Εκτύπωση του άρθρου


                                                                                         

                                                                       



«Ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει».  Είτε ανήκει είτε δεν ανήκει στον Ηράκλειτο, όποια κι αν είναι η πρόθεσή της (η περιγραφή των δελφικών χρησμών ή ο υπαινιγμός του τρόπου με τον οποίο εκφράζεται ο δημιουργός της) η πρόταση αυτή ισχυρίζεται την ύπαρξη ενός είδους γλωσσικών ενεργημάτων, τα οποία ούτε λένε ούτε κρύβουν, αλλά σημαίνουν.

Η ποίηση (είναι γνωστό άλλωστε πως οι χρησμοί δίνονταν με την μορφή ποιημάτων, τα οποία συνέτασσαν οι ιερείς, χρησιμοποιώντας τις ακατάληπτες φράσεις της Πυθίας) είναι η κατεξοχήν στοχαστική πρακτική που επιτελείται με τέτοια γλωσσικά ενεργήματα. Οι ποιητικές προτάσεις ούτε λένε ούτε κρύβουν, αλλά σημαίνουν.

Σχεδόν καταλαβαίνουμε το νόημα της «σκοτεινής» φράσης του Ηράκλειτου· αν και με τον τρόπο του Σωκράτη, που όταν ο Ευριπίδης του έδωσε να διαβάσει κάποιο σύγγραμμα του Εφέσιου φιλοσόφου και ύστερα τον ρώτησε την γνώμη του, ο Αθηναίος φιλόσοφος απάντησε πως όσα κατάλαβε -αλλά και όσα δεν κατάλαβε- ήταν καταπληκτικά. Αν ο Σωκράτης δεν ειρωνευόταν –πράγμα διόλου απίθανο- εφάρμοσε κατά γράμμα την ηρακλείτεια αρχή του σημαίνειν. Τα κείμενα που διάβασε ούτε του έλεγαν, ούτε του έκρυβαν κάτι, αλλά σήμαιναν καταπληκτικά πράγματα - είτε μπορούσε να τα καταλάβει ή όχι.

Σχεδόν καταλαβαίνουμε· αλλά δύσκολα μπορούμε να πούμε τι ακριβώς. «Λέγω» και «κρύπτω» και «σημαίνω» είναι λέξεις που ανήκουν στην ίδια σημασιολογική επικράτεια και αναπτύσσουν –τουλάχιστον στην εν λόγω φράση- ορισμένες λογικές σχέσεις. Όταν λες, σημαίνεις. Για να κρύψεις νοήματα, πρέπει να μιλήσεις. Προφανώς αυτές οι τρεις λέξεις αντιστοιχούν σε διαφορετικές ενέργειες. Εδώ «λέγω» πάει να πει:  διατυπώνω μια καλά ορισμένη και ανακοινώσιμη αλήθεια. «Κρύπτω» πάει να πει: διατυπώνω μια καλά ορισμένη και ανακοινώσιμη αλήθεια, έχοντας δώσει την θέση της σε μιαν άλλη καλά ορισμένη και ανακοινώσιμη αλήθεια. Πρόκειται για την ρητορική, τον συνηθέστερο τρόπο να μεταθέτεις την ευθύνη των λόγων σου στον αποδέκτη τους. Τέλος, «σημαίνω» πάει να πει: θέτω, δημιουργώ, σημασίες, εκχωρώντας το δικαίωμα στον αποδέκτη τους να τις οικειοποιηθεί στην βάση των δικών του συναισθημάτων, παραστάσεων και προσδοκιών.

Ας δώσουμε τώρα έναν ορισμό του ποιήματος. Το ποίημα δεν διατυπώνει καλά ορισμένες και ανακοινώσιμες αλήθειες, ούτε τις αντικαθιστά με άλλες το ίδιο καλά ορισμένες και ανακοινώσιμες, αλλά δημιουργεί σημασίες, εκχωρώντας στον αναγνώστη το δικαίωμα να τις οικειοποιηθεί στην βάση των δικών του συναισθημάτων, παραστάσεων και προσδοκιών. Ήδη εδώ το άρρητο δεν έχει καμία θέση. Το ποίημα δεν ερμηνεύει, δεν εξηγεί, δεν μιμείται τον κόσμο. Το ποίημα επεκτείνει τον κόσμο, είναι κάτι νέο.

Συμπέρασμα: Άρρητο στην ποίηση δεν νοείται, για τον απλούστατο λόγο πως το ποίημα δεν λέει κάτι που προϋπήρχε (και άρα μπορεί να αποτύχει να το κάνει). Η αίσθηση του άρρητου στην ποίηση είναι άλλος ένας –συγκλονιστικός ασφαλώς- τρόπος προσαγόρευσης του αναγνώστη: ένα τέχνασμα που αντιστοιχεί στο ριζικό περίσσευμα της συνείδησής του. Πιο απλά (κυνικά;): όταν το ποίημα θέλει να επιβληθεί στον αναγνώστη, απαιτώντας από αυτόν να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη πορεία από σημασία σε σημασία, υποδύεται την –όχι απαραίτητα αντιποιητική- αθωότητα του άρρητου.

