτη
πήγες στον Χόντο και μου πήρες
ένα κάρο κοκαλάκια, τσιμπιδάκια,
χτενάκια του πραματευτή 
για τη γιορτή μου
Άλλες φορές στο γυρισμό 
έφερνες σκουλαρίκια χειροποίητα 
απ’ τις γυναίκες του νησιού 
που σκόπευαν να το κάνουν επάγγελμα
και να ζήσουν απ’ αυτό
Ποιος έζησε ποτέ από σκουλαρίκια με βελονάκι; 
τα δώρα όμως είναι δώρα
κι αν πρόκειται για την οικοσκευή 
του γάμου της μοναχοκόρης
όλα κι όλα
αιματηρή οικονομία για τα καλύτερα
Θα φύγεις μάνα
πάλι
κάποια στιγμή 
όλοι θα φύγετε 


Φωτεινή Καπελλάκη, Το ελάχιστο σώμα (Ενύπνιο, 2021)


Βραχίονες βαλκανικοί

Από βραχίονες βαλκανικούς κρατιόμαστε
και ανεβαίνουμε δύο ορόφους 
πάνω από το χάος.
Και όλο το βράδυ μένουμε αγκαλιασμένοι.
Χωρίς ύπνο
χωρίς κρότους
χωρίς προσευχή.
Κάτω από το βρόμικο φως της λάμπας
να δαγκώνει τις σκιές μας.
‘Όπως οι αλλόθρησκοι όταν παραλλάσουν τα σύνορα,
βουλιάζουμε στο αίμα μας.
Έτσι ώσπου όταν έρχεται το ξημέρωμα
φαινόμαστε στο ελάχιστο σώμα μας
σαν δώρο που ανοίχτηκε βιαστικά
από χέρια παιδικά
τρυφερά και αυθάδη.

Ο Χ. , το σημείο και το μηδέν

Επέστρεψε στο μέρος που γεννήθηκε
κι έχτισε ένα σπίτι. Με ωραία θέα.
Καλώς.
Την άνοιξη στην είσοδο,
κρέμασε και μαγιάτικο στεφάνι.
Καλώς.
Έβαλε και δύο γάτες να τρέχουν στην αυλή.
Καλώς.
Όμως ξέχασε ν ‘ αλλάξει τον αριθμό διεύθυνσης.
Εκείνο το τερατόμορφο μηδέν.

Έτσι μια μέρα ένας τρελός 
περνώντας απ’ έξω
όταν το είδε
απ’ τις καμπύλες του
έδεσε μια θηλιά
και κρεμάστηκε.


Βασίλης Στάμος, Η εποχή του σιδήρου (Ρώμη, 2021)


Οι φίλοι του Ίκαρου

Ζήτησα απ’ το Λουκά να πάρει το χαρακτηρισμό του από πάνω μου και να φύγει. Ζήτησα απ’ τον Ιούνιο να κάνει το ίδιο. Το έκανα συστηματικά - ευγενικός πάντα - ώσπου έμεινα μόνος μου, κι όχι επειδή έφυγαν όλοι τους. Καλά παιδιά. Δεν ξέρω αν υπάρχει ζήτημα ακουστικής φύσης αλλά το ποίημα δε μπορώ να το ακούω να το απαγγέλει κανείς τους· θέλω να το βάλω κάτω να το ξεντύσω και μάλλον όχι σα ρομαντικός εραστής, τουναντίον. Οριστικά αλτέρνατιβ, τριγυρνώ στους μαύρους τόπους του μυαλού, γυρεύω εύστοχες αντιπαραβολές, μια αποτίμηση του εαυτού μου βρύση, να βγάζει κρύο, κι εκείνα τα πέλματα που πονάνε πολύ από την υγρασία. Μιλώ στους ανθρώπους για να τους απορρίψω, κι όταν αυτό δε συμβαίνει, τότε μικρή έκρηξη (*) μια φωτεινή στιγμή ματαιότητας, μια λοξολογία στο εργοστάσιο παραγωγής βουβού σήματος.   Από πού προέκυψε η φιλία σας; Ταυτίστηκαν ζωές ή ταυτίστηκαν ιδέες; Ανταλλάξατε δαχτυλίδια υγρών κρυστάλλων; Συνετάχθη πράξη κινηματικού χαρακτήρα; Κι αν δε μιλάτε την ίδια γλώσσα πες μου αλήθεια πώς καταφέρνεις να φιλονικήσεις; Δεν ταξιδεύω πια στους ανθρώπους· θες να πετάξεις και λιώνουν τα κεριά ολοκαύτωμα εσπερινό. Τον Πέτρο τον αγάπησα γι’ αυτά που πίστευε, όχι γι’ αυτά που κατάφερε κι ο κόκκορας ήταν απλά ένα notification μη και μπει σκύλος στην ιερή τράπεζα και την κατουρήσει αμετάβλητα. Για αύριο προβλέπω κακοκαιρία με ενδεχόμενο δόλο, δε θα πετάξει τίποτα, ούτε οι αναρχικοί.                     Εγώ αντιπελαργώ το χιτώνα μου μέχρι τις τελευταίες παρυφές και το καλό θα νικήσει στο τέλος. Πάντα αυτό γίνεται εξ άλλου. Τα κεριά δε ζουν για πάντα.


