Εκτύπωση του άρθρου
 
CLAUDIA RANKINE (1963)
 
Μετάφραση: Χριστίνα Ράπτη
Επιμέλεια: Λιάνα Σακελλίου

© Poeticanet 

 

 

 
 
Η Κλαούντια Ράνκιν, γεννημένη στη Τζαμάικα το 1963, απέκτησε το πτυχίο στην Αγγλική Φιλολογία από το Κολέγιο Williams και το MFA στην Ποίηση από το Πανεπιστήμιο Columbia. 

Είναι συγγραφέας σημαντικών έργων, όπως τα: «Don’t Let Me Be Lonely: An American Lyric» (Graywolf Press, 2024), «Just Us: An American Conversation» (Graywolf Press, 2020) και «Citizen: An American Lyric» (Graywolf Press, 2014), το οποίο έλαβε πολυάριθμα βραβεία, όπως το Βραβείο Ποίησης Rebekah Johnson Bobbitt το 2016, το Βραβείο Forward στην Ποίηση το 2015 και το Εθνικό Βραβείο Κριτικής Βιβλίου στην Ποίηση το 2014. Ένα ακόμη καταξιωμένο έργο της είναι το «Nothing in Nature is Private» (Cleveland State University Poetry Center, 1995), το οποίο κέρδισε το Βραβείο Ποίησης του Πανεπιστημίου Cleveland State.

Η Ράνκιν έχει επίσης σημαντική συνεισφορά ως επιμελήτρια, έχοντας επιβλέψει ανθολογίες όπως «The Racial Imaginary: Writers on Race in the Life of the Mind» (Fence Books, 2015) και «American Poets in the Twenty-First Century: The New Poetics» (Wesleyan University Press, 2007). Επιπλέον, έχει γράψει θεατρικά έργα όπως τα «Provenance of Beauty: A South Bronx Travelogue», «Existing Conditions» και «The White Card».

Ο ποιητής Robert Creeley χαρακτήρισε το πειραματικό έργο της «Don’t Let Me Be Lonely: An American Lyric» ως «μια εξαιρετική σύνθεση ειδών» και «ένα αριστούργημα με κάθε έννοια».
 
Εκλέχθηκε Καγκελάριος της Ακαδημίας Αμερικανών Ποιητών το 2013 και τα ποιήματά της εξερευνούν διάφορα όρια, προκαλώντας τις διακρίσεις μεταξύ ποίησης και πεζού λόγου, λέξης και εικόνας, καθώς και της υποκειμενικής εμπειρίας και των εξωτερικών ορισμών που επιβάλλονται από παράγοντες όπως το χρώμα του δέρματος και η οικονομική κατάσταση.
 
Σε αναγνώριση των εξαιρετικών της προσφορών στη λογοτεχνία, η Ράνκιν έχει λάβει πολυάριθμα βραβεία και υποτροφίες, μεταξύ των οποίων το Βραβείο Ποίησης Jackson, το Βραβείο «Genius» της MacArthur το 2016 και την ένταξή της στην Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Επιστημών το 2019. Το 2017 ίδρυσε το Racial Imaginary Institute, μια συνεργατική προσπάθεια που ασχολείται με το θέμα της φυλής μέσω διαφόρων καλλιτεχνικών μέσων.

Από την ένταξή της στο Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής του NYU το 2021, η Ράνκιν συνεχίζει να έχει σημαντική επίδραση στο λογοτεχνικό τοπίο.

Διαμένει στη Νέα Υόρκη.
 
 
1. SOUND AND FURY
 
The gloom is
the off-white of white. Because white can’t know
what white knows. Where’s the life in that?
Where’s the right in that? Where’s the white in that?
At the bone of bone white breathes the fear of being,
the frustration of seeming unequal to white.
White portraits on white walls signal ownership of all,
even as white walls white in.
And this is understandable, yes,
understandable because the culture claims white
is owed everything—a wealth of inheritance
a system insures. In each generation
the equation holds—and better than
before and indifferent to now and enough
and always and inevitably white.
This is what it means to wear a color and believe
its touch an embrace. Even without luck
or chance of birth the scaffolding has rungs
and legacy and the myth of meritocracy fixed in white.
That’s how white holds itself together
as the days hold so many white would not—
White is living within brick-and-mortar, walling off
all others’ loss, exhaustion, aggrieved
exposure, dispossessed despair—
in daylight white hardens its features.
Eyes, which hold all light, harden.
Jaws, closing down on justice,
harden into a fury that will not call
white to account even as for some
its pledge is cut out from under.
If people could just come clean about their lives,
even as poverty exists inside white walls,
and just being white is what’s working.
Who implies white could disown its own
even as white won’t strike its own structure.
Even as white won’t oust its own system.
All redress fuels nothing the second another
can be thrown out.
In daylight white’s right to righteous rage
doubles down on the supremacy
of white in our way.
 
