Εκτύπωση του άρθρου


 

 

Πίστευα ήδη από τότε (μόλις είχα αρχίσει να γράφω, άρα ήμουν ακόμα πάναγνη στην «σύλληψη» μου αυτή) πως «ο ποιητής είναι ένας ευτυχής δέκτης σημάτων από άλλες διαστάσεις, που, χωρίς να μπορεί να τα αποκρυπτογραφήσει, τα κρυπτογραφεί σε δεύτερο κώδικα, δίνοντας ερέθισμα στον αναγνώστη για να προσπαθήσει κι εκείνος να τα κρυπτογραφήσει σε τρίτο, δικό του  κώδικα.» Είχα αντιληφθεί πως υπήρχε κάποιο «μήνυμα», άρρητο, από κάποιο χώρο άβατο, κλειδωμένο με γρίφους αγγελικούς. Και γι αυτό, θα ήταν έλλειψη σεβασμού να μην το κοινωνείς έτσι: κωδικοποιημένο διπλά και τριπλά.

Τώρα το ξέρω: η Ποίηση, αλιεύει ζώντες, ασπαίροντες υπαινιγμούς για την ερμηνεία του κόσμου πέρα από την προσληπτική ικανότητα της συνείδησης, και   αποκαλύπτει κρυπτικά, δηλ. όσο πιο καθαρά της επιτρέπεται, ό.τι πιθανόν της έχει αποκαλυφθεί από το άρρητο. Και μεταδίδει, σε πρώτο ή σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης κάτι που καμιά τέχνη (εκτός από τη μουσική και τον έρωτα) δεν μπορεί να μεταδώσει: μια εξωαισθητική αντίληψη των ορατών και των αοράτων.

Το ίδιο πράγμα αλλά πιο γειωμένα λέει κι ο Γιώργος Μπλάνας:

Το ποίημα δεν διατυπώνει σαφώς ορισμένες και ανακοινώσιμες αλήθειες, ούτε τις αντικαθιστά με άλλες το ίδιο καλά ορισμένες και ανακοινώσιμες, αλλά δημιουργεί σημασίες, εκχωρώντας στον αναγνώστη το δικαίωμα να τις οικειοποιηθεί στην βάση των δικών του συναισθημάτων, παραστάσεων και προσδοκιών.

Η Ποίηση, ως αυτοπεριεχομένη ολότητα, είναι δημιουργός ενός μεταστοιχειωμένου σύμπαντος. Διατυπώνει δε τα πράγματα – άρα τα κάνει αλλιώς υπαρκτά- ονομάζοντάς τα με το άρρητο τους όνομα, αυτό που θα επιβιώσει της φυσικής τους ύπαρξης. Και απευθυνομένη (όπως εν μέρει και η μουσική) στην αρχέγονη σπλαγχνική συνείδηση του ανθρώπου, συλλαμβάνεται ως είδος γνώσης, εκμηδενίζοντας την προσωπική ψυχή, ανοίγοντας πύλη για τη συμπαντική.

Η δράση της ανήκει σε μια παράξενη σφαίρα ενέργειας, είναι αλχημιστική: τόσο παράξενη και μαγική, όσο και η φύση της. H γαρ εκ του μη όντος εις το ον ιόντι ωτοούν αιτία πάσα εστί ποίησις. (Πλάτων).

Χρησιμοποιεί βεβαίως λέξεις για να γίνει λεκτό το άλεκτο. Αλλά, οι λέξεις προέρχονται από αρχέτυπους ήχους, οι ήχοι, από άφατα συναισθήματα, τα συναισθήματα, από α-νόητα, ασύλληπτα στοιχεία, ανάλογα προς το στοιχειώδες σωματίδιο της πυρηνικής φυσικής (το ελάχιστο) που η ύπαρξή του προβλέπεται απλώς από τη θεωρία και δεν έχει ακόμα πειραματικά επαληθευτεί. Κάπου λοιπόν στον πυρήνα της λέξης, υπάρχει η ουσία, το τελικό άτμητο. Και από αυτό εκπορεύεται η μαγική δύναμη της Ποίησης. Η ουσία της λέξης, μέσω του εσωτερικού ρυθμού του ποιήματος (ή και των χρήσιμων «παραφωνιών» και κυρίως της δίεσης), μπορεί να «περάσει» άμεσα, να συναντήσει, και να συνευρεθεί με το άτμητο της ψυχής.

Και να γίνει μια μακρινή ηχώ του άρρητου.  

Παυλίνα Παμπούδη

 

 

Εκτύπωση του άρθρου