Εκτύπωση του άρθρου

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

Το άνθος της ερήμου


Ο πόθος λάμπει περισσότερο
όταν  μες την ανώτερη επιταγή η σάρκα φθίνει
για να επικρατήσει η ιδέα.
Εκεί στα σώματα αίφνης εργάζεται μια σύνπραξη
κατέρχεται το νόημα μέσα στους δυό και μένει.
Αυτά τα δυό –άρεν και θήλυ– τι επιμονή να
ονομάζονται κυνηγοί σε υγρά δάση όπου
φωλιάζει το ελάφι της χαράς.
(Είναι η χαρά δίκαιο κράτος κι άλλοτε μια ανάμνηση
να την ποτίζεις.)

Από έναν τόπο έρχονται μαζί
άρρεν και θήλυ, με ιδιότητες και όλα τα χρεώδη.
Φιλιούνται απιθώνοντας στη γλώσσα
μια λάμψη ίδια με τη σκηνή των μοναχών
στην  έρημο
που σε θαμπώνει η αυτοτέλειά της.
Στην ακαταληψία του έρωτα δεν βρίσκω
παρά το σεντόνι μου
που με σκεπάζει η διττότητα
που με λυπεί η χωρισμένη φύση μου.

Άρρεν και θήλυ, τι σχήμα που φω-
νάζει: ο πόθος σάς βαφτίζει ετερώνυμα
για να έλκεστε.
(Άρρεν και θήλυ – πάντα θα νικιέμαι
στη μάχη αυτή όπου με θέλγουν οι
αντικατοπτρισμοί.)
Ξέρω, ο χρόνος των ερώτων, καπνός,
μες τις αιώνιες γειτονιές η σάρκα δεν χωράει.
Φτιάχνω  ξανά τη σκηνή μου
με ονομάζω μόνη, ον
που τρέφεται με βρύα και λειχήνες.

Μικρά τα υπάρχοντά μου, ασήμαντα
ρέει κι εδώ το εφήμερο : ο
ποιητής Κλεοπάτρα
(κλέος της πατρίδας ή άπατρις νοημοσύνη;)
Μου λέει: ώσπερ η άμμος υποκάτω των νεφών
δεινή έκτασις o προσευχόμενοs
παρακάμπτει όλους τους μουσηγέτες
όμως στην σκηνή σου φυσάνε πάθη
γι’ αυτό απόλαυσε το
κυνήγι
–θήραμα η μέρα, θήραμα η ζωή.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη