Εκτύπωση του άρθρου

Ζάχος Σιαφλέκης «Η απάτη της αναγνώρισης»

                                   (Εκδ. Τυπωθήτω — Λάλον ύδωρ)

 

Της Τιτίκας Δημητρούλια

  Στην πρώτη του ποιητική συλλογή, «Η Ελοΐζ ο ζογκλέρ και εφτά λαϊκά άσματα», το 1975, ο Ζάχος Σιαφλέκης υπονόμευε παιγνιωδώς, στο πλαίσιο της ‘γενιάς του ’70’, με τρόπους της παρωδίας και του παστίς, μορφές και σχήματα, όχι μόνο ποιητικά, μιας εποχής που δεν αντιλαμβανόταν ότι ήταν ήδη παρελθόν Και υπαινισσόταν την αυξανόμενη βαρύτητα που θα αποκτούσε στην ποιητική του η έγνοια για το ‘πώς’ της γραφής, για τα όρια της γλώσσας και του λόγου. Πλαγίως ερωτική, πολιτική, υπαρξιακή, η ποίησή του θα συνεχίσει να διερωτά τη σχέση της γραφής με τον λόγο και την πραγματικότητα και στις δύο επόμενες συλλογές, «Ο θρίαμβος των κωπηλατών» και «Τα ινδάλματα των ημερών». Σήμερα, στην τέταρτη συλλογή του, «Η απάτη της αναγνώρισης», ο ποιητής δεν θέτει πλέον μόνο το ζήτημα της αναπαράστασης, άμεσα συνδεδεμένο με την αντίληψη του πραγματικού, αλλά το ερώτημα περί της φύσης και της αλήθειας του πραγματικού καθαυτό.

  Στην «Απάτη της αναγνώρισης» , η απάτη, ως ανακρίβεια, στρέβλωση, παρερμηνεία και παραδρομή, παρεισφρέει σε κάθε αντίληψη και αποπροσανατολίζει την αναγνώριση. Την αναγνώριση του προσώπου και του σώματος του άλλου, του αισθήματος, της πρόθεσης και της υλοποίησης, των σημείων εκείνων που ευνοούν και στηρίζουν τις βεβαιότητες. Φενάκη και τέχνασμα, παγίδα και σκηνοθεσία, αλχημεία του λόγου, η απάτη επιτρέπει την αναγνώριση μόνο ως εξερεύνηση μιας άγνωστης, και οιονεί εχθρικής περιοχής, του κόσμου και της ποιητικής ομιλίας  - αν και υπάρχουν περιοχές ανέγγιχτες και απαραβίαστες, τα δάση της Ασίας και η στέπα, οι περιοχές που διασχίζει ο Υπερσιβηρικός, που σημαίνονται ως προοπτική και ουτοπία του παρελθόντος και του μέλλοντος. Η αναγνώριση λοιπόν δεν είναι συνάντηση, ούτε παραδοχή εγκυρότητας, αλλά απορία, η οποία επεκτείνεται και στην ίδια τη λειτουργία της γραφής.

  Στην ποίηση του Σιαφλέκη, αυτή η απορία πολιορκεί —απειλητικά; - τη δημιουργία. Το πραγματωμένο έργο, οι «Γραφές του εφικτού», κυκλώνονται ασφυκτικά από τις «Γραφές του αδύνατου», με τη διπλή έννοια του όρου, και τις «Γραφές του απραγματοποίητου». Η πραγματικότητα και η ποιητική της εξεικόνιση συμφύρονται, ως όψεις της φαντασίας, ενάντια σε κάθε ρεαλιστική απεικόνιση. Και η φαντασία μιλά με εικόνες, βαθιά αντινομικές και γι’ αυτό ολοζώντανες και λειτουργικές: «τα περιστέρια κρώζουν κι ο ήχος τους/μοιάζει με σπασμούς οργασμού ή θανάτου/και παραπλανά τους πρωινούς μανάβηδες.» Εικόνες που στην πορεία της συλλογής συμπαραθέτουν τα αντικείμενα με τις ιδέες, τις αισθήσεις και τα αισθήματα, ενώ διαγράφουν τα περιγράμματά τους στο λευκό χαρτί, με τις διευθετήσεις των στίχων. Ταξίδια και πλοία, νερά εξαγνιστικά που υπενθυμίζουν την ρευστότητα των πραγμάτων, στάχτες ερωτικές, πορείες χωρίς προορισμό και καθημερινά κλισέ και στιγμιότυπα λοξά φωτισμένα ορίζουν ένα συνεκτικό ποιητικό οικοδόμημα, υπαρξιστικών και υπερρεαλιστικών καταβολών, που εμπεριέχει τον μετα-γλωσσικό, μετα-ποιητικό σχολιασμό της δομικής αμφισημίας του. «Τότε φαίνεται ηδύς που/δεν/είναι/αυτό εκεί το πέρασμα του άλλου στην παραλία/στο μονοπάτι τρίστρατο στη μέση/του χρόνου, όχι αυτό/που θα γίνει αργότερα το μεσημέρι κατρακυλώντας/άγνοια/φύση σύγκρουση εκεί τον άλλο χρόνο παιχνίδι/θέαμα αν ήταν μόνο/χωρίς άλλη είδηση/τυφλή».