Εκτύπωση του άρθρου

ΒΑΣΩ ΧΑΛΒΑΔΑΚΗ


Άτιτλο ΙΙΙ. 



γυρίζαμε πολλά χρόνια
από νύχτα σε νύχτα πλαίσιο
μαζί με τα ενθύμια
τις φωτογραφίες απ' όπου έλειπα επιμελώς
ενώ εσύ χαμογελούσες
εξ' ορισμού αναμνηστικός
πετούσες ένα άδειο marlboro
προς χάριν της μετέπειτα αφήγησης
πιο πολύ αφιέρωνες τα τσιγάρα στο μέλλον 
παρά κάπνιζες τότε
θυμάσαι ;
πως με τον καιρό θάμπωσες; 
λεπτός, επιπόλαιος
όπως κόπηκες
ασημένια αλυσίδα
εύθραυστη αλυσίδα
το δώρο κάποιου άλλου
που γύρισε πίσω
πλάι στο κομμάτι από το κίτρινο φόρεμά της
με τα μεγάλα φούξια λουλούδια
(πριν πεθάνει της  άρεσαν τα μεγάλα εμπριμέ)
πριν πεθάνεις είσαι άλλος
στο βάθος της ανάμνησης
κρέμεται ο ορίζοντας-σκηνικό
μια προκάτ ζωγραφιστή δύση 
ειδυλλιακά ματαιωμένη
διάστικτη ημερών που πετούν
με χάρτινα φτερά
διακεκομμένες γραμμές
«κόφτε εδώ» οδηγίες

ευτυχώς όλα φοριούνταν,
ό,τι δεν μπορούσα να μεταφέρω
περνούσε βραχιόλια στους σκοτεινούς μου καρπούς
περιφερόμουν βαριά
κίνηση ασταθής ακινητούσα
σαν αβάσιμο φορητό μνημείο
δικαιωνόμουν 


ό,τι αστάθμητο
μη σκύψει χωρίς πριν και μετά στο χώμα 

το δικό μας κομμένο
μη θαφτεί φυσικό


ξένη φύση