Γιώργος Μπλάνας


 


 

Η πάλη για την αποτύπωση του εγκόσμιου χρόνου και την άχρονη αγωνία της σιωπής είναι ασφαλώς πολύ παλιά. Και εμφανίζεται συνεχώς με ένα οξύμωρο σχήμα: από τη μια νιώθουμε ότι όλα έχουν ήδη ειπωθεί και από την άλλη αισθανόμαστε ότι πάντα κάτι μάς/και τους διαφεύγει. Ότι ποτέ δεν θα μπορέσουμε να εκφράσουμε πλήρως αυτό που μας συγκινεί ή/και μας πονά, αυτό που γνωρίζουμε, τουλάχιστον έτσι όπως το στήνει μπροστά στα μάτια της ψυχής μας, με τα άυλά του υλικά, ο συναισθηματικός μας βίος.

Και με άλλη ευκαιρία είχα πει ότι αυτά που ορίζουν τις συντεταγμένες της γραφής μας, το προσωπικό βίωμα κοιταγμένο μέσα από την θέρμη του συναισθήματος και το συλλογικό βίωμα φιλτραρισμένο μέσα από την έμφρονα οπτική της συνείδησής μας, είναι εξ ορισμού άπιαστα όσο και ασύμπτωτα, μια που ανάμεσά τους μένει πάντα ένα κενό αδιόρατο που είναι ο αχαρτογράφητος χώρος του ασυνειδήτου, γεγονός που όσο μπορεί να μας παρηγορεί, άλλο τόσο ίσως και να μας απελπίζει. Στα τρία αυτά κοιτάσματα της ποιητικής έμπνευσης βυθίζεται συνεχώς η βιωματική και η συμβολική μας γλώσσα, εξορύσσοντας τις ψηφίδες εκείνες με τις οποίες αγωνίζεται να κτίσει τον καινούργιό της κόσμο∙ που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα χωροχρονικό ασυνεχές, διάτρητο και γεμάτο σιωπές.

Αυτή η επίγνωση του άρρητου, του μη δυνατού εν τέλει να εκφραστεί, κάποιες φορές μας αποθαρρύνει και κάποιες φορές μας οπλίζει με την πείσμονα εμμονή του ψυχαναγκασμού. Παραθέτω ενδεικτικά κάτι σχετικό που είχα σημειώσει για τον Μανόλη Αναγνωστάκη και την απόσταση ανάμεσα στην επιθυμία και την πράξη του.[1] (Ο Αναγνωστάκης προέτρεπε τον ποιητή Άνθιμο Φιλητά να σπάσει την σιωπή του και να ξαναγράψει, ενώ συγχρόνως ο ίδιος επέλεγε οριστικά την ποιητική σιωπή. Χαρακτηριστικά έγραφε: κάποτε πρέπει ο ίδιος ο Άνθιμος […] να μας δώσει την κατάθεσή του […] τις συγκλονιστικές του προσωπικές περιπέτειες, που όμως τελικά είναι οι περιπέτειες και τα πάθη μιας ολόκληρης γενιάς: αυτό το βιβλίο π ρ έ π ε ι να το γράψει ο Άνθιμος, μας το χρωστά και του το ζητάμε.[2])

[…] «Είναι η ίδια η αγωνία της σιωπής που βασάνισε πολλούς από τους ποιητές της γενιάς αυτής [της μεταπολεμικής], οι οποίοι πιεσμένοι από τα γεγονότα, που τους άνδρωσαν, εκφράστηκε ποιητικά πολύ νωρίς. Και αισθάνθηκαν, ίσως, πως ό, τι είχαν να πουν, το είχαν ήδη πει. Άλλοι καιροί επέβαλλαν άλλους ρυθμούς και ήταν αυτός ένας τρόπος πρόληψης της επανάληψης. Έτσι, όφειλαν να σωπάσουν.[3] […] Ας μη λησμονούμε την αγωνία που εξέφρασε και ο Σινόπουλος στο Νυχτολόγιό του: Σπάσε λοιπόν τον φαύλο κύκλο. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς πάνω στη γλώσσα, να φτιάξεις κάτι «άλλο» με τη γλώσσα σου, και ξαφνικά πεθαίνεις.

Ενώ ο Μίλτος Σαχτούρης παλινδρομούσε με τον δικό του τρόπο:

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα […] κατάρα για τις εφτά σκιές
πάντα θα γράφω ποιήματα
(Χρωμοτραύματα).

Ενώ στην ίδια συλλογή υπογράμμιζε για τους ποιητές:

όσο παν’ και λιγοστεύουν
λιγοστεύουν.

Λιγοστεύοντας και ο ίδιος ολοένα τα ποιήματα που έγραφε μέχρι την τελική του αναχώρηση, για εκεί όπου οι ποιητές δεν πεθαίνουν πια.»[4]

Με έναν ομόλογο τρόπο επέλεξε, αλλά και έσπασε την ποιητική σιωπή, ο παλιός φίλος και συνοδοιπόρος του Μανόλη Αναγνωστάκη, ο ποιητής Θεοτόκης Ζερβός. Παραθέτω ένα απόσπασμα από ένα κείμενό μου για την ποιητική συλλογή που δημοσίευσε μετά από 20 περίπου χρόνια ποιητικής απουσίας:

[…] «Ο Θεοτόκης Ζερβός με την εξάρθρωση της Σκόνης της σιωπής του [...] θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι θέλει να ρίξει γέφυρες ανάμεσα στα παρελθοντικά είδωλα της μνήμης, στα παροντικά σπαράγματα της πραγματικότητας και στις εικονικές προβολές του μέλλοντος. Ωστόσο. Κάποια πράγματα δεν επιδέχονται εξηγήσεις. Έτσι έγιναν και έτσι οφείλουμε να τα δεχτούμε. Εξάλλου, πολλές φορές πρόκειται για

ένα όνομα που το ξέρω μόνο εγώ […]
[για μια λέξη] από όλες τις λέξεις την πιο λησμονημένη
αυτή που φάνηκε χρήσιμη μόνο για μια στιγμή
δίνοντας σήμα σε ώρα κινδύνου.[5]

Όπως η λέξη-κλειδί στην ταινία Magical girl του Κάρλος Βερμούτ (μια σκληρή όσο και ποιητική αλληγορία για την σύγχρονη Ισπανία) λέξη η οποία θα προφυλάξει την ηρωίδα από την εξόντωση και που όσο πιο αργά στην ροή του χρόνου την προφέρει, τόσο περισσότερο και θα ανταμειφθεί.»[6]

Κλείνοντας, θυμίζω τα λόγια του πρωταγωνιστή της ταινίας Η σκόνη του χρόνου (της δεύτερης από την τελευταία τριλογία, η οποία και έμελλε να μείνει ημιτελής) του Θ. Αγγελόπουλου:[7] Τίποτα δεν τέλειωσε. Τίποτα ποτέ δεν τελειώνει. Ξαναγυρίζω σε μια ιστορία που άφησα να γλιστράει στο παρελθόν, να χάνει σε διαύγεια από τη σκόνη του χρόνου κι έπειτα απρόσμενα κάποια στιγμή επιστρέφει σα σκοτεινό όνειρο…

Και αντιγράφω από την Μπαλάντα του Θεοτόκη Ζερβού:[8]

[…] Αν έρθω, ούτε από πείσμα ούτε από σχέδιο
αναζητώντας τον άδειο θώκο της ψυχής μου
και της ευγένειας την ταπεινή εκδοχή
εκτεθειμένος στην εχθρότητα του χρόνου
του ίδιου που μού κλέβει τη σπαργή
αδιάφορος για την κλοπή του,
να με δεχτείς, αν έρθω
.[9]

Κι είναι σα να παίρνω μιαν εκδοχή απάντησης για τη δική μου αγωνία∙ ή έστω να μου ανοίγεται ένα πλάγιο μονοπάτι, μήπως μπορέσω και αναζητήσω το γιατί της γραφής και της σιωπής μου.


[1] Άννα Αφεντουλίδου, Ο Μανόλης Αναγνωστάκης και το βιολί του Ένγκρ, ηλεκτρ. περ. bookpress, τελευταία πρόσβαση: 22-07-2018, 17:12.

[2] Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα Συμπληρωματικά, σημειώσεις κριτικής, εκδ. στιγμή, 1985, σ.155 (η υπογράμμιση δική μου).

[3] Εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ο Τίτος Πατρίκιος.

[4] Από τη συλλογή του Εκτοπλάσματα όπου και η ρήση του Νίτσε: […] να μην πεθάνουν πια.

[5] Θεοτόκης Ζερβός, Στη σκόνη της εικονοστασίας, Γαβριηλίδης, 2016, σ.24.

[6] Κάρλος Βερμούτ, Magical girl (Ισπανία, 2014)

[7] Θόδωρος Αγγελόπουλος, Η σκόνη του χρόνου (Ελλάδα, Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία, 2008)

[8] Θεοτόκης Ζερβός, ό.π.,σ.26.

[9] Άννα Αφεντουλίδου, Αποτινάσσοντας τη σκόνη της σιωπής: για τον Θεοτόκη Ζερβό, ηλεκτρ. περ. ο αναγνώστης (τελευταία πρόσβαση: 22-07-2018, 17:06).

Άννα Αφεντουλίδου

 

 


 

Πίστευα ήδη από τότε (μόλις είχα αρχίσει να γράφω, άρα ήμουν ακόμα πάναγνη στην «σύλληψη» μου αυτή) πως «ο ποιητής είναι ένας ευτυχής δέκτης σημάτων από άλλες διαστάσεις, που, χωρίς να μπορεί να τα αποκρυπτογραφήσει, τα κρυπτογραφεί σε δεύτερο κώδικα, δίνοντας ερέθισμα στον αναγνώστη για να προσπαθήσει κι εκείνος να τα κρυπτογραφήσει σε τρίτο, δικό του  κώδικα.» Είχα αντιληφθεί πως υπήρχε κάποιο «μήνυμα», άρρητο, από κάποιο χώρο άβατο, κλειδωμένο με γρίφους αγγελικούς. Και γι αυτό, θα ήταν έλλειψη σεβασμού να μην το κοινωνείς έτσι: κωδικοποιημένο διπλά και τριπλά.

Τώρα το ξέρω: η Ποίηση, αλιεύει ζώντες, ασπαίροντες υπαινιγμούς για την ερμηνεία του κόσμου πέρα από την προσληπτική ικανότητα της συνείδησης, και   αποκαλύπτει κρυπτικά, δηλ. όσο πιο καθαρά της επιτρέπεται, ό.τι πιθανόν της έχει αποκαλυφθεί από το άρρητο. Και μεταδίδει, σε πρώτο ή σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης κάτι που καμιά τέχνη (εκτός από τη μουσική και τον έρωτα) δεν μπορεί να μεταδώσει: μια εξωαισθητική αντίληψη των ορατών και των αοράτων.