From Just Us: An American Conversation,2020
 
 
ΗΧΟΣ ΚΑΙ ΟΡΓΗ
 
Η σκοτεινιά είναι
το υπόλευκο του λευκού. Επειδή το λευκό δεν μπορεί να ξέρει
αυτό που ξέρει το λευκό. Πού είναι η ζωή σε αυτό;
Πού είναι το σωστό σε αυτό; Πού είναι το λευκό σε αυτό;
Στο κόκκαλο του λευκού αναπνέει ο φόβος του να είναι,
η απογοήτευσή του να φαίνεται ανισότερο από το λευκό.
Τα πορτρέτα του λευκού σε λευκούς τοίχους σηματοδοτούν την κυριότητα όλων,
ακόμα και όταν οι λευκοί τοίχοι λευκαίνουν.
Και αυτό είναι κατανοητό, ναι,
κατανοητό επειδή η κουλτούρα ισχυρίζεται ότι το λευκό
του οφείλει τα πάντα - μια πλούσια κληρονομιά
που ένα σύστημα εξασφαλίζει. Σε κάθε γενιά
η εξίσωση ισχύει - και καλύτερη από
πριν και αδιάφορη για το τώρα και αρκετή
και πάντα και αναπόφευκτα λευκή.
Αυτό είναι το νόημα του να φοράς ένα χρώμα και να πιστεύεις
ότι η αφή του είναι αγκαλιά. Ακόμα και χωρίς τύχη
ή πιθανότητα γέννησης, το σκαλοπάτι έχει σκαλοπάτια
και κληρονομιά και ο μύθος της αριστοκρατίας είναι καθορισμένος απ’ το λευκό.
Έτσι το λευκό κρατιέται μαζί όπως οι μέρες κρατούν τόσα που το λευκό δεν θα έθετε. 
Το λευκό ζει μέσα σε τοίχους, απομονώνοντας τον κόσμο απέξω, αποκλείοντας
κάθε άλλη απώλεια, κούραση, πληγωμένη έκθεση, αποστεωμένη απελπισία—
την ημέρα, το λευκό σκληραίνει τα χαρακτηριστικά του.
Τα μάτια, που κρατούν όλο το φως, σκληραίνουν.
Τα σαγόνια, κλείνοντας στη δικαιοσύνη,
σκληραίνουν σε μια οργή που δεν θα ζητήσει λογαριασμό από το λευκό
ακόμα κι αν για μερικούς
η υπόσχεσή του έχει κοπεί κάτω από τα πόδια τους.
Εάν οι άνθρωποι μπορούσαν απλώς να παραδεχθούν τη ζωή τους,
ακόμη και εντός των λευκών τοίχων,
και απλώς το να είσαι λευκό είναι αυτό που δουλεύει.
Ποιος υπονοεί ότι το λευκό θα μπορούσε να αποκηρύξει το δικό του,
ακόμα κι αν το λευκό δεν θα χτυπούσε τη δική του δομή.
Ακόμα κι αν το λευκό δεν εκδιώξει το δικό του σύστημα.
Κάθε αποκατάσταση δεν παράγει τίποτα, τη στιγμή που κάποιος άλλος
μπορεί να απορριφθεί.
Στο φως της μέρας, η οργή του λευκού, δικαιολογημένη,
σφραγίζει διπλά την κυριαρχία του
με τον δικό μας τρόπο ύπαρξης.
 
