Εκτύπωση του άρθρου
ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΦΕΣΣΑ

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΟΥΛΙΟΥ

ΚΡΙΤΙΚΗ: ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ
 
 
Πολλά δε θέλω: / Μόνο τον εαυτό μου να διατυπώσω αγωνίζομαι (…) λέει η Αντιγόνη Φεσσά  σ’ αυτή την  ποιητική συλλογή της, που ταπεινά τιτλοφορεί Προσευχή Πουλιού.
 
Το πουλί, με τη μικρή, έμφοβη, αλλά ολόδική του φωνή, ραμφίζει τη σιωπή,   τολμά ραγίσματα στο γαλάζιο –για να προβάλλει στιγμιαία την ύπαρξή του στο χάος. Δοκιμάζει ολοένα τρίλιες, τιτιβίσματα, κελαηδισμούς,  για να υμνήσει ή να παραπονεθεί, για να εκφράσει τη λύπη ή την αγαλλίασή του, για να εκπέμψει το ερωτικό του κάλεσμα και να διαδηλώσει τη λαχτάρα του για ζωή. Ο ποιητής, κι αυτός ένα φτερωτό πλάσμα του Θεού, κάνει ακριβώς το ίδιο: συνθέτει και ανασυνθέτει τις λέξεις που του δόθηκαν σε φράσεις λίγο πιο πολύπλοκες, λίγο πιο απροσδόκητες (ή, ακόμα, εκπέμπει και σε υπόηχους και  υπέρηχους - σε συχνότητες και τονικότητες που δεν μπορεί να τις αντιληφθεί σ’ όλο το εύρος τους η ακοή). Και προσπαθεί να αρθρώσει Λόγο, να ερμηνεύσει την έλλογη ύπαρξή του, αυτή που οφείλει να «διατυπωθεί», όσο δύναται, για να δικαιωθεί.
 
Η νέα ποιήτρια, σαν το πουλί, συλλαμβάνει στον αέρα ιδέες και έννοιες άπιαστες, που την ταλανίζουν βουίζοντας γύρω της, χωρίς σαφή μορφή ακόμα, σε αγγελική κατάσταση χάριτος: την ιδέα του έρωτα, την έννοια της ζωής, της μοναξιάς, του Θεού, του κόσμου… Και μ’ αυτά τα εφήμερα και τα αιώνια τρέφει τους στίχους της. 
 
Ο έρωτας την τρομάζει, απογοητεύεται:  Αλίμονο! Μια ψευδαίσθηση κι ο έρωτας / Μάταιος, χάνεται στο φεγγαρόφωτο...
Αλλά πώς μπορεί να ξεφύγει; Το μόνο που ξέρω: / Θέλω ν' αγαπήσω / Με πόθο τόσο βαρύ / Που αρρωσταίνω.
Η ζωή τη φοβίζει επίσης. Την αποθαρρύνει με την σκληρότητά της –νιώθει συχνά πως δεν έχει δύναμη να αναμετρηθεί μαζί της. Προτιμά να μένει θεατής των ημερών της και των ημερών των άλλων, κρυμμένη στον μυστικό της χώρο με τις λέξεις και τα άλλα παιδικά της παιχνίδια. Ποθεί να καταφύγει στην ασφάλεια της μοναξιάς της, επινοεί μια ενιαία θεώρηση του χρόνου εξομοιώνοντας τα πρώτα χρόνια, της αθωότητας, με τα μελλούμενα, της επίγνωσης: Θέλω να φύγω μακριά. //Να φύγω από τον έρωτα, να μείνω μόνη //Ξανά, όπως στα πρώτα μου τα χρόνια / Όπως στα μελλούμενα.
 Η μοναξιά ευδοκιμεί στους στίχους της: Στην καλλιέργεια της μοναξιάς επιδόθηκα / Σε περιβόλι με άγνωστα άνθη, σαρκοφάγα…
 
Το άλλο στοιχείο που βρίσκεται πανταχού παρόν στην Προσευχή Πουλιού της Αντιγόνης Φεσσά είναι η παρουσία του Θεού. Συναισθάνεται ότι βρίσκεται πάντα κάτω από τη Φοβερά Προστασία:
Το ρυάκι κυλάει, κυλάει / Το παιδί γελάει, γελάει // Το νερό είναι δροσερό/
Το παιδί παντοδύναμο // Ο Θεός το πλάσμα του φυλά.
Και η πίστη της αυτή την ωθεί στην υπέρβαση και στην ταπεινοφροσύνη: Με μεγαλύνει, με συντρίβει / Του Θεού η Αγάπη.
Ακόμα, την καθησυχάζει και την παρηγορεί για τη φύση της μοναξιάς: Όχι, δεν είσαι μόνος / Θυμήσου: κι ο Θεός //  Μόνος ο Μόνος ξαγρυπνά.
 
Γράφοντας, προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τον κόσμο:
Απορημένη, με βλέμμα νηπίου / Χρόνια κοιτάζω μέσα μου και γύρω. //
Κοιτάζω τ’ άστρα / Μ’ άστρα στα μάτια. // Δε θα καταλάβω ποτέ / Το μυστήριο της ζωής. / Άλυτος γρίφος. // Και η αθάνατη ψυχή  μου /Αίνιγμα μοιάζει.
Πολλοί στίχοι της κινούνται φασματικά σε σκηνικό νύχτας. Η νύχτα ως σημαίνον και σημαινόμενο είναι η ματαίωση· η έλευσή της προκαλεί την ψευδαίσθηση μιας ολοκληρωτικής διαγραφής των έργων του ανθρώπου. Επέρχεται η απώλεια της βεβαιότητας των ορατών, πίσω της καραδοκεί το άγνωστο. Στο σκοτάδι δεν υπάρχεις, δεν υπάρχει ο Άλλος, χάνεις τα γνωστά σου σημεία αναφοράς – σου μένουν μόνο τα ελάχιστα καθησυχαστικά: Όσα τα άστρα τόσα ερωτηματικά /Όσα τα άστρα τόσες αμφιβολίες //Όλο το μελάνι της νύχτας για τις απαντήσεις…
 
Η νεότητά της, όμως, της δίνει δύναμη να βγαίνει από τις σκιές, την κάνει ν’ ανοίγει τον κλειστό της κόσμο προς το φως, την κάνει να υποψιάζεται πως, τελικά, μπορεί και να μην είναι αδιάβατος ο κόσμος:
Ίσως όλα να είναι τόσο παιδικά και απλά…  γράφει φτιάχνοντας νοερά μια απλοϊκή ζωγραφιά με νερομπογιές. Η ελπίδα μέσα της αφυπνίζεται σε μια καινούργια μέρα, γεμάτη προσδοκίες: Άνεμε της ζωής, στην καρδιά μου πνέεις //Τις σκιές σκορπίζεις / Τον ήλιο ανάβεις.
Και τότε, σπίθες αισιοδοξίας στις στάχτες των συλλογισμών της λύπης αναζωπυρώνουν τη χαρά της ζωής: Θα χαμογελάσω ξανά. // Όπως μετά την καταιγίδα / Απ’ άκρη σ’ άκρη το ουράνιο τόξο / Γεφυρώνει και φωτίζει /Δυο καταστροφές / Έτσι, να / Θα χαμογελάσω ξανά.

Αντιγόνη Φέσσα

Κριτική: Παυλίνα Παμπούδη