Εκτύπωση του άρθρου
Ο Άνθρωπος από τη Γαλιλαία: ένα χριστολογικό ποίημα για τη σιωπή του Θεού*
 
«Γιατί όσο λιγότερο Τον καταλαβαίνουν, τόσο περισσότερο Τον πλησιάζουν, όπως λέγει και ο Προφήτης».
 
Ιωάννης του Σταυρού
 
Ο Άνθρωπος από τη Γαλιλαία του Ηλία Λάγιου ολοκληρώνει τη λογοτεχνική διαδρομή μίας εικοσαετίας. Στα δεκαέξι ποιητικά βιβλία αυτής της διαδρομής συμπυκνώνεται μία από τα σημαντικότερες ποιητικές της μεταπολιτευτικής μας ποίησης. Ο Λάγιος αναμετρήθηκε με την ελληνική γλώσσα ακολουθώντας το δύσκολο μονοπάτι του λυρισμού σε μία εποχή που οι μεγάλες λυρικές αφηγήσεις της νεωτερικότητας έχουν αρχίσει να αποσυντίθενται σε πολλαπλές και ενίοτε εσωστρεφείς ή ερμητικές αναγνώσεις. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο Λάγιος, όσο κι αν τον έλκει το θέμα του θανάτου, είναι ποιητής της ζωής· παρατηρεί επίμονα τη δική του ζωή και τη ζωή των άλλων που μοιάζει παράλογη, και με τα καλλιτεχνικά του αντανακλαστικά βυθίζεται στο καταφύγιο της ποίησης, για να οχυρωθεί πίσω από έναν προσωπικό σκληρό λυρισμό που λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Ωστόσο, ο Λάγιος δεν εγκαταλείπει ποτέ τον αγώνα της αναζήτησης της αρτιότερης ποιητικής μορφής· έχοντας μία μοναδική ικανότητα να σκηνοθετεί τις ψυχικές καταστάσεις που τον καταδιώκουν, όπως είναι η οργή, ο τρόμος, η οδύνη, αναζητεί την ευγενέστερη λέξη και την αρτιότερη στιχουργική μορφή:
 
            Άρχοντά μου, σβησμένη σάρκα, μάτια χωρίς τα μάτια σου,
            σβώλε από χώμα, αχερουσία, μεσάνυχτα του κανενός,
            μα πώς βαστάς την τόση απουσία;
            Δεν σ’ τό ’πανε, ψυχούλα μου, που ο θάνατος νικήθηκε για πάντα;
 
Παραφράζοντας μία θέση του Βύρωνα Λεοντάρη για τον Καρυωτάκη, θα έλεγα ότι ο Λάγιος, λυρικός ποιητής και συγχρόνως ποιητής οδυνηρών και ακραίων ψυχικών καταστάσεων «ένωσε τις άκρες των δύο τάσεων προκαλώντας την τρομερή ηλεκτρική κένωση στο σώμα της λογοτεχνίας μας».[1] Ο Λάγιος γράφει πάντα μ’ ένα πλεόνασμα λυρικού τόνου· η ποιητική του ιδιοσυγκρασία τον έλκει, κατά τη γνώμη μου, διαρκώς προς τον Σικελιανό και τον Καρυωτάκη. Το καλλιτεχνικό επίτευγμα του Λάγιου είναι βέβαια αξεχώριστο από τη γλώσσα του, ένα πλούσιο γλωσσικό ιδίωμα που μαρτυρεί βαθιά γνώση και επίμονη μελέτη της ελληνικής γλώσσας στη διαχρονία της· πρόκειται για ένα προσωπικό και αναγνωρίσιμο πλέον ιδίωμα το οποίο διακρίνει, όπως τόνισε η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «ασυνήθιστη δημιουργική ιδιοφυΐα και τόλμη».[2] Αυτή η τόλμη, η οποία προκάλεσε την αμηχανία της κριτικής, ωθεί τον Λάγιο στην εκμετάλλευση γλωσσικών δυνατοτήτων, οι οποίες σύμφωνα με μία παλαιότερη οργανική αντίληψη της ποιητικής γλώσσας θα μπορούσαν να θεωρηθούν μεταξύ τους ασυμβίβαστες. Ας θυμηθούμε ένα παράδειγμα από ένα παλαιότερο βιβλίο:
 
  Ω! Οι ποικίλες εκδοχές του Μύθου, η (έτσι είπαν) Ιστορία καθ’ εαυτήν,
  η ευεργεσία που εάν έγινε, η ευεργεσία που τάχα ανταποδόθηκε,
  ο πρωθύστερος χρόνος της δικαιοσύνης, η ίδια η αδικία προς πέραν
                        του κακού
  μάλλον, δεν υπήρξαν ποτέ.
 
