Εκτύπωση του άρθρου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ


Από την ανέκδοτη συλλογή "ελευθερία ή ο υπαγορευμένος άνθρωπος" και την ενότητά της
IV. ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΟΛΜΟΥΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ

 

 


 
                                      1

τι θα γίνει όταν θα πεθάνουμε
δεν θα μπορούμε να επικοινωνούμε με τους αγαπημένους μας ;
θα πιούμε το σιωπηλό νερό ;
την πηγή της λησμονιάς θα στερέψουμε με τα χείλη μας ;

τ' αγκάθια δεν θα κυνηγούν τα βήματά μας
και το μύρο του γιασεμιού δεν θ' αγγίζει τα ρουθούνια μας
ο ουρανός σαν ένα σκιερό καπέλο θα έχει σκεπάσει τ' αυτιά της ψυχής μας
το ποτάμι των στεναγμών δεν θ' ακούγεται στις όχθες

εσείς εσείς φίλοι και φίλες με αλάτι τα θεία μάτια σας σκεπάστε
αν μπορείτε ελάτε να μας υποδεχθείτε
δέσετε τον ίσκιο σας στο μικρό μας δάχτυλο
κι ελάτε αλλιώτικες γενιές να φιληθούμε

στα σκιερά μας μάγουλα, στα σκοτερά μας χείλη

 
                            2

τότε μόνο θα ζηλέψω αυτόν
που το νήμα προσφέρει της ζωής του
πάνω σε σκαλιά κοντά σε γλάστρες

όταν τα μάτια εκείνης της γυναίκας
ξανακατακτήσει γυρνώντας στα παλιά
και τραβώντας την έξω σαν ψάρι

στο παρόν να ανασάνει φως
ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα
και το αγαπημένο στόμα


                             3

άσπρα χαροποιά μάρμαρα
ηχούν τη ματιά που δεν σβύνει
και τον αέρα προκαλούν να χαμογελάσει
μέσα στη λιμνούλα μιας αθώας πίστης

τώρα που η εποχή στέκεται στα πόδια της
η μυζήθρα του φεγγαριού γέμισε σκόνη
τα χείλη των παρθένων
που υπνοβατούν στη χλόη με τις απουσίες

ένα κατάσαρκο θάρρος αφαίρεσε τον ύπνο
και χάιδεψε τη μαύρη γαλήνη στα μαλλιά
βγαίνοντας έξω από τις λέξεις της ζωής
που τις κατοικούμε μιαν ανοιξιάτικη νύχτα

τα πουλιά που προστατεύουμε κυνηγούν τ' αστέρια
τους απλανείς οφθαλμούς του σύμπαντος

    
                             4

το σίδερο η πέτρα το ξύλο ο υδροχόος
ο καιρός των αγνών αγελάδων το σύρμα
η πόρτα το παραθύρι το δοκάρι της σκεπής
ο ισχυρός χρόνος του πρώτου ανακοινωθέντος

έρχομαι ολοταχώς για τις αγκάλες
για το φιλί που τόσο νοστάλγησα
κάθε σούρουπο κάθε νύχτα μετά τον χωρισμό
όποτε βρισκόμουν έρμαιο και πάλι της μαμάς μου

το αστείο ψάρι το θείο σταφύλι ο άγριος νόμος
ο λευκός σου καμπύλος ώμος
χαμένος στην απόσταση μιας ερημιάς
που δεν σηκώνει φωτιές και τρικυμίες

θα βρω την άκρη της ζωής
ενός αιώνα που  βουλιάζει μέσα στην πίκρα
τη μετεωρολογική πίκρα των ευμενών ουρανών
που τώρα συνοδεύονται από γκρίζα κοστούμια στις υπηρεσίες


                                5

το μούχρωμα της αυταπάτης γλυκαίνει το νερό της θάλασσας
η βασιλεία του ήλιου επεκτείνεται ώς τις σκιές από τις βάρκες
τώρα η αντανάκλαση μιας υποψίας κυριεύει το στόμφο μας
η γνώμη και η σιωπή βρίσκονται σε σιγανό αγώνα

σιγή απόλυτη στ' ακρογιάλι των ψαράδων και των ερώτων
χωρίς βογγητά μπαίνουν τα σώματα το ένα μέσα στο άλλο
και οι πιτσιλιές του κύματος δροσίζουν τη ζέστη του κορμιού
μπορεί να πλησιάσει ο θάνατος μπορεί να πλησιάσει η ευτυχία

οι λέξεις είναι φτιαγμένες για να χαϊδεύουν
τα φώτα της στεριάς γεμίζουν το βουλιαγμένο βλέμμα
τα φώτα της θάλασσας  το μυαλό του παιδιού γυρίζουν
ο παφλασμός κρυφολέει την ίδια μακρινή ιστορία

τα χρόνια έρχονται και φεύγουν, οι πόνοι δεν περνούν
η αλαφρή σφραγίδα του μπάτη γλείφει απαλά τα μέτωπά μας
εμάς που δεν έχουμε άλλα από τα λόγια μιας μικρής ζάλης
να ποτίζουν με κρασιά τα στόματα των βράχων

βυθιστήκαμε στη σκοτεινή ησυχία
οι πατεράδες δεν ήρθαν να μας βρουν και μείναμε κάτω απ' τ' άστρα

Γιώργος Αθανασόπουλος