Τριτεύουσες τις λέει ο πολιτισμός μας κύριε Πέην

Να σας συστηθώ κύριε Πέην.
Δεν έχει σημασία που δεν είμαι ολόκληρος. Αλήθεια, ποια ήταν η τελευταία φορά που συναντήσατε κάποιον ολόκληρο κύριε Πέην; Εμένα δε μου συμβαίνει σχεδόν ποτέ. Συνέβησαν γεγονότα γεωδυναμικά και αλλαγές. Άνοιξε η Κιβωτός, πνίγηκαν ανώνυμοι οι πιγκουίνοι, το ρήγμα ταυτίστηκε με την ακεραιότητα κι ο Θεός τέτοια εντολή δεν είχε δώσει.
Συγγνώμη κύριε Πέην, δε σας έδειξα και ταυτότητα, θα με πείτε ανάγωγο, σα να μην είμαι Καρχηδόνιος. Σώμα εκτός σώματος, φαλίρισα κύριε Πέην, αυτό νομίζω χρειάζεται να θυμάστε από εμένα. 
Μια παλιά φωτογραφία μου καιροφυλακτούσε σε μια πόλη πολύ μακριά από ‘δω, φορούσα αστέρια στο πουλόβερ, ήμουνα σίγουρα εγώ και μ’ αγαπούσαν τα κορίτσια. Φόραγα φτηνή κολώνια τότε κύριε Πέην, τα πρωινά αργούσα να ξυπνήσω, η Telesystemet δε μου έστελνε μηνύματα κι όμως η ύπαρξή μου δεν είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση, αχ σας παρακαλώ μη μου μιλήσετε ποτέ σας άσχημα.
Είστε παράδοξα ο ιδανικός ακροατής, μιλάτε τους μαιάνδρους, στη χάση και στη φέξη πετυχαίνω πια κάποιον σαν κι εσάς, να σας τρατάρω κάτι κύριε Πέην ή είστε βιαστικός; Ξέρετε θα έβαφα το σπίτι μου κύριε Πέην, θα ήταν πιο ωραίο, θα σας έλεγα να μείνετε κιόλας αν το επιθυμείτε, μα δεν το κάνω γιατί όπου να’ ναι θα το αφήσω, θα πάω σε δυάρι κύριε Πέην, ναι. Θα το στολίσω, θα το κάνω όμορφο κι έξω θα βρέχει. Θα σας πω τότε να έρθετε, θα σας κεράσω μπράντυ, να γίνουμε φίλοι κι εσείς να μου φέρετε έναν καθρέφτη. Σώθηκαν οι καθρέφτες κύριε Πέην. Είμαστε πια μόνο το ύψος μας, φωνάξαμε τόσο που μείναμε μισοί.
 
Ντριν το κουδούνι, να ‘στε πάλι, εγώ κάνω την πρωινή γυμναστική μου τώρα, ένα - δύο - τρία, χοπ, ελάτε πάλι αύριο, τώρα θα πεθάνω κύριε Πέην.