Το ίδιο πράγμα αλλά πιο γειωμένα λέει κι ο Γιώργος Μπλάνας:

Το ποίημα δεν διατυπώνει σαφώς ορισμένες και ανακοινώσιμες αλήθειες, ούτε τις αντικαθιστά με άλλες το ίδιο καλά ορισμένες και ανακοινώσιμες, αλλά δημιουργεί σημασίες, εκχωρώντας στον αναγνώστη το δικαίωμα να τις οικειοποιηθεί στην βάση των δικών του συναισθημάτων, παραστάσεων και προσδοκιών.

Η Ποίηση, ως αυτοπεριεχομένη ολότητα, είναι δημιουργός ενός μεταστοιχειωμένου σύμπαντος. Διατυπώνει δε τα πράγματα – άρα τα κάνει αλλιώς υπαρκτά- ονομάζοντάς τα με το άρρητο τους όνομα, αυτό που θα επιβιώσει της φυσικής τους ύπαρξης. Και απευθυνομένη (όπως εν μέρει και η μουσική) στην αρχέγονη σπλαγχνική συνείδηση του ανθρώπου, συλλαμβάνεται ως είδος γνώσης, εκμηδενίζοντας την προσωπική ψυχή, ανοίγοντας πύλη για τη συμπαντική.

Η δράση της ανήκει σε μια παράξενη σφαίρα ενέργειας, είναι αλχημιστική: τόσο παράξενη και μαγική, όσο και η φύση της. H γαρ εκ του μη όντος εις το ον ιόντι ωτοούν αιτία πάσα εστί ποίησις. (Πλάτων).

Χρησιμοποιεί βεβαίως λέξεις για να γίνει λεκτό το άλεκτο. Αλλά, οι λέξεις προέρχονται από αρχέτυπους ήχους, οι ήχοι, από άφατα συναισθήματα, τα συναισθήματα, από α-νόητα, ασύλληπτα στοιχεία, ανάλογα προς το στοιχειώδες σωματίδιο της πυρηνικής φυσικής (το ελάχιστο) που η ύπαρξή του προβλέπεται απλώς από τη θεωρία και δεν έχει ακόμα πειραματικά επαληθευτεί. Κάπου λοιπόν στον πυρήνα της λέξης, υπάρχει η ουσία, το τελικό άτμητο. Και από αυτό εκπορεύεται η μαγική δύναμη της Ποίησης. Η ουσία της λέξης, μέσω του εσωτερικού ρυθμού του ποιήματος (ή και των χρήσιμων «παραφωνιών» και κυρίως της δίεσης), μπορεί να «περάσει» άμεσα, να συναντήσει, και να συνευρεθεί με το άτμητο της ψυχής.

Και να γίνει μια μακρινή ηχώ του άρρητου.  

Παυλίνα Παμπούδη

 

 



 

      Το πρωταρχικό συνεπώς καθήκον μας ως συγγραφέων είναι να αποκαταστήσουμε τη γλώσσα ξαναδίνοντάς της το κύρος της. Στο κάτω κάτω σκεφτόμαστε με λέξεις. Θα πρέπει να είμαστε πολύ επηρμένοι ώστε να πιστεύουμε πως κρύβονται μέσα μας ανείπωτες ομορφιές που ο λόγος δεν μπορεί να εκφράσει.

                                                          (Jean-Paul Sartre, Τι είναι η λογοτεχνία;)

 

Αφελής, υπερφίαλη, υπεραισιόδοξη -και πώς αλλιώς;- η παντοκρατορία του (στρατευμένου) λόγου... Υπάρχουν όμως περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας που δεν μπορούν να εκφραστούν απόλυτα με λόγια (το ωκεάνιο αίσθημα λόγoυ χάρη -και όταν εκφράζονται πάντως, μόνον η ποίηση θεωρείται αρμοδιότερη να το κάνει) καθώς και πολιτιστικές μορφές όπως η μουσική, η ανεικονική ζωγραφική, η θρησκεία και ο μυστικισμός, που ο Freud δεν εκτιμούσε καθόλου και απέφευγε ακριβώς λόγω της μη αναλυσιμότητάς τους και η μαρξιστική κριτική αγνόησε επίσης για προφανείς λόγους, όπως μας βεβαιώνει ο Peter Fuller. Το ζήτημα ασφαλώς υπερβαίνει την διαμάχη περί της πρωτοκαθεδρίας στις τέχνες και επιστήμες, στην οποία και άλλοτε έχω αναφερθεί. Αφορά τον ίδιο τον πυρήνα του αρρήτου. Υπάρχει κάτι πραγματικά άρρητο; Και πού βρίσκεται; Κρύβεται μέσα μας όπως θέλει ο Sartre; Και αν αυτές οι ανείπωτες ομορφιές δεν είναι μέσα μας αλλά εκεί έξω, πέρα και επάνω από εμάς; Και μιλώ βεβαίως για το υπερβατικό. Την θεϊκή εισβολή στον χώρο της ανθρώπινης εμπειρίας. Από την άλλη, και ποιος δεν είναι; Ποιος συγγραφέας, ποιος καλλιτέχνης, από την Αναγέννηση και μετά, δεν είναι επηρμένος; Όμως ένας συγγραφέας φαίνεται πως είναι ακόμη πιο επηρμένος από όσο φαντάζεται ο Sartre. Όχι μόνο κατέχει το ανείπωτο αλλά θέλει και να το εκφράσει με λόγια. Και οι ταπεινοί; Αυτοί γίνονται ασκητές. Ποιητές της ζωής και του θανάτου… 