Η επαίσχυντος προδοσία, αυτή που εσύ ποιείς και κατά μόνας υποφέρεις,
 ο άδικος αφανισμός, ο κατακαημός, ο χαμός του Χρήστου Βακαλόπουλου,
            ένας κάποιος Ηλίας Λάγιος παραπαίοντας, να προσγράφεται στα
            παροπλισμένα σκοτάδια
            Θεέ μου, κάνε, όπως μην υπήρξαν ποτέ.
 
            Ας στραφούμε τώρα και για όσο χρόνο μας απομένει στον Άνθρωπο από τη Γαλιλαία. Εδώ ο Λάγιος εκμεταλλεύεται τον μύθο του Ιησού για να επεξεργαστεί εκ νέου ορισμένα θέματα, τα οποία τον είχαν απασχολήσει και παλαιότερα, όπως είναι η σχέση πατέρα-γιου, η θέση του ανθρώπου στην ιστορία και η τραγικότητα του ατομικού και συλλογικού βίου, αλλά και για να μας μιλήσει από τη σκοπιά του ποιητή για το πρόβλημα της ύπαρξης του κακού. Έχει ήδη επισημανθεί η θέση του συγκεκριμένου βιβλίου ανάμεσα στα έργα της μεγάλης χριστολογικής παράδοσης,[3] στην οποία ανήκουν μεταξύ άλλων και τα ποιήματα για τον Ιησού του Σικελιανού και του Παπατσώνη, και έχει τονιστεί η πρωτοτυπία και η τόλμη του εγχειρήματος του Λάγιου να θέσει στο κέντρο της προβληματικής του ένα μάλλον ανεπίκαιρο σήμερα ζήτημα.[4] Εδώ, η σημασία του βιβλικού κειμένου, από το οποίο αντλεί ο Λάγιος τη θεματική του, υπόκειται αφ’ ενός στους περιορισμούς που το ίδιο το κείμενο εμπεριέχει λόγω της δημιουργίας του μέσα σε μία δεδομένη πολιτισμική συνθήκη, ενώ αφ’ ετέρου ενεργοποιείται εκ νέου από τη σκοπιά του παρόντος λόγω των διαφορετικών προσδοκιών μίας νέας συνθήκης ερμηνειών και αναγνώσεων.
Ο Άνθρωπος από τη Γαλιλαία είναι ποίημα γραμμένο σε verset, δηλαδή σε μακροσκελή πεζό στίχο, όπως άλλωστε και ένα έργο με ανάλογο θέμα, το ποίημα του Claudel για το μαρτύριο του Χριστού με τίτλο Ο Δρόμος του Σταυρού (La Chemin de la Croix). Ενώ όμως πίσω από τον παραδομένο στο μαρτύριο Ιησού του Claudel αστράφτει η θεϊκή λάμψη, ο Λάγιος υπογραμμίζει ευθύς με την παρακειμενική ένδειξη του τίτλου την ανθρώπινη πλευρά του Ιησού· τα γεγονότα που εξιστορούνται στο ποίημα υποτάσσονται σε ένα σκληρό σχέδιο θεϊκής οικονομίας, το οποίο όμως δεν επαρκεί για να ερμηνεύσει, ούτε βέβαια και να δικαιώσει, την ύπαρξη του κακού. Η σφαγή των νηπίων, για παράδειγμα, έχει ελάχιστη σημασία μπροστά στη γέννηση του θείου βρέφους, ένα γεγονός το οποίο ο Λάγιος παρακολουθεί με το ουδέτερο βλέμμα του σκεπτικιστή, ενώ όταν μεταγράφει γνωστά λόγια του Ιησού από τις ευαγγελικές αφηγήσεις, όπως τους «Μακαρισμούς» στην επί του Όρους Ομιλία, ο ποιητής προχωρεί σε μία ερμηνευτική του ευαγγελικού κειμένου, σε έναν ποιητικό, και ως τέτοιο, αναπόφευκτα, αιρετικό σχολιασμό των θεϊκών εντολών:
 