Μυρτώ Χμιελέφσκι, Ο πίσω τοίχος ο ανεπίσημος (Ενύπνιο, 2021)


SALTSJÖBADEN 

Όμως άλλο είναι το θέμα
η γενέθλια ψαρούπολη ─ αυτό είναι το όνομά της
με το ζεστό νερό 
κάτω από τα υπολογισμένα δρομάκια της
και τις μπανάνες μία μία προς πώληση
το θέμα είναι η ησυχία που πέφτει μαζί με το χιόνι
και το βράδυ που έρχεται νωρίς και δίνει το χρόνο 
στις κραυγές του μεθυσμένου να ακουστούν 
οι ελάχιστοι αργοπορημένοι προσπερνούν 
εκτός ίσως από τον Roy Andersson 
και κάνα δυο άλλους σε άλλες ψαρουπόλεις

BRAZIL 

Γιώργο, πιο μακριά δεν μπορούσες να πας
έριξες μαύρη πέτρα στους χειμώνες
Ηλία, τους ξεπέρασες τους παλιούς θανάτους
αλλά ως εκεί
η βιαστική  απόφασή σου, Μαργαρίτα
σε έριξε σε έναν φωταγωγό της Αθήνας του ‘80
η Κική δίδαξε στον γιο της 
την προπαίδεια μέσα σε δυο βδομάδες
όταν έμαθε τη γνωμάτευση
η Γιάννα βρήκε τη δύναμη 
να μην αγκιστρωθεί από τα παιδιά της
η Στέλλα αποφάσισε να κατατρώγει 
μέρα μέρα τα παιδιά της
από κοντά ή από το τηλέφωνο
η Ευτυχία τα έχει όλα υπολογισμένα στο σπίτι της
αλλά το ένα από τα δυο παιδιά της ξέφυγε λένε
εσύ, Μαρία, λες καλύτερα που χώρισα
και θέλει να είσαι σε διαρκή εγρήγορση 
για να μην το ξεχνάς
και εσύ, Βασιλική, είδα το όνομά σου 
στο ταμπελάκι της στολής σου 
πριν ομορφύνεις χώθηκες εδώ 
και δεν ξέρω τι είναι καλύτερο 
η ειρωνεία σου όταν ζήτησα συσκευασία δώρου 
ή το φορεμένο σου χαμόγελο όταν λες:
Μείνατε ευχαριστημένοι 
με την εξυπηρέτηση του καταστήματός μας;


Γεράσιμος Βουτσινάς, Χρονικό μιας Αστραπής (Περισπωμένη, 2021)


Μαγεία 

her tolerant enchanted slope 
W.H. Auden 

Δεν χωράει αμφιβολία
πως η πλαγιά που τώρα
κατεβαίνω με αδημονία
χρειάστηκε μακροχρόνιο σχεδιασμό
για να πάρει αυτή την τέλεια μορφή.

Από την άλλη μοιάζει τόσο όμοια
με τις φευγαλέες κατασκευές
που συναντάς στις αναμνήσεις
ώστε μόνο υποθέσεις μπορείς να κάνεις
για τα εργαλεία που την έπλασαν
και τα συστατικά της ύλης της.

Σαν τον άνεμο τελικά
γλιστράει
μέσα απ’ τα δάχτυλα
αρνείται την αιχμαλωσία
καταλύει τις άμυνες
σε κάνει ευάλωτο.

Βλέπεις όμως τι περίεργο;
Λέξεις στοιβάζονται τώρα
εκεί που για λίγο στάθηκαν
τα σώματά μας
πριν χαθούν μες στο μαγνήτη
του μέλλοντος
για πάντα.

Πνευμόνια από ξύλο
Einst werd ich liegen im Nirgend
bei einem Engel irgend*

Paul Klee

Δεν είχε άλλη διέξοδο από το να κρυφτεί στον πίνακα. Αναρωτήθηκε τι άλλο θα χρειαζόταν εκεί μέσα. Σίγουρα ψηφίδες για το αρχαίο θέατρο του δάσους. Ίσως κι ένα φυλαχτό. Το φως θα έφτανε από τη θάλασσα. Θα διαλυόταν στον καμβά. Και τότε θα κινούσε ο ίδιος πλέον τα νήματα. Θα αποκτούσε δύναμη υπερφυσική και θα στερούσε κάθε μορφή από τη σημασία της. Ναι, το μέλλον είχε κάτι μαγικό. Για χάρη του θα μπορούσε να συμφιλιωθεί ακόμα και με το θάνατο. Πώς όμως να αντέξει τη φλόγα που τον έκαιγε; Οι ανάσες ήταν χάντρες μονόχρωμες στην παλάμη του που όλο και λιγόστευαν.

