Εκτύπωση του άρθρου

  Γράφει ο Βαγγέλης Δημητριάδης

 

 

Άντζελα Γεωργοτά, Το ανεπίδοτο της συντριβής, ποιήματα, Κουκκίδα 2017

 

Με όχημα την αρχέγονη μνήμη και τη μονοσήμαντη ρεαλιστική εικονοπλασία η Γεωργοτά στη δεύτερη ποιητική της συλλογή Το ανεπίδοτο της συντριβής αναφέρεται στη μυθιστορία του τετελεσμένου. Η συμπαντική δύναμη της μνήμης προσεγγίζει αναδρομικά πρόσωπα και αντικείμενα αγαπημένα –παιδί, μάνα, πατέρα, σπίτι, «παλαιικό» αυτοκίνητο– για να τους χρησιμοποιήσει ως πρόχωμα (Οι άνθρωποί μας / στήνουν το σώμα τους // για οχυρό / στο πέρασμα του ανέμου) και να διοχετεύσει την ικμάδα της στη βασανιστική διαχείριση του αφανισμένου, από την ίδια του την υπόσταση, έρωτα. Με απερίφραστη καθαρότητα επικοινωνεί με τον «πολύ ουσιαστικό / γένους ενικού» κατά την Κική Δημουλά έρωτά της και περιγράφει αναλυτικά τις ποικίλες πτυχές του, που εξαφανίσθηκαν σαν διάττοντες στο σκοτάδι, διατηρώντας ανεξίτηλες αναμνήσεις από το ταχύτατο πέρασμά του:

«Όλα εκμηδενίζονται. Σκέψεις αποφάσεις, δεσμεύσεις ξαφνικά φαντάζουν ανύπαρκτα. Η φωτιά μετρά. Το δόσιμο. Από την άλλη, το φως τυφλώνει. Κι όλη αυτή η έκρηξη αφήνει τελικά ένα κενό εικόνων – μια υποψία σκοταδιού. Οι άλλοι βλέπουν μόνο την αστραφτερή επιφάνεια, ενώ εσύ σκαλίζεις μες στο χάος.»

και λίγο αργότερα

«Όλα έχουν ένα τέρμα.  Μια πόλη τελειώνει και βρίσκεσαι σε μια άλλη. Μα είσαι πάντα // λίγο από αυτό που πίσω σου αφήνεις.»

Ο ύμνος του (καταστροφικού) έρωτα δοξαστικός, διαρκής, ατελεύτητος ταλανίζει τα μύχια της ψυχής. Η πορεία του, αδιέξοδα προδιαγεγραμμένη, έχει οδεύσει στη συντριβή. Η κορύφωση στιγμιαία, ανεπανάληπτη, οδηγός ονείρων, φαντασιώσεων, αναμνήσεων. Η αίσθηση της βαθιάς ερωτικής ανταπόκρισης ανίκανη να τιθασεύσει τη ροή προς την οριστική απομάκρυνση της περσόνας του έργου από τον αγαπημένο της, ενώ τα αιωρούμενα αίτια του χωρισμού, νεφελώδη, επανέρχονται τυραννικά εν είδει καταιγιστικής πλημμυρίδας για να ομολογήσει: «...σκορπίσαμε, / κανένας γυρισμός, /.../ μόνο έρημος/.../ Ό,τι υπήρξαμε ήταν άμμος...»

Η ποίηση ως καταφυγή και συνέχεια στην ορμέμφυτη ανάγκη για επικοινωνία με τον ματαιωμένο έρωτα, σε συνδυασμό με την ενατένιση αγαπημένων προτύπων (ποιητών με θυελλώδη ερωτική δράση, τραγική ζωή και δραματικό τέλος), εμφανίζεται στο προσκήνιο για να απαλύνει τη θλίψη που προκαλείται από την απώλεια. Αλλά ματαίως, «Το ποίημα δεν βοηθά», ο έρωτας είναι πιο δυνατός, η θεραπεία του αδύνατη. Παρά την έκτασή του, το καταγράφω ολόκληρο και σαν πολύ καλό δείγμα γραφής (σ. 41):

Μου λείπεις. / Επτά μέρες και επτά νύχτες / καταρρέω υπό τον ήχο της απουσίας σου. / Τίποτα δεν μοιάζει ίδιο. / έχουν εισβάλλει στον εγκέφαλό μου κραυγές / είναι στιγμές που χάνομαι σε δίνες και περιστροφές / - σύμπτωμα / λένε του λαβύρινθου, μα εγώ το ξέρω πως ακροβατώ στη μνήμη της / δικής σου απαντοχής. / Δεν είναι εποχές για έρωτες μεγάλους. Να το φωνάζει κανείς μοιάζει ανόητο, όταν μαγκώνουν κλειδαριές, στάζουν βροχή τα ξύλινα πατώματα, και η πόλη αδειάζει επικίνδυνα. Όλα έχουν μια άλλη προτεραιότητα. Ένα παιδί που μεγαλώνει, ένα φαγητό στη χύτρα, / ο λογαριασμός που λήγει / και το δωμάτιο περιστρέφεται αδιάκοπα. // Ναι, έχω τόσο μιλήσει για σένα. / Το έκανα όταν με πρόδιδες κι έραβα και έραβα τις λέξεις σε στίχους / αναζητώντας έναν άλλο εαυτό. Δεν λυτρώθηκα. / Τώρα στηρίζομαι σε ό,τι μου έχει μείνει. Δεν είναι λίγα. / Υπάρχουν ώρες που ασφυκτικά γεμίζουν. Η σκέψη / κομματιάζεται δεν χωρά πουθενά. / Ίσως αυτό είναι το φάρμακο. / Μπορεί και να ’ν’ αυτό. / σ’ εξαφανίζει η συμπύκνωση του χρόνου.

Η αφηγήτρια άλλοτε μονολογεί με τρυφερότητα απευθυνόμενη στο υποκείμενο του έρωτά της, δείχνει αθεράπευτα δεμένη μαζί του, και άλλοτε προοικονομεί την αντίδραση στην περίπτωση που ο χρόνος θα την οδηγήσει στον αστερισμό κάποιας νέας σχέσης. Η γυναικεία φύση προβάλλεται από τη γυναίκα/ποιητικό υποκείμενο, για να ταυτιστούν –η περσόνα με την άγνωστή της συμπάσχουσα– στις αντιφάσεις, στην συμπόρευση, στην οδύνη, στη ματαίωση. και ευκαιρίας δοθείσης στην εκδίκηση κατά των εκπροσώπων του αντίθετου φύλου.

Αναπόφευκτα η παρατακτική ανιστόρηση σε ορισμένα σημεία φλερτάρει με την πεζότητα, η αφήγηση αφομοιώνει πληθωριστικά στοιχεία και η ένταση χαλαρώνει, η πύκνωση εγκαταλείπεται. Η πράξη της αφαίρεσης, χρήσιμη στην προκειμένη περίπτωση, θα συνέτεινε στην ισχυροποίηση του ποιητικού λόγου σε όλο το εύρος της συλλογής. Ωστόσο, η οργάνωση, η δομημένη διάταξη των ποιημάτων, υποστηρίζει το πόνημα και το παρουσιάζει σαν μια ενιαία, ενδιαφέρουσα, δραματική ποιητική ερωτική ιστορία.

Βαγγέλης Δημητριάδης

 

© Poeticanet  τα περιεχόμενα του poeticanet προστατεύονται από copyright

 

 

 

Εκτύπωση του άρθρου