τους οίκους σας εγκαταλείψτε να ερειπώσουν, παρατήστε τα χωράφια
αγεώργητα.
σφάξτε τους γιους σας, δώστε στα σκυλιά σας τους γονείς, κι ας ατιμάσετε τις
θυγατέρες.
εγώ είμαι η γαλήνη, η απραξία, η αταραξία. μετά από μέναν του πατρός μου η
όργητα.
με τ’ Άγιο Πνεύμα νύφη σας, στης βασιλείας τον προθάλαμο, θα σας αλλάξω
βέρες.
 
Ωστόσο, εικόνες όπως η παραπάνω δεν είναι ξένες στη θεολογική μας παράδοση· ας θυμηθούμε την αποκήρυξη των συγγενικών σχέσεων στο όνομα του ασκητισμού από τον Ιωάννη της Κλίμακος, ή ας στραφούμε στο ίδιο το ευαγγελικό κείμενο για να διαβάσουμε τα λόγια με τα οποία κλείνει η επί του Όρους Ομιλία: «Πας ουν όστις ακούει μου τους λόγους τούτους και ποιεί αυτούς, ομοιώσω αυτόν ανδρί φρονίμω, όστις ωκοδόμησε την οικίαν αυτού επί την πέτραν·  και κατέβη η βροχή και ήλθον οι ποταμοί και έπνευσαν οι άνεμοι και πρσέπεσον τη οικία εκείνη, και ουκ έπεσε· τεθεμελίωτο γαρ επί την πέτραν. Και πας ο ακούων μου τους λόγους τούτους και μη ποιών αυτούς ομοιωθήσεται ανδρί μωρώ, όστις ωκοδόμησε την οικίαν αυτού επί την άμμον· και κατέβη η βροχή και ήλθον οι ποταμοί και έπνευσαν οι άνεμοι και προσέκοψαν τη οικία εκείνη, και έπεσε, και ην η πτώσις αυτής μεγάλη».
Ο Λάγιος παρουσιάζει με τέτοια γλωσσική και συγκινησιακή δύναμη την σκληρότητα του ανθρώπου Χριστού, ώστε θα ήταν αδύνατο να μη τη συσχετίσει κανείς με την αυστηρή θεοδικία και τη σκληρότητα του ίδιου του Θεού μέσα στη σιωπή του. Όσο σκληρός είναι ο Χριστός απέναντι στην ανθρωπότητα μέσα στο ποίημα, τόσο σκληρός είναι και ο Θεός απέναντι στον Χριστό και τον άνθρωπο. Από αυτή τη σκοπιά, ο Ιησούς στο βιβλίο του Λάγιου γίνεται σύμβολο του περιπλανώμενου ανθρώπου που είναι ξένος μέσα στον κόσμο και ριζικά διαχωρισμένος από τον Θεό, και δεν θα ήταν σφάλμα εάν αναζητούσαμε την καταγωγή αυτής της εικόνας στις διδασκαλίες του γνωστικισμού. Ο Λάγιος υψώνει εδώ το ποιητικό του ρήμα προς την κατεύθυνση ενός Θεού, ο οποίος δείχνει να έχει αποσυρθεί από το πεδίο της ιστορίας. Όπως υποστηρίζει ο γάλλος φιλόσοφος Paul Ricoeur, «η έλλειψη απάντησης σε αυτή την κραυγή συνιστά την ύψιστη ιστορική απελπισία, την Urleiden στην κλίμακα της ιστορίας».[5] Εάν η ποιητική κραυγή του Λάγιου ενεργοποιείται εκ νέου σήμερα, αυτό οφείλεται σε μία νέα ιστορικοποίηση της σχέσης του Θεού με τον άνθρωπο μέσα σε νέες πολιτισμικές συνθήκες. Ας δούμε τη σκηνή στο Όρος των Ελαιών, η οποία περιγράφεται έξοχα στο απόσπασμα με τίτλο «Μάρκ. ιδ´, 32-42»:
 