*Μια μέρα θα βρεθώ στο πουθενά
  με έναν άγγελο δίπλα μου


Δημήτρης Ξυδερός, Αθλοφόροι (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2018)


ΛΟΓΟΣ Α΄ - Ο Άθλος

Αυτή η πόλη καλά κρατεί.
Είναι βαρύ το χώμα,
που σκεπάζουν οι αιώνες.
Είναι το χρονικό της κιβωτός,
φέρει τα ιερά και τα όσια.

Μ’ αυτά τα λάβαρα
ζωντάνεψαν οι μνήμες,
έλαβαν σάρκα και οστά,
έγιναν η φρουρά της.
Κι ο πόλεμος που έφτασε 
προ των πυλών,
μ’ αυτά εδώ τα λάβαρα,
το φόβο που έσπειρε, θα θερίσει.

Κι ας λαβωθήκαμε 
επάνω στις επάλξεις,
εμείς που δοκιμάσαμε την πίστη μας, 
μάρτυρες και ήρωες
οι πιο πιστοί απ’ τους πιστούς·
γράψαμε στα σκουτάρια
τ’ όνομά μας. 

Αυτός ήταν ο άθλος.

Κι ας περιμέναμε 
- έτη πολλά,
με υπομονή και καρτερία.

Κι ας περιμέναμε 
- έτη πολλά,
αυτή η πόλη θα αντέξει
άλλη μια πολιορκία!

ΛΟΓΟΣ Γ΄ - Χειρόγραφο θ΄ : Τοιχογραφία

Με φως γεννήθηκα 
σ’ έναν κόσμο που πενθεί.
Και θάνατο στο θάνατο,
έψαλλα τα Πάθη των λαών.

Με πένθος ανέβηκα 
στου ναού τη σκαλωσιά 
και με τους λύχνους 
του αιώνιού μας κόσμου,
ζωγράφισα το Θείο Δράμα.

Με φως εποίησα
σ’ έναν κόσμο που πενθεί.
Και θάνατο στο θάνατο,
στην Πύλη την ξυλόγλυπτη,
που ωραία άνθιζε η άμπελος,
φύλαξα τάματα ασημένια.
Κι έψαλλα μ’ ολάκερο το φως,
μ’ ολάκερο τροπάριο -
τούτος εδώ ο θάνατος
θα νικηθεί με γέννα!


Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Δρόμοι στη σκόνη (Κουκκίδα, 2021)


Πομπή

Ούτε καλοί ούτε κακοί μονάχα άνθρωποι
μικρά ανώνυμα μυρμήγκια διψασμένα
για μια μικρή σταλαγματιά δροσιάς στο χώμα μας
για έναν τοσοδά μικρό βώλο φαγάκι
τόσο μα τόσο τυχεροί που οι ανάγκες μας
ήτανε πάντα ταπεινές και χωματένιες:
μες στη φωλιά μας όταν έπιανε βροχή
στα δέντρα γύρω σαν ο Μάης τραγουδούσε.

Κι ούτε μυστήρια βαθιά άγνωστα ανείπωτα
μήτε και όνειρα φωτιά να καιν στον ύπνο,
-βαριά αρρώστια του μυαλού- όλοι το ξέρουνε
όποιος γυρεύει τον χαμό, φτερά ζητάει.

Μα καταγής πιο ασφαλείς τον χρόνο σπρώχναμε
σωριάζοντας το βιος μας στα λαγούμια
δίχως μιλιά, δίχως τραγούδια, δίχως βάσανα
μόνο δεξιά ζερβά κουνώντας τις κεραίες
ρυθμίζαμε την κίνηση στ' ανήλιαγα

κι η εφ' ενός ζυγού πομπή αργοκυλούσε.

Διάλογος

Ήταν η μοίρα μου πικρή, με δάκρυα έλεγε
κουφή στα χίλια παρακάλια μου στους θρήνους
στα χίλια καλοπιάσματα· δεν άκουγε
χρόνια και χρόνια τη χαρά κρυμμένη είχε.
Κουράστηκα πια να ζητώ, μήτε που νοιάζομαι
αν είναι τάχατες κακιά, ψεύτρα κι αν είναι...