Ας μιλήσουμε όμως για αυτούς που οριοβατούν. Πώς λύνεται αυτή η θεμελιακή αντινομία; Πώς να διατηρήσεις την έννοια του αρρήτου ενώ προσπαθείς ταυτόχρονα να την εκφράσεις ώστε να μην αυτοαναιρεθείς ως συγγραφέας;

***

[…]

So doth thy Beauty make my lips to fail,
And all my sweetest singing out of tune.

[…]

(Οscar Wilde, Silentium amoris )

Ταπεινώς επηρμένοι. Γιατί και η τέχνη μπορεί να γίνει άσκηση. Όχι μόνον ύφους αλλά και ήθους. Εκεί εστέτ και  ασκητές γίνονται  μυστικοί ποιητές. Εκεί με άλλα λόγια ανθίζει ο έρωτας. Του ανθρώπου για τον Θεό -ως απάντηση στον έρωτα του Θεού για τον άνθρωπο- του ανθρώπου για τον άνθρωπο. Η Ομορφιά του έρωτα: στον Rumi, τον Oscar Wilde, τον Kαβάφη… Στην ποίηση όλων των εποχών. Και έρωτας σημαίνει ρίσκο: της αποκάλυψης του αρρήτου όντος, της κένωσης του αρρήτου εαυτού. Θα γίνει άραγε αυτός δεκτός  από τον Άλλον;  

Έτσι ο ποιητής γίνεται ταυτόχρονα μύστης και  αποκωδικοποιητής του αρρήτου,  διότι καταφέρνει να εκφράσει με λόγια τη μύχια ανθρώπινη εμπειρία ή και το αντίστροφο: επειδή ακριβώς καθιστά την ανθρώπινη εμπειρία ένα αισθητικό γεγονός, γίνεται μύστης. Στη σχέση αυτή δεν υπάρχει καμιά διχοτόμηση ή αξιολογική ιεράρχηση, η πλέον προσφιλής λόγου χάρη αυτή της μορφής και του περιεχομένου.     

Μόνον δεχόμενοι την μυστηριακή διάσταση του έρωτα μπορούμε να την ορίσουμε ως ρητότητα και αρρητότητα μαζί. Και εδώ επίσης δεν υπάρχει καμιά διχοτόμηση καθώς η σιγή μπορεί να είναι ταυτόχρονα λάλος και πολύφθογγος κατά τον Μάξιμο Ομολογητή. Δεχόμενοι ακόμη πως η ποίηση είναι ένα γλωσσικό δώρο, το οποίο φτιάχνεται στη φωτιά της συνείδησης και της βιωματικής εμπειρίας, σύμφωνα με έναν από τους ωραιότερους ορισμούς της ποίησης, αυτόν του Νάνου Βαλαωρίτη, καταξιώνουμε και τον λόγο. Αλλιώς είμαστε έτοιμοι μαζί με τον Sartre, τον Freud και όλες τις μεταθρησκείες να παραβιάσουμε μια και καλή όλα τα μυστικά του σύμπαντος κόσμου. Ευτυχώς ο κόσμος δεν κινδυνεύει προσώρας από τους συγγραφείς καθώς τα υψηλότερα έργα γεννούν πάντα περισσότερα ερωτήματα από όσα συνήθως απαντούν με τον ίδιο τρόπο που η φιλοσοφία είναι η κατεξοχήν τέχνη του να θέτει κανείς ερωτήματα. Για αυτό άλλωστε και δεν θα σταματήσουν ποτέ να γράφονται ερωτικά ποιήματα ούτε και θα πάψουν ποτέ αυτά να διαβάζονται, όσα και αν έχουν γραφτεί, όσα και αν έχουν διαβαστεί… 

***

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες
.

[…]

(Κ. Π.  Καβάφης, Όσο μπορείς)

Kακά τα ψέματα: ο έρωτας πάντοτε ξεβολεύει. Μας καλεί όχι μόνο να λέμε αλλά και να πράττουμε, μας καλεί να θυσιάζουμε κάτι από τον εαυτό μας για χάρη του, αλλιώς… μας εγκαταλείπει. Τότε ο ηττημένος ποιητής γίνεται ο ίδιος ποίημα: γίνεται σιωπή. Εστέτ ή άγιος. Αλλιώς καταλήγει να εμπορεύεται το αφήγημα της ήττας του (καθώς σύμφωνα με τον ορισμό του Sartre ποιητής είναι ο άνθρωπος που αναλαμβάνει να χάνει) περιφέροντας τήδε κακείσε τον εξουθενωμένο ναρκισσισμό του.

