Εκτύπωση του άρθρου

CATHY SONG

Μετάφραση: Άννα Μαγγίνα
Επιμέλεια: Λιάνα Σακελλίου

© Poeticanet 

 

 

 

Η Cathy Song γεννήθηκε στη Χονολουλού της Χαβάης στις 20 Αυγούστου 1955. Ωστόσο, η καταγωγή της είναι κινεζική και κορεάτικη. Ο πατέρας της ήταν πιλότος αεροπορικής εταιρείας και η μητέρα της μοδίστρα. Αρχικά σπούδασε στο University of Hawaii. Στη συνέχεια συνέχισε τις σπουδές της στο Wellesley College, από όπου απέκτησε πτυχίο Αγγλικής Φιλολογίας το 1977. Το 1981 ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στη Δημιουργική Γραφή στο Boston University. Στη Βοστώνη γνώρισε τον σύζυγό της, Ντάγκλας ΜακΧαργκ Ντάβενπορτ, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν φοιτητής Ιατρικής στο Tufts University. Το ζευγάρι επέστρεψε στη Χονολουλού το 1987, όπου εξακολουθεί να ζει μαζί με τα δύο παιδιά του.

Σε ηλικία 21 ετών, η Cathy Song δημοσίευσε το πρώτο της διήγημα στο Hawaii Review. Από τότε δεν σταμάτησε να δημοσιεύει το έργο της. Σήμερα διδάσκει Δημιουργική Γραφή στο University of Hawaii στη Manoa. Η Cathy Song έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις για το έργο της, όπως το Yale Younger Poets Prize, το Βραβείο Λογοτεχνίας της Χαβάης, το Shelley Memorial Award από την Poetry Society of America, την υποτροφία του National Endowment for the Arts, το Βραβείο Frederick Bock από το περιοδικό Poetry και το Pushcart Prize. Η Song ανήκει στη γενιά ποιητών που ανέδειξαν τη φωνή των Ασιατοαμερικανών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το έργο της διδάσκεται συχνά σε προγράμματα αμερικανικής και μεταποικιακής λογοτεχνίας, και η ίδια θεωρείται σημαντική συνδετική φιγούρα μεταξύ των ποιητικών παραδόσεων της Χαβάης και της ηπειρωτικής Αμερικής.
Εκτός από τη συγγραφή, η Song έχει συμμετάσχει ενεργά σε εκπαιδευτικά και πολιτιστικά προγράμματα στη Χαβάη, υποστηρίζοντας νέους ποιητές και τη διατήρηση των τοπικών αφηγηματικών παραδόσεων.

 

Picture Bride

She was a year younger
than I,
twenty-three when she left Korea.
Did she simply close
the door of her father's house
and walk away. And
was it a long way
through the tailor shops of Pusan
to the wharf where the boat
waited to take her to an island
whose name she had
only recently learned,
on whose shore
a man waited,
turning her photograph
to the light when the lanterns
in the camp outside
Waialua Sugar Mill were lit
and the inside of his room
grew luminous
from the wings of moths
migrating out of the cane stalks?
What things did my grandmother
take with her? and when
she arrived to look
into the face of the stranger              
who was her husband,
thirteen years older than she,
did she politely untie
the silk bow of her jacket,
her tent-shaped dress
filling with the dry wind
that blew from the surrounding fields
where the men were burning the cane?

Picture Bride (1983)
 

