Εκτύπωση του άρθρου

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΑΚΟΣ

 

Βασίλης Ζηλάκος
Η Κούπα του τσαγιού
(αποσπάσματα από τα τετράδια ενός τραυλού Ερημίτη)

Εκδόσεις ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, Αθήνα 2010

 

«Η Κούπα του τσαγιού (αποσπάσματα από τα τετράδια ενός τραυλού Ερημίτη)», πρώτο ποιητικό βιβλίο του Βασίλη Ζηλάκου, είναι, ενδεχομένως, η κατάδυση της ποιητικής γραφής και της συγκίνησης στις πιο σκοτεινές και δυσερμήνευτες όψεις της ζωής και του θανάτου. Αποτελεί ουσιαστικά την προσπάθεια του ανθρώπου για αναζήτηση της ταυτότητάς του μέσα από την υπέρβαση και την κάθαρση.

Περιλαμβάνει τρία μέρη από ισάριθμα τετράδια στα οποία ο τραυλός ερημίτης κατέγραφε τις ποιητικές στιγμές του. Ο ποιητής αντιγράφει αποσπάσματα απ’ αυτά, καταχωρίζοντάς τα με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται ένα συμπαγές ποιητικό σώμα. Προτάσσεται το «Αντί προλόγου ή κάτω από μια φωτογραφία», ενώ το βιβλίο ολοκληρώνεται με τις «Σημειώσεις του επιμελητή της έκδοσης».  

Ο ποιητής προσπαθεί να προσεγγίσει και να ερμηνεύσει την εικόνα ενός κόσμου που κινείται ανάμεσα στο ένστικτο και στο προσωπικό αρχέτυπο, καθώς και στη σύγκρουση της συνείδησης με τη βιωμένη και κοινή μνήμη. Τέλος, στη μεταφυσική των γήινων στοιχείων με την ίδια τη φύση και στην υπόγεια σχέση τους με το λόγο.

Η περιπλάνησή του διαλαμβάνει την αποκωδικοποίηση της προσωπικής και κοινής συμμετοχής και μαρτυρίας. Η εκδοχή του αθέατου, πλην όμως αληθινού ποιητικού ονείρου και νοήματος, παίρνει διαστάσεις λύτρωσης, σε μιαν αναζήτηση σχεδόν εσχατολογική.

Ο ερημίτης είναι εξέχουσα persona πίσω από την οποία ο ποιητής ξεκινά και ολοκληρώνει την περιπέτεια. Πιστεύω ότι στην ποιητική αυτή σύνθεση ο ερημίτης, που δανείζει το λόγο - κλειδί στον ποιητή, λειτουργεί μέσα από ένα διπολικό μηχανισμό. Άλλωστε, όπως σημειώνεται από τον επιμελητή της έκδοσης, η έλλειψη καταληκτικής τελείας σε μερικά ποιήματα δηλώνει τις διαφορετικές περσόνες που υπεισέρχονται τεχνηέντως στο corpus της σύνθεσης. Μπορεί όμως να εκληφθεί και ως σύνολο κατόπτρων τα οποία ανακλούν τα είδωλα της γραφής. Ο αποσπασματικός λόγος του ερημίτη ταξιδεύει μέσα τους σαν φως.

Το αποκαλυπτικό «Αντί προλόγου» ακολουθεί το «Από το Τετράδιο 1», μέσα στο οποίο επιχειρείται η είσοδος του ποιητή σε ένα μη προσδιορισμένο χώρο και χρόνο. Η περιπέτεια φαίνεται ότι έχει αφετηρία ένα κόσμο που λειτουργεί παράλληλα με τον πραγματικό. Πρόκειται για ένα σκηνικό περινεκρικής σύλληψης που εκτείνεται σχεδόν σε όλο το εύρος των ποιημάτων αυτού του μέρους, ενώ λέξεις και δομές όπως «στέγη», «νεκρός», «σώμα», «Αγίων – Φωνές», «Κατακλυσμού» και «μήτρα» απηχούν μορφές συμβόλων και συνειρμών.

Έπεται το, πιο εκτενές, «Από το Τετράδιο 2», μέσα στο οποίο ποιητής και περσόνες ενδοσκοπούν αλλάζοντας ρόλους, φωνές και διαθέσεις σ’ ένα αρχιτεκτόνημα που δομείται από συνυπάρχοντα τυπολογικά θραύσματα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και της ορθόδοξης τελετουργίας: «Έλευσις», «Αγρυπνία», «Στάσιμο», και «Άγγελος» που ανακαλεί φωνολογικά τη λέξη «Εξάγγελος».

Το τελευταίο μέρος, «Από το τετράδιο Τρία», έχει μάλλον προφητικό χαρακτήρα. Άλλωστε τα δύο μοναδικά ποιήματα του μέρους αυτού συνελήφθησαν λίγες ώρες μόνο προτού ο ερημίτης προβλέψει το θάνατό του. Στα δύο πρώτα μέρη το αρσενικό ένστικτο για την ιστορία, τον κόσμο και τη μεταφυσική, είναι βασικός πυλώνας των ποιητικών διατυπώσεων. Στο τρίτο, σαφώς διαφορετικό ως προς την ποιητική πρόθεση και τη μορφή, το θηλυκό αίνιγμα για τον κόσμο εξιδανικεύεται, παραμένει όμως αίνιγμα (Μαγδαληνή – Γάτα), γίνεται τελικώς η μήτρα μέσα στην οποία θα αναγεννηθεί ο χρόνος, η ιερότητα και η σιωπή.