Σάρα Θηλυκού

 


 

 

Με βάση τις αρχές της γλωσσολογίας, θα μπορούσαμε να ορίσουμε τη γλώσσα ως ένα φωνητικό-ακουστικό σύστημα συμβατικών σημείων για την διατύπωση και συναλλαγή απόψεων, γνώσεων και πληροφοριών, καθώς και την μετάδοσή τους από γενιά σε γενιά, το οποίο βασίζεται σε νοητικές διαδικασίες και καθορίζεται από το εκάστοτε κοινωνικό σύστημα.[1] Ποια είναι όμως η σχέση της γλώσσας με την έκφραση και καταγραφή της μυστικής εμπειρίας; Η μυστική εμπειρία αφορά τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, σχέση η οποία είναι δύσκολο να οριστεί: πρόκειται για μια εμπειρία που αφορά όχι μόνο τη δράση του θείου στην ψυχή, αλλά και τη δράση της ίδιας της ψυχής, η οποία δέχεται τη θεία δράση και με ελευθερία βούλησης αναμορφώνεται και αναγεννάται.

   Η γλώσσα, με τη σταθερότητα των κανόνων της και τη μεταβλητότητά της στο πέρασμα του χρόνου, έχει κατορθώσει συχνά να μεταφέρει τη μυστική εμπειρία, η οποία χαρακτηρίζεται από μια παρόμοια φύση: από τη μία πλευρά χαρακτηρίζεται από μιας μορφής σταθερότητα, αφού παρουσιάζει κοινά στοιχεία σε πολλές διαφορετικές πίστεις και μυήσεις, από την άλλη όμως ενέχει και τη μεταβλητότητα, αφού παρουσιάζει διαφορές ανάλογα με το υποκείμενο που την περιγράφει.

Η Τερέζα της Άβιλλα γράφει:

«Εμείς δεν είμαστε άγγελοι, αλλά έχουμε ένα σώμα. Το να θέλει κανείς να γίνει άγγελος, βρισκόμενος στη γη, είναι μια τρέλα. Αντιθέτως, η σκέψη έχει ανάγκη από ένα στήριγμα, αν και κάποτε η ψυχή βγαίνει εκτός του εαυτού, και πολλές άλλες φορές είναι τόσο γεμάτη από τον Θεό, που δεν έχει ανάγκη, για να υπάρξει συγκεντρωμένη, κάτι το δημιουργημένο. Όμως αυτό δεν συμβαίνει πολύ συχνά.»

   Μετά την έκσταση, επιστρέφει κάποιος, για να αφηγηθεί την εμπειρία που έζησε. Εκείνο, όμως, που βεβαιώνουν οι μυστικοί είναι ότι τελικά η εμπειρία αυτή είναι άρρητη και ότι όσο κι αν τη διηγούνται, τελικά σε μεγάλο βαθμό μένει ανέκφραστη. Κι όμως ο μυστικός πάντα δοκιμάζει, πασχίζει να εκφράσει αυτό που βίωσε. Επειδή όμως η γλώσσα στην κανόνικότητά της δεν μπορεί να ικανοποιήσει την έκφραση της μυστικής εμπειρίας, γι’ αυτό ο  μυστικός διαταράσσει τη σύνταξη, τη γραμματική, γίνει γλωσσοπλάστης, προχωρά σε πρωτότυπες μεταφορές, που συνθέτουν ένα νέο κόσμο. Η γλώσσα του μυστικού βασίζεται εντέλει στο σφάλμα. Ο μυστικός δημιουργεί μια νέα γλώσσα, που περισσότερο καλύπτει παρά αποκαλύπτει, που χαρακτηρίζεται από υπερβολές και εκφραστική αφθονία, κάνοντας μας να καταλάβουμε ότι τελικά αυτό που θέλει να πει είναι ανείπωτο, πως στην προσπάθειά του εμπεριέχεται η ματαίωση και η σιωπή. Ο μυστικός δεν μιλά για τον Θεό, όπως ένας θεολόγος, μα για τον Θεό μέσω της εμπειρίας του.

   Ήδη από όσα αναφέρθηκαν, φαίνεται ότι η γλώσσα του μυστικού έχει ουσιώδη κοινά με την ποιητική γλώσσα. Η πιο κατάλληλη γλώσσα για να εκφραστεί το άρρητο είναι η ποιητική γλώσσα. Η ποιητική  γλώσσα , όπως και η μυστική γλώσσα, είναι μια γλώσσα που έχει εξυφανθεί στη βάση της παραδοξότητας. Η παραδοξότητα αυτή, το ανοίκειο είναι που αφυπνίζει την προσοχή του αναγνώστη από τον λήθαργο της καθημερινής χρήσης, δημιουργώντας την έκπληξη, που είναι απαραίτητη για μια νέα σύλληψη του κόσμου. Τόσο ο ποιητής όσο και ο μυστικός συντελούν σε μια νέα αντίληψη των πραγμάτων, μέσα από ένα προσωπικό βίωμα. Και οι δύο έχουν ανάγκη από μια γλώσσα που είναι αγνή και ανόθευτη. Γι’ αυτό πρέπει να εκταθούν πέρα από τους κανόνες, πρέπει να σπάσουν τον τρέχοντα λόγο και να τον κτίσουν εκ νέου.

   Ας κλείσουμε με τον ορισμό που έδωσε ο Paul Valéry για τον συγγραφέα και θα μπορούσε να ισχύει και για τον μυστικό: ο συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος που δεν μπορεί ποτέ να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Προφανώς γιατί κατάλληλες λέξεις δεν υπάρχουν για το άρρητο.