            Η νύχτα της Γεθσημανή. ικέτευσα τους τρεις· μετ’ εμού γρηγορείτε. και
προχώρησα,
            λίγο πιο κει, στο μυστικό τοπείο όπου βότρυς θα συνάζομουν στο πατητήρι.
            είπα· αββά ο πατήρ, η ύπαρξή μου θήλεια επί χρήμασι και η δική σου
εμπόρισσα,
            ευλόγησε, χάριν εσού, να γένω οίνος γλυκός όσο πικρό το προσφερόμενο
ποτήρι.
                        ………..
            γύρναγα και κοιμόντουσαν. τόνε παρακαλούσα και δεν με άκουγε· όλοι μας
αθύρματα.
η  εσχάτη ώρα μου καμπάνιζε να μού εξιστορεί προσμάταιη την πρώτη.
αύριο, θα πουν πως ήμουν χελιδόνι διαβατάρικο που μπλέχτηκε στα
σύρματα,
τώρα, θα κατεβώ για να φιλήσω (ή να με φιλήσει; ξέχασα τον ρόλο) τον
προδότη.
 
            Πίσω από τα μετέωρα ρήματα ικεσίας του Χριστού ενώπιον του Πατρός του, αναγνωρίζει κανείς την αρχετυπική σχέση πατέρα-γιου, ένα θέμα το οποίο αποτελεί ενδεχομένως τον πυρήνα της ποίησης του Λάγιου εν γένει.[6] Στο απόσπασμα που μόλις σας διάβασα, ο Ιησούς είναι βέβαιος ότι ο Θεός δεν έχει ακούσει την ικεσία του, ενώ σε ένα άλλο σημείο του βιβλίου ο ποιητής εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες της ομοιοκαταληξίας για να αποτυπώσει την αγωνιώδη σχέση του με τον πατέρα:
                       
            υπάκουε τυφλά στην έκσταση των λέξεων που υπαγόρευε ο πατέρας
            ....
            επισκοπούσε, στην τρωκτική απεραντοσύνη του τον ουρανό, το άδειο τέρας.[7]
 
Αυτή η προβληματική σχέση του γιου με έναν αυστηρό, σκληρό πατέρα προκαλεί ένα αίσθημα  ενοχής, από το οποίο ο ποιητής αδυνατεί να αποδράσει. «Σ’ εμένα που δεν μπορώ να βαστάξω την δικιά μου οφειλή, ποιος μου φορτώνει το παραπέρα – την κόλαση των άλλων;», διερωτάται ο Λάγιος σε ένα προηγούμενο βιβλίο του, ενώ το αίτημα, η επιθυμία συγχώρεσης είναι η συνθήκη που προκαλεί την προσευχή. Ο τελευταίος στίχος του βιβλίου μάς ανακοινώνει ακριβώς αυτή την προοπτική άρσης του βάρους της ενοχής, μέσω της χάρης που προσφέρει ο πατέρας στον γιο του:
 
να λουλουδίσω, του πατέρα μου καμάρι, αμόλυντο, παρθενικό, πανάγιο κρίνο.
           
Η σκληρότητα του πατέρα τονίζεται με την αντίστιξή της στην ευσπλαχνική περιγραφή της μητρότητας όπως αντικατοπτρίζεται στο πρόσωπο της Παναγίας, σε ένα σημείο όπου ο Λάγιος συναντά απροσδόκητα τον Claudel, με κοινή ασφαλώς την απώτερη καταγωγή των δύο ποιημάτων από τα χριστιανικά λειτουργικά πρότυπα. Οι πρώτοι στίχοι από την «Τέταρτη στάση» του Claudel στον Δρόμο του Σταυρού, στη μετάφραση του Τάκη Παπατσώνη, έχουν ως εξής:
 
Μητέρες όσες είδατε να σας πεθαίνει το μονάκριβό σας το παιδί,
            θυμηθήτε τη νύχτα εκείνη, την τελευταία, δίπλα στο μικρό πλάσμα, ενώ
ψυχομαχεί,
            τον πάγο, το θερμόμετρο, μια γουλιά νερό που παλαίβατε να το κάνετε
να την καταπιή,
και το θάνατο, που κατάφθανε λίγο λίγο, που δεν μπορούσε πια να
παραγνωρισθή.
            Βάλτε του τα φτωχά του σκαρπινάκια, αλλάχτε του ασπρόρρουχα να
στολισθή.
            Έρχεται κάποιος να μου το πάρει, να καταχώσει μέσα στη γης το φως μου.
Έχε γεια, πια, καλό μου παιδάκι! Έχε γεια, ω σάρκα της σαρκός μου![8]
 