 
{SOMETIMES “I” IS SUPPOSED TO HOLD WHAT IS NOT THERE}
 
 
Sometimes “I” is supposed to hold what is not there until it is.
Then what comes apart the closer you are to it.
This makes the first person a symbol for something.
The pronoun barely holding the person together.
Someone claimed we should use our skin as wallpaper knowing we couldn’t win.
You said “I” has so much power; it’s insane.
And you would look past me, all gloved up, in a big coat, with fancy fur around the collar, and record a self saying, you should be scared, the first person can’t pull you together.
Shit, you are reading minds, but did you try?
Tried rhyme, tried truth, tried epistolary untruth, tried and tried.
You really did. Everyone understood you to be suffering and still everyone thought you thought you were the sun—never mind our unlikeness, you too have heard the noise in your voice.
Anyway, sit down. Sit here alongside.
Exactly why we survive and can look back with furrowed brow is beyond me.
It is not something to know.
Your ill-spirited, cooked, hell on Main Street, nobody’s here, broken-down, first person could be one of many definitions of being to pass on.
The past is a life sentence, a blunt instrument aimed at tomorrow.
Drag that first person out of the social death of history, then we’re kin.
Kin calling out the past like a foreigner with a newly minted “fuck you.”
Maybe you don’t agree.
Maybe you don’t think so.
Maybe you are right, you don’t really have anything to confess.
Why are you standing?
Listen, you, I was creating a life study out of a monumental first person, a Brahmin first person.
If you need to feel that way—still you are in here and here is nowhere.
Join me down here in nowhere.
Don’t lean against the wallpaper; sit down and pull together.
Yours is a strange dream, a strange reverie.
No, it’s a strange beach; each body is a strange beach, and if you let in the excess emotion you will recall the Atlantic Ocean breaking on our heads.
 
From Citizen,2014
 
{ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ TO "ΕΓΩ" ΕΙΝΑΙ ΠΙΘΑΝΟ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΤΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΕΚΕΙ}
 
Μερικές φορές το "Εγώ" πρέπει να κρατάει αυτό που δεν υπάρχει μέχρι
να υπάρξει.
Και μετά τι ακολουθεί διαλυμένο, όσο πιο κοντά βρίσκεσαι σε αυτό.
Αυτό καθιστά το πρώτο πρόσωπο σύμβολο για κάτι.
Η αντωνυμία μόλις κρατάει ενωμένο το άτομο.
Κάποιος υποστήριξε ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε το δέρμα μας ως χαρτοταινία, γνωρίζοντας ότι δεν θα νικούσαμε.
Είπες ότι το "Εγώ" έχει τόση δύναμη· είναι παράλογο.
Και θα κοίταζες πέρα από μένα, όλος ντυμένος με γάντια, με μεγάλο παλτό, με φανταχτερή γούνα γύρω απ’ τον γιακά, και θα κατέγραφες έναν εαυτό που λέει, πρέπει να φοβάσαι, το πρώτο πρόσωπο δεν μπορεί να σε κρατήσει ενωμένο.
Ρε γαμώτο, διαβάζεις τις σκέψεις, αλλά το δοκίμασες;
Δοκίμασες ρίμα, δοκίμασες αλήθεια, δοκίμασες επιστολική ψευδαλήθεια, δοκίμασες και ξαναδοκίμασες.
Αλήθεια το έκανες. Όλοι σε καταλάβαμε ότι υπέφερες και όμως όλοι νομίζαμε ότι νόμιζες πως ήσουν ο ήλιος - παραβλέποντας την αδιαφορία μας, και εσύ είχες ακούσει τον θόρυβο στη φωνή σου.
Τέλος πάντων, κάτσε. Κάτσε εδώ δίπλα.
Το γιατί ακριβώς επιβιώνουμε και κοιτάμε πίσω με συνοφρύωμα με ξεπερνά. 
Δεν είναι γνώση που ανήκει σε εμάς.
Η δική σου κακοπροαίρετη, μαγειρεμένη, κόλαση στην Κεντρική Οδό, απόλυτη ερημιά, διαλυμένη, πρωτοπρόσωπη, 
θα μπορούσε να είναι ένας από τους πολλούς ορισμούς της ύπαρξης.
Το παρελθόν είναι ισόβια ποινή, ένα αμβλύ όργανο που στοχεύει το αύριο.
Τράβα αυτό το πρώτο πρόσωπο έξω από τον κοινωνικό θάνατο της ιστορίας, τότε είμαστε συγγενείς.
Συγγενείς που καλούν το παρελθόν σαν ένα ξένο με ένα καινούριο «άντε γαμήσου».
Ίσως να μην συμφωνείς.
Ίσως να μην το πιστεύεις.
Ίσως να έχεις δίκιο, δεν έχεις πραγματικά τίποτα να ομολογήσεις.
Γιατί στέκεσαι;
Άκου, εσύ, δημιούργησα μια μελέτη ζωής από ένα μνημειώδες πρώτο πρόσωπο, ένα βραχμανικό πρώτο πρόσωπο.
Αν χρειάζεται να νιώσεις έτσι — ακόμα είσαι εδώ και εδώ είναι το πουθενά.
Έλα μαζί μου εδώ στο πουθενά.
Μην ακουμπάς στο ταπετσαρισμένο τοίχο· κάτσε και συγκεντρώσου.
Το δικό σου όνειρο είναι παράξενο, μια παράξενη ονειροπόληση.
Όχι, είναι μια παράξενη παραλία· κάθε σώμα είναι μια παράξενη παραλία, και αν αφήσεις
την υπερβολική συγκίνηση να μπει, θα θυμηθείς τον Ατλαντικό Ωκεανό να σπάει πάνω στα κεφάλια μας.
 