Και τότε ο  γέροντας σηκώθηκε και βάδισε
προς το παράθυρο κι εκεί σαν μαγεμένος
το φως κοιτούσε που χιμούσε από τα σύννεφα
που 'χαν μαυρίσει και σκεπάζανε τον ήλιο.

Μοίρα τα χέρια σου να λες κι άλλη δε βρέθηκε
πάνω στη γη,  είπε κοιτώντας τα λιβάδια
πέρα μακριά που κοκκινίζανε εξαίσια
απ' ανοιξιάτικες μεγάλες παπαρούνες.


Αλέξιος Μάινας, Προσκόμματα και Ποιμαντικές Λύσεις για την Κατάβαση της Αγέλης στον Κάμπο σε Περίπτωση Αντάρας  (εκδ. Μικρή Άρκτος, 2021)     


Η ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ 
ΝΑ ΣΤΕΦΘΕΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΤΗΣ 

Ένα ταξίδι απ’ την κουρτίνα ώς τα κλαδιά.  

Βουερή καρδιά μου, 
ανάξια! Μελάνι πέρα ώς πέρα!  
Έρωτα τρίκλισμα και ζάλης.  
Και συμπονάς και περιβάλλεις.  
Τον πόνο σου μην τον κοιτάζεις, δράσε!     
Υπήρξες δίχως ταίρι. Παρηγορήσου ότι υπήρξες.   
Σε σένα δόθηκε φτερό – παράτα το μαχαίρι.     

Τέτοιο βαθύ στα μύχια σκάψιμο 
είσαι, ποίηση. Οχιά της άσπρης άμμου      
στη μήτρα αυτή καιρό λαθροκοιμάσαι.   
Στο άσπιλο δοχείο μου κολυμπάνε Κίρκες. 
Οι εραστές μου χάρτινοι. Κάθε παιδί μου νόθο.     
Είμαι μια θάλασσα. Τα κύματα τα νιώθω 
εδώ στο χέρι.  

Σκληρή ζωή το γράψιμο. 
Μα δεν θα γίνω αλλιώς μητέρα.  

Ο ΚΥΚΛΙΚΟΣ ΘΗΣΕΑΣ     

Το σπίτι των κραμάτων. 

Παλιά όλα αυτά ήταν κρεβατοκάμαρες, 
τα μετάξια θύμιζαν σανό, 
τα μυρμήγκια ξαφνική μπουγάδα,     
το φως άσπριζε από μόνο του ταξίδι και πανιά.   
Ο μινώταυρος πηγαινοερχόταν παντού 
σαν αράχνη στα δυο του πόδια.  
Τα μηνίγγια του μαγνήτες   
κι ο τρομαχτικός χαλκάς.  

Τώρα μένει το πτώμα του 
σε λωρίδες χαλί 
στριμωγμένο στα τούβλα. 
Δίπλα το θυσιαστήριο, τα άμφια, 
ένας τενεκές με ξεραμένη μπογιά. 
Στις κόχες οι φάκες 
με το σκοτωμένο κασέρι. 

Απ’ τον λαβύρινθο έμεινε 
ο μακρόστενος διάδρομος 
κι ο χώρος αναμονής. 
Δεν έχεις τίποτα πια να πεις  
αλλά τα χνότα κολλάνε στη μάσκα    

καθώς η Πασιφάη 
σ’ ακούει να τραυλίζεις 
και σου βάζει τον λοστό 
στο πάνινό σου 
στόμα.     


Νίκη Παπαξενοφώντος, Θάλασσες τα πρωινά μυστικές (Σμίλη, 2020)
 

Η τέφρα μου στο Αιγαίο

Να μου οσφραίνεσαι                                                                                         
αρμύρα θάλασσας τη συντριβή∙ κήπος υγρός
ύστατο χάρισμα της αδικίας.

Έωλος Μάης
ήταν ο μήνας που αγαπηθήκαμε∙
χέρια που έτρεμαν, χείλη που έτρεμαν
άγγιγμα όνειρο∙ ήσουν ο έρωτας της εφηβείας.

Δύστοκη Άνοιξη, αιολική.
Ιχνηλατώ την απουσία σου
τώρα και πάντοτε: πνιγμένη μνήμη.

Χελιδονόψαρα μες στα νερά
οι πρώτες λέξεις μας, αύρες μικρές.
Και το πλησίασμα –
έπαρση της θηλής βαθιά στο βλέμμα σου.
Αίνιγμα έρωτας. Η ηδονή.
Και η οδύνη.