O Λάγιος διερευνά από μία άλλη σκοπιά την προβληματική σχέση πατέρα-γιου όταν περιγράφει τη στιγμή που ο Ιησούς καλεί τη Μαρία να υποδεχθεί τον Ιωάννη ως υιό της. Ωστόσο, όπως θα φανεί στους τελευταίους στίχους που θα σας διαβάσω, ο ποιητής, αλλάζοντας την εστίαση του ποιήματος, προσθέτει ένα σχόλιο στην υπόδειξη του Ιησού «γύναι, ίδε ο υιός σου» εισερχόμενος στην ψυχολογία της μητέρας που αδυνατεί να απαρνηθεί τη μητρότητα· εδώ η μητρική αγάπη μεταστρέφει την προοπτική του ποιήματος:
 
Αν, προσώρας έστω, δύνονταν ν’ αντιληφθεί τη θνητή απελπισία, το
ψυχοπάλαισμα,
            αν το αισθάνουνταν πως τη μακέλλευε, καθώς συνέθλιβε, αμούστακο, τον
Ιωάννη,
            θα εννοούσε ότι αυτός είναι η μυλόπετρα να έχει το δάκρυ τους για άλεσμα,               άρτοι στο φούρνο του, ιχθείς που τ’ άγκιστρο του προορισμού του θα
ξεκάνει.
 
το ν’ αγαπάς, ανθρώπινα, σημαίνει να δηλώνεις το σαρκίο σου του άλλου
είλωτα.
            κι όπως ο λευκασμός δεν απαλείφεται απ’ το δάχτυλο τη απουσία βέρας,                    έτσι ο δικός μας ο καιρός καταλογίζει όλα τα πράματα, ευκρινή κι αδήλωτα        έτσι, γι’ αυτήν, δε σβήνεται ποτέ ο καρπός, μονάκριβος, της μητρικής
γαστέρας.
 
Ο αρνητικός, σκληρός λυρισμός του Λάγιου ολοκληρώνεται πάντα με μία ανάλογη λυρική μεταστροφή, λόγω της μοναδικής ικανότητας του ποιητή να αφουγκράζεται το θαύμα. Σε ένα σημείο του βιβλίου διαβάζουμε, για τη θυσία, ότι
 
                  δια του στεφάνου, πάντα καταλεί τα ψέματα
φουστάνι πια, της ανθρωπότητας, και νάζι,
κι ως οι άκανθες, τρυπώντας, πλημμυρίζουν αίματα,
η μυστική θυσία τον θάνατο αγιάζει.
 
Ο Λάγιος γνωρίζει ότι ο Θεός έχει δραπετεύσει από την τάξη των λέξεων, γι’ αυτό και επιχειρεί να αναπληρώσει το κενό των ονομάτων με τη ρητορική. Η ανοίκεια ποιητική του γλώσσα, η γλωσσική του αποστασιοποίηση μέσα στο ποίημα, υποτάσσεται βέβαια στην κεντρική ιδέα της προβληματικής του, την τρομακτική απόσταση που κρατά ο Θεός από τα ανθρώπινα πράγματα. Μετατρέποντας, όμως, ο ποιητής παραδειγματικά τη φωνή του σε θρήνο του σημερινού ανθρώπου που υποφέρει, μεταβάλλει τον θρήνο του σε προσευχή, χωρίς να λησμονεί ούτε στιγμή τη σιωπή του Θεού. Με αυτή την προϋπόθεση, ο ποιητής δεν επιχειρεί να δικαιολογήσει τη θεϊκή σκληρότητα, ούτε αποδέχεται μονομερώς ένα σχέδιο σωτηρίας που εμπεριέχει την αμαρτία, την τιμωρία και τη λύτρωση, αλλά εστιάζοντας στις πολλαπλές δυνατότητες ανάγνωσης του βιβλικού κειμένου, διερευνά τα όρια της σχέσης του Θεού με τον άνθρωπο ακόμη κι όταν ο Θεός έχει αποσυρθεί από την ιστορία. Η απόκρυψη του Θεού είναι μία υπαρξιακή, και –γιατί όχι– κοινωνική και πολιτική συνθήκη, την οποία ο ποιητής δεν αποποιείται, αλλά παρ’ όλη την εγκυρότητά της και πολύ περισσότερο εν μέσω αυτής της συνθήκης, υψώνει ένα θρήνο–προσευχή, που την ίδια στιγμή είναι ένα παράπονο προς τον Θεού που τον οδηγεί στην κάθαρση,[9] χωρίς όμως να εγκαταλείπει την πίστη του στη γλώσσα· το γεγονός ότι ο Λάγιος κερδίζει σε αυτό το βιβλίο το λυρικό του στοίχημα θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποδεικνύει, έστω και αντεστραμμένα, ότι η γλώσσα είναι ένας τόπος μέσα στον οποίο μπορεί ακόμη να ενεργοποιείται το θαύμα.
 