____________________________

[1] Χαραλαμπάκη Χ. "Νεοελληνικός Λόγος", εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1992, σ. 23-24

Άννα Γρίβα

 


 

ο θαύμα της ποιητικής έμπνευσης εξυμνείται στα ίδια τα δημιουργήματά της, όπως γνωρίζουμε από τα ομηρικά έπη, που ξεκινούν με την επίκληση στη μούσα. Με την επίκληση αυτή εκφράζεται ταυτόχρονα η αγωνία για την ανεύρεση των λέξεων που θα επενδύσουν αυτά που νιώθει ο άνθρωπος-δημιουργός, γιατί χωρίς αυτές τίποτε δεν μπορεί να ειπωθεί. Είναι προφανές ότι κατά την εποχή για την οποία μιλάμε, στην επίκληση αυτή δεν είναι συνειδητή η διάκριση αντίληψης, νοητικής αναπαράστασης και γλώσσας, πολύ δε περισσότερο η διαφορά της αναφορικής/πληροφοριακής γλώσσας από την ποιητική. Το βέβαιο είναι ότι το μυστήριο της ποιητικής επινόησης είναι σύμφυτο με την αγωνία για την έλλειψή της.

Απόπειρες –στον ίδιο τον ποιητικό, αλλά και τον φιλοσοφικό λόγο- να αποδοθούν τα αίτια της ποιητικής αφωνίας, να εξηγηθεί δηλαδή το «μη αρθρώσιμο», με όρους υλικούς, εμφανίζονται στον ύστερο Μεσαίωνα και την Αναγέννηση με την καταλυτική επίδραση του νομιναλισμού. Σε αυτή την ιστορική φάση, η  αδιάρρηκτη σύνδεση πραγματικότητας και γλώσσας δεν αφήνει πολλά περιθώρια σε μία μεταφυσική -«εκ Θεού» ή  «εκ πνεύματος»- θεώρηση του άρρητου. Η εξήγηση πρέπει να είναι απλή, λογική και επαληθεύσιμη.

Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η συλλογή σονέτων του Joachim Du Bellay (1522-1560) με τον τίτλο L’ Olive (Η ελιά) με  σαφή πετραρχική επιρροή. Τη χρονιά κατά την οποία εκδόθηκε η συλλογή (1549), εκδόθηκε και ένα άλλο έργο του Du Bellays, το Défense et illustration de la langue française (Υποστήριξη και απεικόνιση της γαλλικής γλώσσας). Καθόλου τυχαίος ο συγχρονισμός, ο οποίος εξάλλου εξηγεί και το περιεχόμενο των σονέτων 6,7,8,16,20 και 62 της συλλογής, όπου κυριαρχεί το θέμα του «άρρητου» στην ποίηση[1].  Στο σονέτο 8, για παράδειγμα διαβάζουμε :

Auray'-je bien de louer le pouvoir
Ceste beauté, qui  decore le monde,
Quand pour orner sa chevelure blonde
Je sens ma langue ineptement mouvoir?

Ny le romain, ny l'atique sçavoir,
Quoy que là fust l'ecolle de faconde,
Aux cheveulx mesme, où le fin or abonde,
Eussent bien faict à demy leur devoir.

Quand je les voy' si reluysans, et  blons,
Entrenouez, crespes, egaulx, et  longs,
Je m' esmerveille, et fay' telle complaincte :

Puis que pour vous (cheveulx) j'ay tel martyre,
Que n'ay-je beu à la fontaine saincte?
Je mourroy' cygne, ou je meurs sans mot dire.
     


Πώς θα μπορούσα τάχα να υμνήσω
Αυτό το κάλλος που κοσμεί την πλάση
Όταν την κόμη της ξανθής πριν να δοξάσει
Η γλώσσα με γυρίζει από τη μούσα πίσω;

Ούτε Ρωμαίων ή Ατθιδών η γνώση
Ρητόρων γλώσσα σ’ οποιοδήποτε συνάφι
Απ’ τα μαλλάκια με το καθαρό χρυσάφι
Θα είχαν έστω τη μισή ομορφιά αποδώσει.

Άμα τα βλέπω έτσι ξανθά και λαμπερά
Λυτά, ίσια, πλεγμένα ή μακριά
Ο θαυμασμός μου ανοίγει μια πληγή

Είναι για το δικό σας βάσανο μαλλιά
Που δεν ήπια νερό απ’ την ιερή πηγή;
Ή κύκνος θα πεθάνω ή χωρίς μιλιά.

