Εκτύπωση του άρθρου

SANNA KARLSTROM

 

ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ


Πίσω από την πλάτη σου η πόλη αλλάζει,

στον ουρανό αιωρείται ένας γερανός
προκατασκευασμένα στοιχεία.

Η γραβάτα σκίζει στα δυο το άσπρο πουκάμισο του αρχιτέκτονα,
τα ζεύγη των άκρων του και τα μεμονωμένα όργανα  του σώματος,
δύο λωρίδες, αριστερή και δεξιά.

Εσύ και εγώ επακριβώς σχεδιασμένοι.
Ακόμη και τώρα στην άκρη ενός χάρακα.

Η πόλη συρρικνώνεται,ένας φράχτης
υψώνεται γύρω από τον άδειο χώρο,
με τα παιδιά πίσω του, να κάθονται
τρέμοντας από φόβο μήπως τα ανακαλύψουν.
    

***

Μια σκέψη παραδέρνει στοδωμάτιο,
κάθε φορά που προσπαθώ να θυμηθώ το όνομά σου
στραβολαιμιάζω κρυφοκοιτάζοντας απ¢ το παράθυρο:
οι άνθρωποι εκεί κάτω, οι δρόμοι,
ευθύγραμμη λαχτάρα του αρχιτέκτονα.

***
    
Όλη τη νύχτα το τρίξιμο του χαρτιού
σαν βήχας που αποζητάει την προσοχή.
Το σχέδιο του αρχιτέκτονα ξεχειλίζει από τιςάκρες,
το δωμάτιο σκοτεινιάζει σαν δάσος.

Μοιάζει να υπάρχει κάποια τάξη,
λέει, και κοιμάται όπως η λεωφόρος.

***

Κάθεται ανάμεσα σε πατάτες και κρεμμύδια
σε ένα υγρό υπόγειο κελάρι,
φαντάζεται, κυκλωμένος από πέτρα,
πώς είναι να είσαι πλασμένος από χώμα.
Έχει σχεδιάσει το παράθυρο να αγγίζει το ταβάνι.

Γυαλί, σαν φεγγάρι δίχως φως - αδύνατο.
Απλά έχει κουλουριαστεί, με τα γόνατα κάτω από τοσαγόνι,
δίχως να προσέχει πόσο όμορφα ζαρώνει τοπαντελόνι του στο γόνατο,
μόνο σκέφτεται τα πουκάμισα
με τα καλοσιδερωμένα κολάρα τους μέσα στο σκοτάδι τουντουλαπιού.
   

***
   
Στην άκρη του δάσους,
πώς μπορεί κάτι τέτοιο ξαφνικά να αρχινά και νατελειώνει,
τόσο όμορφο κι εκεί που υπάρχουν κλαδιά και εκεί πουλείπουν,
και θα μπορούσα σχεδόν να ακούσω την αναπνοή τουαρχιτέκτονα,
αλλά εκείνος γύρισε να κοιτάξει τον αυτοκινητόδρομο
που υψώθηκε πάνω από τα δέντρα σαν ουράνιο τόξο.
   

***
   
Κοιμόμαστε αντικριστά,εγώ και ο κύριος Α.
Εκείνος ποτέ δεν τρεμοπαίζει βλέφαρο, ποτέ δενκοιμάται,
πόλεις πρέπει να κατασκευαστούν,
χόρτο να μεταφερθεί απότόπο σε τόπο,
δεν ξέρει πώς να επιλέξει μεταξύ ήλιου και σελήνης,
δεν ξέρει πώς να επιλέξει, στο χαρτί
κι ενώνει δίχως ραφές νύχτα και μέρα.
Θα χρειαστούν τουλάχιστον εκατό άνδρες, ο ίδιοςαριθμός
μπλε φόρμες κάτω από το γαλάζιο του ουρανού.
Πέφτουμε για ύπνο μέσα στις βλαστήμιες των εργατών.