(από τη συλλογή: Πολίτης, 2014)
                                            
DON’T LET ME BE LONELY {MAHALIA JACKSON IS A GENIOUS}
 
Mahalia Jackson is a genius. Or Mahalia Jackson has genius. The man I am with is trying to make a distinction. I am uncomfortable with his need to make this distinction because his inquiry begins to approach subtle shades of racism, classism, or sexism. It is hard to know which. Mahalia Jackson never finished the eighth grade, or Mahalia’s genius is based on the collision of her voice with her spirituality. True spirituality is its own force. I am not sure how to respond to all this. I change the subject instead.
 
We have just seen George Wein’s documentary, Louis Armstrong at Newport, 1971. In the auditorium a room full of strangers listened to Mahalia Jackson sing “Let There Be Peace on Earth” 
and stood up and gave a standing ovation to a movie screen. Her clarity of vision crosses thirty years to address intimately each of us. It is as if her voice has always been dormant within us, waiting to be awakened, even though “it had to go through its own lack of answers, through terrifying silence, (and) through the thousand darknesses of murderous speech.”
 
Perhaps Mahalia, like Paul Celan, has already lived all our lives for us. Perhaps that is the definition of genius. Hegel says, “Each man hopes and believes he is better than the world which is his, but the man who is better merely expresses this same world better than the others.” Mahalia Jackson sings as if it is the last thing she intends to do. And even though the lyrics of the song are, “Let there be peace on earth and let it begin with me,” I am hearing, Let it begin in me.
 
From: Don’t Let Me Be Lonely, 2004
 
ΜΗΝ ΜΕ ΑΦΗΣΕΙΣ ΝΑ ΜΕΙΝΩ ΜΟΝΗ (Η ΜΑΧΑΛΙΑ ΤΖΑΚΣΟΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΙΔΙΟΦΥΊΑ)
 
Η Μαχάλια Τζάκσον είναι μια ιδιοφυΐα. Ή η Μαχάλια Τζάκσον είναι πολύ έξυπνη. Ο άντρας που είμαστε μαζί προσπαθεί να κάνει μια διάκριση. Αισθάνομαι άβολα με την ανάγκη του να κάνει αυτήν τη διάκριση, επειδή η έρευνά του αρχίζει να πλησιάζει αποχρώσεις ρατσισμού, ταξικής διάκρισης ή σεξισμού. Είναι δύσκολο να ξέρει κανείς ποιο από αυτά. Η Μαχάλια Τζάκσον δεν ολοκλήρωσε ποτέ την δευτέρα γυμνασίου, ή η ιδιοφυΐα της Μαχάλια βασίζεται στη σύγκρουση της φωνής της με το πνευματικό της κομμάτι. Η πραγματική πνευματικότητα είναι η ίδια δύναμη. Δεν είμαι σίγουρη πώς να αντιδράσω σε όλα αυτά. Αλλάζω θέμα αντ' αυτού.
 