(μτφ. Εύη Μανοπούλου)
 

Η Olive (Ελιά) είναι μια γυναικεία μορφή και ταυτίστηκε με την Μαργαρίτα της Γαλλίας, στο έμβλημα της οποίας υπήρχαν φύλλα ελιάς, ενώ απεικονίστηκε η ίδια ως θεά Αθηνά και ο Du Bellay της αφιέρωσε την ποιητική συλλογή. Στο συγκεκριμένο σονέτο ο ποιητής διαπιστώνει την ποιητική του «αφωνία» όταν θέλει να εκφράσει το θαυμασμό του για τα μαλλιά της. Η «ιερή πηγή» είναι μεταφορά για τα νάματα της ποιητικής δεξιοτεχνίας. Ο κύκνος είναι σύμβολο της ποιητικής αθανασίας, προφανώς επίδραση του Οράτιου, στον οποίο συναντάμε την εικόνα του ποιητή που μεταμορφώνεται σε κύκνο[2].  Γενικά, στο έργο αυτό του Du Bellay το στεφάνι ελιάς συμβολίζει την ποιητική μαεστρία και είναι ισοδύναμο του δάφνινου στεφανιού. Η  Olive (Ελιά) του Du Bellay στέκεται απέναντι στην Laura (Δάφνη) του Πετράρχη. Παράλληλα η ελιά, σύμβολο και της βασίλισσας Μαργαρίτας, παραπέμπει στο γαλλικό θρόνο και, κατ’ επέκταση στο πατριωτικό αίσθημα των Γάλλων[3]. Είναι εποχή διαμόρφωσης των εθνικών γλωσσικών ιδιωμάτων στην Ευρώπη και η γαλλική καθομιλουμένη ωριμάζει μέσα στο θερμοκήπιο της λογοτεχνικής παραγωγής. Σ’ αυτή, λοιπόν, την ατελή γαλλική καθομιλουμένη αποδίδει ο  Du Bellay την ποιητική αδυναμία[4] που νιώθει εξαιτίας των ατελειών της, αλλά γράφει για την γλωσσική ατέλεια χρησιμοποιώντας την ίδια αυτή ατελή γλώσσα, με άλλα λόγια «αποκαθιστά το τίποτε που δεν είναι εκεί του ανείπωτου αντικειμένου της αγάπης με τη χρήση της επιδέξιας (και αλάνθαστα γαλλικής) ποίησής του για να δημιουργήσει κάτι από το τίποτε»[5].  Τελικά έχει εμπιστοσύνη στην τελειοποιημένη από τον ίδιο γαλλική γλώσσα με την οποία μπορεί να νικήσει το ανείπωτο και το άρρητο να γίνει ρητό στον ποιητικό λόγο. Πρόκειται για έναν άθλο που έχει ως αποτέλεσμα τη στέψη του στον θρόνο της ποίησης εξ ου και ο θριαμβευτικός τόνος των σονέτων. 

Αυτό βέβαια που είναι δύσκολο να «ειπωθεί», να πάρει μια συγκεκριμένη γλωσσική μορφή στην ποίηση, δεν είναι στην πραγματικότητα  το αδύνατο να οριστεί με οποιοδήποτε τρόπο στη γλώσσα, αλλά είναι εκείνο που δεν μπορεί να διατυπωθεί ποιητικά, να προκαλέσει δηλαδή εκείνη την  αισθητική εμπειρία που οφείλει κάθε τέχνη να προκαλεί. Ο αγώνας για ποιητική έκφραση είναι στην ουσία ένας αγώνας για το καλλιτεχνικό επίτευγμα. Ο ποιητής εργάζεται πάνω τις αναπαραστάσεις της δικής του θέασης του κόσμου και προσπαθεί να διανύσει με επιτυχία και ικανοποιητικά τη διαδρομή από τις δικές του νοητικές οντότητες ως την παραγωγή ενός έργου που μπορεί να μοιραστεί με την ανθρώπινη κοινότητα, ενός  έργου τέχνης. Η προσπάθειά του να εκφράσει το περιεχόμενο του ψυχισμού του είναι ευρύτερη και πιο πολύπλοκη από την απλή επικοινωνία, την απλή μεταφορά ενός νοήματος[6].

Ο Du Bellay χειρίζεται μια γλώσσα νεογέννητη ως ιδίωμα λαού, μια γλώσσα που σφυρηλατείται στο αμόνι της καθημερινότητας.  Στο σονέτο του προσπαθεί να συνθέσει έναν ύμνο στα πλούσια ξανθά μαλλιά μιας ωραίας γυναίκας και αισθάνεται ότι ματαιοπονεί γιατί το αποτέλεσμα είναι αισθητικά μέτριο με το γλωσσικό απόθεμα που διαθέτει. Εντούτοις, συνθέτει επιδέξια ένα ποίημα για την ποιητική μαστοριά στον θεματικό καμβά της ίδιας της αδεξιότητας. Για την ξανθή κόμη που θαυμάζει τελικά «δεν λέει μιλιά», αλλά με την ιδέα αυτή μεταμορφώνεται σε κύκνο-δοξασμένο ποιητή.         

 


[1] Εξαιρετικά διαφωτιστικό το άρθρο της Tebben Maryann, “Writing the ineffable : Du Bellay’s Olive”, The French Review, vol. 78, no 3 (Feb., 2005), pp 522-535.​
[2] Alduy, Cécile, « D’un cygne absent : poétique de l’allusion dans L’Olive de Du Bellay », Méthode, no 13, 2008.​
[3] Caldarini, E. στην εισαγωγή στην έκδοση της συλλογής L’ Olive, στη σειρά Textes Littéraires Français, Genève : Droz. 1974​
[4] Στο Défense et illustration de la langue française
[5] Tebben Maryann (βλ. πιο πάνω)​
[6] Η θέση αυτή υποστηρίζεται επαρκέστατα στο Kolaiti, Patricia, The limits of expression : Language, Poetry, Thought, PhD thesis, UCL, September 2009.

Εκτύπωση του άρθρου