Όταν ξεκουράζεται, τα αντικείμενα είναι λευκά καιάψυχα,
αργοπίνει ένα φλιτζάνι καφέ, και το χρώμα αρχίζεισταδιακά να μπαίνει στην κυκλοφορία του.
   

***
     
Λέει μια λέξη κάθε φορά και
μια πολυκατοικία υψώνεται
από το σκιερό γρασίδι,
βόμβος από φτερά εντόμων
και το δωμάτιο εγκαθίσταται στους τοίχους του.

Ανοιγοκλείνω το παράθυρο,
εκείνος μιλάει μέσα από το τζάμι χωρίς επιτυχία,
η κίνηση του χεριού του που σχεδιάζει σταμάτησε
στο ορόσημο του σκοταδιού με το σκοτάδι.

Τον αγκαλιάζω, είναι απρόσωπος και κενός, αφήνει
ένα ίχνος επάνω μου πολύ μικρότερο απ¢ τονίδιο.
   

***
   
Με τα χέρια του στις άκρες του χαρτιού μου ζητά
να τον σχεδιάσω μονοκοντυλιά
και να μη φοβηθώ.
Λέγοντάς το, παίρνει μια στάση
που δεν αναγνωρίζω

Σκέφτομαι το νερό που ξαφνικά πλημμυρίζει τουςπνεύμονες,
νερό που εισπνέεις ασυνείδητα

ποια είναι άραγε τα όριά του; τον έχω παρατηρήσει
προσεκτικά καθώς κινείται στο δωμάτιο -
ακίνητη εγώ δεν μπορώ να ισχυριστώ

ότι εκείνος μένει ακίνητος στον ουρανό για να μεεκνευρίσει
ο γερανός κινείται στο ύψος των ώμων του,
διαβάζει φωναχτά ένα εγχειρίδιο για απαστράπτουσεςκυλιόμενες σκάλες

Σήμερα κρατά κάποια χωράφια
ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη του

λέει πως είναι ανεμοδαρμένοι και ομιχλώδειςτόποι.
   
***
   
Τα πάντα είναι έτοιμα και τα σχέδιά σου δεν είναιαπαραίτητα
η βρύση στάζει στο άδειο δωμάτιο
ζούμε στο ύψος των δέντρων
αισθάνομαι άσχημα
σαν να περιμέναμε τη βροχή

Κοίτα τι έκανες
σχεδίασες με την ακρίβεια παθολόγου
ένα μονοπάτι στο στήθος μου με το νύχι σου
και γέλασα μέχρι που τα πάντα θρόισαν
τώρα η πόλη είναι λεπτομερώς αρχειοθετημένη
και χωράει μέσα στα χέρια σου

Έξω στο φεγγαρόφωτο όλαείναι έτοιμα
το αδειανό πάρκο, το στόμα του αγάλματος
είναι μαύρο και ξηρό

η λαμαρινένια στέγη αντανακλά στον ουρανό τηνεικόνα του.
  

***
     
Απλώνεις τον χάρτη, εδώ όπου βρισκόμαστε τώρα. Γύρωαπό τους
καθεδρικούς σπανίως είναι απάνεμα, πρέπει
να κρατιέσαι και με τα δύο χέρια. Ο άνεμος δενπέφτει, και
μια πόλη αιωρείται πάνω από την πόλη, μια μινιατούρα
στην οποία περιπλανηθήκαμε, πόσο μικροί είμαστε εδώ,εδώ όπου βρισκόμαστε
τώρα.
   

***
   
Οι καρτ ποστάλ με τα μεγαλύτερα αριστουργήματατης αρχιτεκτονικής
αγνοούν τους ανθρώπους, την
παροδικότητά τους, ένα μαντήλι που κυματίζει στονάνεμο.
Αναποδογυρίζεις την κάρτα που λέει: Χαιρετισμούς.
Βρεθήκαμε κι εμείς εδώ. Δώστε στον Αζόρ ένα χάδι εκμέρους μας. 

 


Sanna Karlstrom
Μετ. ΕΚΕΜΕΛ / Χρήστος Χρυσόπουλος