Μόλις παρακολουθήσαμε το ντοκιμαντέρ του Τζορτζ Γουέιν, "Ο Louis Armstrong στο Newport, 1971". Στην αίθουσα ακούσαμε αγνώστους να ακούν τη Μαχάλια Τζάκσον να τραγουδάει 
"Ας γεννηθεί ειρήνη
στη Γη" και να χειροκροτούν όρθιοι μια κινηματογραφική οθόνη. Η διαύγειά της διαπερνά τριάντα χρόνια για να απευθυνθεί με οικειότητα στον καθένα μας. Είναι σαν η φωνή της να κοιμόταν μέσα μας από πάντα, περιμένοντας να ξυπνήσει, παρότι «έπρεπε να περάσει μέσα από τη δική της έλλειψη απαντήσεων, μέσα από τη φοβερή σιωπή, (και) μέσα από τις χίλιες σκοτεινιές του φονικού λόγου».
 
Ίσως η Μαχάλια, όπως ο Πάουλ Τσέλαν, να έχει ήδη ζήσει όλες μας τις ζωές πριν από εμάς. Ίσως αυτό να είναι ο ορισμός της μεγαλοφυΐας.
Ο Χέγκελ λέει: «Ο καθένας ελπίζει και πιστεύει πως είναι καλύτερος από τον κόσμο που του ανήκει, αλλά ο άνθρωπος που είναι πράγματι καλύτερος
απλώς εκφράζει αυτόν τον ίδιο κόσμο καλύτερα από τους άλλους.» Η Μαχάλια Τζάκσον τραγουδά σαν να είναι το τελευταίο πράγμα που σκοπεύει να κάνει. Κι αν και οι στίχοι του τραγουδιού λένε «Ας υπάρξει ειρήνη στη Γη και ας αρχίσει από μένα», εγώ ακούω: Ας αρχίσει μέσα μου.
 
COHERENCE IN CONSEQUENCE
 
Imagine them in black, the morning heat losing within this day that floats. And always there is the being, and the not-seeing on their way to—

The days they approach and their sharpest aches will wrap experience until knowledge is translucent, the frost on which they find themselves slipping. Never mind the loose mindless grip of their forms reflected in the eye-watering hues of the surface, these two will survive in their capacity to meet, to hold the other beneath the plummeting, in the depths below each step full of avoidance. What they create will be held up, will resume: the appetite is bigger than joy. indestructible. for never was it independent from who they are. who will be.

Were we ever to arrive at knowing the other as the same pulsing compassion would break the most orthodox heart.
 
Excerpt from Plot, 2001
 
 
 
ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΣΤΗ ΣΥΝΟΧΗ
 
Φαντάσου τους στα μαύρα, τη πρωινή ζέστη να χάνεται μέσα στη μέρα που αιωρείται. Και πάντα υπάρχει το είναι, και το μη-βλέπειν στο δρόμο τους προς —

Οι μέρες πλησιάζουν κι οι πιο οξείς πόνοι τους θα τυλίξουν την εμπειρία ως ότου η γνώση γίνει διαυγής, ο πάγος πάνω στον οποίο βρίσκονται να γίνει γλιστερός. 
Μην προσέχεις το χαλαρό, άσκεφτο κράτημα των μορφών τους που  αντανακλώνται στις αποχρώσεις των ματιών της επιφάνειας, αυτοί οι δύο θα επιζήσουν μες στην ικανότητά τους να συναντιούνται, να κρατούν ο ένας τον άλλον κάτω απ’ την πτώση, στα βάθη κάτω από κάθε βήμα γεμάτο αποφυγή.
 
Αυτό που θα δημιουργήσουν θα κρατηθεί, θα συνεχίσει: η επιθυμία είναι μεγαλύτερη απ’ τη χαρά. ανθεκτική. Γιατί ποτέ δεν υπήρξε ανεξάρτητη απ’ το ποιοι είναι. Ποιοι θα γίνουν. Αν ποτέ φτάναμε να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον ως εαυτόν, η πάλλουσα συμπόνια θα συνέτριβε και την πιο ορθόδοξη καρδιά.
 

Ημ/νία δημοσίευσης: 19 Νοεμβρίου 2025