Ακατανόητα αναλωθήκαμε.
Κι ήρθε απρόσμενη κείνη η συνάντηση,
νωπό φθινόπωρο.
 Μα πόσο η Μοίρα μας, μια Ερινύα.

Μακραίνει η θάλασσα, κήπος υγρός.
Μέσα σπαθίζουν χελιδονόψαρα,
σαν τις ανταύγειες βαθιά στα μάτια σου. Αιμορραγώ∙
βάφει ο αφρός,
στάζει τη στάχτη σου κύμα το κύμα.

Θολά νησιά σαν φαιοχώματα∙
άκαιροι  έρωτες –
κομμένο νήμα.

Αδώνιδος ...

Χάριτες, Ώρες, και η Πειθώ – τόσο αχρείαστη.
Συμπαραστέκονται στην που πενθεί: μαλλιά λυτά,
μέλη λευκά, η Κυθερεία˙η  γεννημένη μες τους αφρούς.
Η Κύπρις, άλλως πως. Και η Παφία.

Πάνω στα μάρμαρα, μέλη γυμνά, κείτεται ο Άδωνις.
Μεταξωτά, ξανθά μαλλιά και μια πληγή. Κόκκινο ρόδο.

Οι κυνηγοί που μας τον έφεραν, 
«Ένθεος φθόνος», είπανε μόνο.

Το μαύρο σύννεφο που μετεωρίστηκε πάνω απ’ την κλίνη σας,
εψές αργά, ήταν Θεός. Ήταν ο Άρης ο φοβερός. 
Θωριά αγριόχοιρου - έτσι τον άρπαξε. 
Και τονε ξέσκισε στο μαύρο δάσος.

Αχ, δεν σε άκουσε.Τα τόσα που’ λεγες, «ώρα κακή».
Και δε φυλάχτηκε.
 
Κρυμμένη η Άτροπος παραφυλούσε.

 Θνητός, Κυρά μου, τι καρτεράς; 
Οι άσπρες πλάκες του δειλινού ακόμη αχνίζουν 
από το αίμα του.

Η λαγκαδιά που ‘δε τον Άδωνι να ξεψυχά
κάτω απ’ τον κάπρο, γέμισε κόκκινο.

Κι από το δάσος το σκοτεινό ως το ναό σου,
φύτρωσαν άλικες οι ανεμώνες.
Κι εσύ σπαράζεις με τόση άνθηση∙ σώπα, Κυρά...

Σου ‘χτισε δώμα με τα δυο χέρια του, μικρό, πετρόκτιστο.
με τα πεζούλια του μες τον ασβέστη.
Εδώ θ’ αφήσεις κι εσύ το σώμα σου, κείνο που του’ δωσες.
Ντύμα φιδιού που μένει πίσω.

Πάνω στον Όλυμπο σε περιμένουν οι εραστές – 
και η συγχώρηση. Λήθη μικρή. Ζωή και πάλι.

Μα – αυτός ο πόνος ο λυδικός 
που αναταράζει βαθιά τα σπλάχνα σου 
μνήμη πικρή; 

Ξέρω κυρά∙ εσύ τον έπλυνες.
Θυμητικά τα δάχτυλά σου σ’ όλο το σώμα του˙
μύρα κι ανθόνερο˙ αφή στερνή μες στα μαλλιά του.
Και τώρα κλαις. Κι εμείς τριγύρω.

 «Έφηβος σύζυγος» - μόλις ξανθό χνούδι μελιού                                                
στο πάνω χείλος του∙ να μην πληγώσει                                                                                                    
τις παρειές σου τις μαλακές 
τώρα με δάκρυα αυλακωμένες.

Εσύ, μια αθάνατη,  που αξιώθηκες χάρη θνητής,
έφηβο Έρωτα, παραφορά˙ που κάθε άνοιξη θα σε πονά
χρόνο το χρόνo.

Να τυραννιέσαι κάθε φορά που στην Παλαίπαφο
θα κλαιν τον Άδωνι  οι κοπελιές. 
Για μια θεά, η συμφορά, μια στιγμή μόνο.                                                                   

© Poeticanet         


Ημ/νία δημοσίευσης: 16 Μαΐου 2022