Νύφη Φωτογραφίας

Ήταν ένα χρόνο μικρότερη 
από εμένα, 
είκοσι τριών όταν έφυγε απ’ την Κορέα.
Έκλεισε απλά
την πόρτα του πατρικού της
και έφυγε; Και 
ήταν μακρύς ο δρόμος 
μέσα από τα ραφεία του Πουσάν
προς την αποβάθρα όπου το πλοίο 
περίμενε να την πάει σε ένα νησί
που το όνομά του είχε
μόλις πρόσφατα μάθει,
όπου στην ακτή του
περίμενε ένας άντρας,
γυρνώντας τη φωτογραφία της
στο φως όταν τα φανάρια
στην κατασκήνωση έξω
απ’ τον Ζαχαρόμυλο της Γουαϊάλουα άναβαν
και το εσωτερικό του δωματίου του
φωτιζόταν 
απ’ τα φτερά των νυχτοπεταλούδων
που μετανάστευαν απ’ τα στελέχη των καλαμιών;
Τι πράγματα πήρε η γιαγιά μου
μαζί της; Και όταν 
έφτασε να κοιτάξει
κατάματα τον ξένο
που ήταν άντρας της, 
δεκατρία χρόνια μεγαλύτερός της, 
ξεκούμπωσε διακριτικά
το μεταξωτό φιόγκο της ζακέτας της,
το τεντόσχημο φόρεμά της
που γέμιζε απ’ τον ξηρό αέρα
που φυσούσε απ’ τα τριγύρω χωράφια
όπου οι άντρες έκαιγαν το ζαχαροκάλαμο;     


The Youngest Daughter

The sky has been dark 
for many years. 
My skin has become as damp 
and pale as rice paper 
and feels the way 
mother’s used to before the drying sun 
parched it out there in the fields. 

Lately, when I touch my eyelids, 
my hands react as if 
I had just touched something 
hot enough to burn. 
My skin, aspirin colored, 
tingles with migraine. Mother 
has been massaging the left side of my face 
especially in the evenings 
when the pain flares up. 

This morning 
her breathing was graveled, 
her voice gruff with affection 
when I wheeled her into the bath. 
She was in a good humor, 
making jokes about her great breasts, 
floating in the milky water 
like two walruses, 
flaccid and whiskered around the nipples. 
I scrubbed them with a sour taste 
in my mouth, thinking: 
six children and an old man 
have sucked from these brown nipples. 
I was almost tender 
when I came to the blue bruises 
that freckle her body, 
places where she has been injecting insulin 
for thirty years. I soaped her slowly, 
she sighed deeply, her eyes closed. 
It seems it has always 
been like this: the two of us 
in this sunless room, 
the splashing of the bathwater. 

In the afternoons 
when she has rested, 
she prepares our ritual of tea and rice, 
garnished with a shred of gingered fish, 
a slice of pickled turnip, 
a token for my white body. 
We eat in the familiar silence. 
She knows I am not to be trusted, 
even now planning my escape. 
As I toast to her health 
with the tea she has poured, 
a thousand cranes curtain the window, 
fly up in a sudden breeze.

Picture Bride (1983)
 

Η μικρότερη κόρη

Ο ουρανός είναι σκοτεινός 
εδώ και πολλά χρόνια.
Το δέρμα μου έχει γίνει τόσο υγρό 
και ωχρό όσο το ρυζόχαρτο
και έχει την αίσθηση
που συνήθιζε να έχει της μητέρας μου προτού ο ήλιος
το ξηράνει εκεί έξω στα χωράφια.

Τώρα τελευταία, όταν ακουμπώ τα βλέφαρά μου, 
το χέρι μου αντιδρά λες
και έχει μόλις ακουμπήσει κάτι
αρκετά ζεστό ώστε να καίει.
Το δέρμα μου, στο χρώμα της ασπιρίνης, 
καίει απ’ την ημικρανία. Η μητέρα
κάνει μασάζ στην αριστερή πλευρά του προσώπου μου
ιδίως τα απογεύματα
που φουντώνει ο πόνος.

Σήμερα το πρωί
η αναπνοή της ήταν βαριά
η φωνή της τραχιά με στοργή
όταν την πήγα στο μπάνιο με το καροτσάκι.
Είχε καλή διάθεση,
έκανε αστεία για τα μεγάλα στήθη της, 
που επέπλεαν στο γαλατένιο νερό
σα δυο θαλάσσιοι ίπποι,
πλαδαρά και τριχωτά γύρω από τις ρώγες.
Τα έτριψα με μια ξινή γεύση 
στο στόμα μου, ενώ σκεφτόμουν:
έξι παιδιά κι ένας γέρος
έχουν βυζάξει απ’ αυτές τις καφετιές ρώγες.
Ήμουν σχεδόν τρυφερή
όταν έφτασα στους μελανιασμένους μώλωπες 
που γεμίζουν με φακίδες το σώμα της,
σημεία όπου έκανε ενέσεις ινσουλίνης 
για τριάντα χρόνια. Τη σαπούνισα αργά,
αναστέναξε βαριά, τα μάτια της κλείσαν.
Φαίνεται να ήταν πάντα 
έτσι: οι δυο μας
στο ανήλιαγο δωμάτιο,
ο παφλασμός του νερού της μπανιέρας.