Επιχειρώντας μια συνολική εκτίμηση για την «Κούπα του τσαγιού» θα εκκινούσα τη σκέψη μου από τη λέξη «τραυλός». Ο τραυλισμός, σύμφωνα με τις τρέχουσες έρευνες, δεν είναι παρά η κατάληξη μιας μεγάλης αλυσίδας παραγόντων, κυρίως όμως σύμπτωμα εσωτερικών συγκρούσεων και γενικότερων ψυχικών διεργασιών. Ο ερημίτης λοιπόν δεν μπορεί να προφέρει εκείνο «που πάντα λιγοστεύει». Στο σημείο αυτό η λανθάνουσα έννοια της προφορικότητας μάς οδηγεί στο παρελθόν, στις ρίζες δηλαδή των πρώτων κοινωνικών ομολογιών και πράξεων. Συνεπώς αυτή δίνει τη θέση της στον γραπτό λόγο μέσω της εξελικτικής πορείας. Ο ερημίτης καταφεύγει λοιπόν στη γραφή για να αισθητοποιήσει εκείνο που δεν μπορεί να προφέρει ως ποιητής. Για το λόγο αυτό η γραφή είναι εκείνη που καταδύεται για να φτάσει σε μιαν ενδοσκόπηση η οποία θα τελεστεί μέσω της ποίησης: «η Ποίηση τη θέλησή μου θα ορίζει». Έτσι, τα τετράδια του ερημίτη λειτουργούν σαν ποιητικές διαστάσεις χώρου και χρόνου: «ρωγμές χρόνου και καταστάσεων». Οι διάφορες περσόνες δεν είναι παρά περιφερειακές ποιητικές οντότητες, αντηχήσεις και αντανακλάσεις της συνείδησης του διχασμένου ερημίτη – ποιητή και μοιάζουν σαν να μη γεννήθηκαν και να μην πέθαναν ποτέ ή είναι παράλληλες σκέψεις που πηγάζουν από το βαθύτερο «εγώ». Ο ποιητής θα επιστρέψει στην ατομική συνείδηση, πράξη αναγκαία και ικανή, για να ερμηνεύσει τη συλλογική μνήμη. Τα αδιέξοδα που συναντά τον οδηγούν σε μιαν άλλη ανάγνωση της ζωής και του θανάτου, μέσα στην οποία τα αρχέτυπα στοιχεία της φύσης αποκαλύπτουν την ένθεη υπόστασή τους.

Η αναζήτηση αυτή ουσιαστικά κινείται στο μεταίχμιο δυο αντίθετων ιδεολογικών πόλων, στις παρυφές δηλαδή της πλατωνικής ερμηνείας για την ανάμνηση και στη μεταφυσική ανάλυση της «βούλησης» του Schopenhauer. Στο πλαίσιο αυτό είναι μάλλον ευανάγνωστη και η κρυπτική σχέση του ποιητή με τα πράγματα, η προβολή του ειδώλου του, των σκέψεων και των συνειρμών του.

Στην αρχή αυτής της πορείας ο χρόνος δεν είναι σαφής. Είναι ιστορικά συγκείμενος, αποτελεί όμως και απολίθωμα της επάλληλης κοινωνικής διεργασίας. Στο πρώτο μέρος δεν υπάρχει ασφαλής αντίληψη χρόνου και χώρου. Ο ποιητής βρίσκεται σε μια προ-συνειδητή κατάσταση. Απεναντίας, καθώς η γραφή βιώνεται από τον ποιητή, ο χρόνος και ο χώρος γίνονται προσπελάσιμοι, τόσο στο δεύτερο όσο και στο τρίτο μέρος, φτάνοντας σε μιαν αιρετική ή ανατρεπτική εκδοχή του δυϊσμού στο τρίτο μέρος: «χωρίζοντας στα δυο το σώμα μου τα βράδια».

Η θεογνωσία και η προσωπική ερμηνεία της αποτελεί μάλλον το τελευταίο εφικτό σύνορο της ανθρώπινης πορείας για την υπέρβαση και, ίσως, για την ουτοπία. Η αναζήτηση λοιπόν του ερημίτη καταλήγει στη σιωπή μέσα από την «οντολογική» παραδοχή των εννοιών «ζωής» και «θανάτου» ως «μη είναι». Αυτή αποτελεί και την τελευταία κατάθεση τού, νεκρού πλέον, ερημίτη, ο οποίος κληροδότησε τη διαθήκη του με διαφορετικό τρόπο από κείνο των δύο πρώτων τετραδίων.

Ο Βασίλης Ζηλάκος δημιούργησε μια σύνθεση με έντονη ατμόσφαιρα και εικονοποιία, άλλες φορές ονειρική κι άλλες φρικιαστική. Μια ποίηση με ελεγχόμενο ρυθμό, κρουστό  στίχο και βιωμένο αίσθημα που δεν εξαντλείται σε μιαν ανάγνωση. Η ποίησή του έχει ιδιαίτερο ένστικτο και δυναμισμό, διαυγή πυκνότητα και σπάνια κοινωνική καθαρότητα η οποία απέχει αρκετά από τον ερμητικό μοναχισμό του ιδιωτικού οράματος.

Το περιεχόμενο της «κούπας» θα μπορούσε να είναι η γραφή, ο λόγος. Μετέχει κανείς σ’ αυτόν μέσω της ποίησης. Με ρίσκο τον ίδιο τον άνθρωπο ή την ταυτότητά του. Ακριβώς όπως διατυπώνει ο αμερικανός ποιητής Robert Frost, αγαπημένος ποιητής του ερημίτη, στο ποίημά του «ThePasture»: «Βγαίνω έξω για να καθαρίσω την πηγή στο βοσκοτόπι· θα σταματήσω μόνο για να απομακρύνω τα φύλλα (Περιμένοντας να δω το νερό λαγαρό, ίσως): Δε θ’ αργήσω. – Έλα κι εσύ.»

Ζαχαρίας Κατσάκος