Δημ. Ελευθεράκης


* Κείμενο ομιλίας που εκφωνήθηκε, με ορισμένες συντομεύσεις, σε εκδήλωση που διοργάνωσε η «Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία» στη Στοά του Βιβλίου, στις 24 Μαϊου 2006, για τα οκτώ ποιητικά βιβλία που έφθασαν ώς την τελική λίστα για το Κρατικό Βραβείς Ποίησης 2005.
[1] Βύρων Λεοντάρης, «Θέσεις για τον Καρυωτάκη», Δοκίμια για την ποίηση, Έρασμος ,1985, σ. 18. Βλ. και την άποψη του Ευριπίδη Γαραντούδη ότι «ο Λάγιος έγραψε συγκλονιστικά ποιήματα όπου το θεματικό υλικό, δηλαδή ο σπαραγμένος ψυχισμός του και το δραματικό και λυρικό ποιητικό ρήμα του συντονίζονται αρμονικά», στο «Λάγιος, ο ονειροπόλος κυνικός», Τα Νέα, 19/11/2005.
[2]  Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «Mια Kιβωτός της ελληνικής γλώσσας», Τα Νέα, 25/09/2004.
[3] Βλ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «Τι είναι η ποίηση μπροστά στο κακό;», Τα Νέα, 15/01/2005.
[4] Βλ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, «Ο ποιητής, ο Ιησούς και η τραγωδία της κτίσης», Νέα Εστία, τ. 1783, Νοέμβριος 2005.
[5] Paul Ricoeur, «Ο θρήνος ως προσευχή», στο Paul Ricoeur & André LaCocque, Ας σκεφτούμε τη Βίβλο, μτφρ. Α. Παπαθανασοπούλου και Φ. Σιατίστας, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2005, σ. 294.
[6] Βλ. την εξαιρετική ανάγνωση του Δημήτρη Κοσμόπουλου όσον αφορά το πρόβλημα του πατέρα στον Λάγιο αλλά και άλλες παραμέτρους της ποιητικής του: «Ηλίας Λάγιος, ποιητής (ένα πόνημα αδελφικόν), manifesto, τ. 5, Χειμώνας 2006, σ. 36 κεξ.
[7] Βλ. και το ποίημα «Τραγούδι της Σάι-Λαχθ-Σου, αγοριού του πόνου, κοριτσιού των ηδονών, για τον πατέρα του τον δράκο» από τη συλλογή Μουζικούλες (1997).
[8] Paul Claudel, Ο Δρόμος του Σταυρού, μτφρ. Τάκης Παπατσώνης, Ιδεόγραμμα, Αθήνα 2002, σ. 21.
[9] Βλ. Paul Ricoeur, “Evil, a Challenge to Philosophy and Theology”, στο Figuring the Sacred: Religion, Narrative and Imagination, Fortress Press, Minneapolis 1995, σ. 260. Ευθύνες από τον Θεό ζητά, τηρουμένων των αναλογιών, εκτός από τον βιβλικό Ιώβ, και ο Βολταίρος στο Ποίημα για την καταστροφή της Λισαβώνας· βλ. Παναγιώτης Κονδύλης, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Θεμέλιο, Αθήνα 31998, τ. Β´, σ. 148 κεξ.