Τα απογεύματα 
όταν είναι ξεκούραστη,
ετοιμάζει τη δική μας ιεροτελεστία του τσαγιού και του ρυζιού,
γαρνιρισμένα μ’ ένα κομμάτι ψαριού με πιπερόριζα,
μια φέτα γογγύλι τουρσί,
τεκμήριο για το λευκό μου σώμα.
Τρώμε στη γνωστή σιωπή.
Ξέρει ότι δεν μπορεί να μ’ εμπιστευτεί,
αφού ακόμα και τώρα σχεδιάζω την απόδρασή μου.
Καθώς κάνω πρόποση στην υγειά της
με το τσάι που έχει σερβίρει,
χιλιάδες πελαργοί καλύπτουν το παράθυρο,
πετούν μ’ ένα ξαφνικό αεράκι. 


ΠΗΓΕΣ
Baym, N. (ed) (2003) The Norton Anthology of American Literature Volume E. New York: W. W. Norton

www.nortonpoets.com
www.poems.com
www.poetryfoundation.org
www.smith.edu/poetrycenter
www.wikipedia.com


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Συλλογές Ποιημάτων
Picture Bride (Yale University Press, 1983)
Frameless Windows, Squares of Light (W. W. Norton, 1988)
Sister Stew (co edited with Juliet S. Kono) (Bamboo Ridge Press, 1991)
School Figures (University of Pittsburgh Press, 1994)
The Land Bliss (University of Pittsburgh Press, 2001)
Cloud Moving Hands (University of Pittsburgh Press, 2007)
All the Love in the World (University of Hawai'i Press, 2020)
Έχει επίσης συμμετάσχει στην ανθολογία:
Making Waves: An Anthology of Writings By and About Asian American Women (Beacon Press, 1989)


Βιβλία σχετικά με την ποιήτρια

Chen, F. (2004) “Body and female subjectivity in Cathy Song’s Picture Bride”. Women’s Studies: An Interdisciplinary Journal 33 (5): 577-612.

Codd, N. (1994) “Artistic and cultural mothering in the poetics of Cathy Song”. In Ng, Yung, Fugita and Kim (eds) New Visitors in Asian American Studies: Diversity, Community, Power. Pullman, WA: Washington State UP.223-34.

Fujita-Sato, K. (1988) “‘Third world’ as place and paradigm in Cathy Song’s Picture Bride”. MELUS 15(1): 49-72.

Hug, J. (2005) “Cathy Song”. In D. Madsen (ed) Asian American Writers. Detroit, MI: Gale. 283-87.

Lee, K. (1994) “Korean-American literature: the next generation”. Korea Journal 34(1): 20-35.

Schultz, S. (1996) “Cathy Song”. In J. M. Conte (ed) American Poets since World War II: Fifth Series. Detroit: Thomson Gale. 267-74.

Usi, M. (1995) “Women disclosed: Cathy Song’s poetry and Kitagawa Ukiyoe”. Studies in Culture and Humanity 1-19.

Van Dyne, S. (2000) “Snapshots in history: re-reading ethnic subjects in Cathy Song”. In Hsu and Franklin (eds) Re-Placing America: Conversations and Contestations: Selected Essays. Honolulu: College of Languages, Linguistics and Literature, U of Hawaii, with East-West Center. 181-98.

Wallace, P. (1993) “Divided loyalties: literal and literary in the poetry of Lorna Dee Cervantes, Cathy Song and Rita Dove”. MELUS 18(3): 3-19.

Xiaojing, Z. (1998) “Breaking from tradition: experimental poems by four contemporary Asian American women poets”. Revista Canaria de Estudios Ingleses 37:199-218.

 

Μετάφραση: Άννα Μαγγίνα
Επιμέλεια: Λιάνα Σακελλίου

 

 
 

 


Ημ/νία δημοσίευσης: 15 Μαΐου 2026