Εκτύπωση του άρθρου
JAROSŁAW IWASZKIEWICZ
Ars poetica
 
 
Σε λίγο θα βγει το φεγγάρι. Βράδυ φθινοπώρου.
Συνέχεια, δώσ’ του να γυρνοβολούν παντού σκιές. Τάχα
τα μάτια μου ποια νύχτα φυλλωμένη μες στου χώρου
τους ψίθυρους και τις φωνές σφαλίζει; Οπλές μονάχα
 
ακούω. Να ψαύσω θέλω με τον λόγο αρχαίους τόπους.
Ψηλαφητά στο σκότος θά ’βρω (λες;…) ποτέ την κρήνη
ή εις μάτην ψάχνω μες στην πλησμονή το magnum opus
που τα έτη τα μπαγιάτικα απ’ τα φρέσκα θα διακρίνει;
 
Κι αν πάλι τώρα μου στερούν το δάσος του φθινόπω-
ρου, ανοίγουν –να!– τα μάτια μου, και σα χωράφια απλώνουν
με δέντρων δύναμη βγαλμένη απ’ των κορμών τον κόπο
που αγέρα και νερό ρουφούν και σε αψιούς οπούς ενώνουν.
 
Γιατί, άραγε; Αχ, γιατί; Οι κραυγές εκβάλλονται ματαίως
σε μια εποχή όπου  το σκοτάδι αφρόντιστη γαλήνη
εγγυάται· σαν κλαδί ετσακίστη ο θρήνος ο πηγαίος.
Το δάσος εκοιμήθη πια – τις ρίμες τις κεντά η σελήνη.
 
Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Κεντρωτής