Εκτύπωση του άρθρου


 
Κανείς δε θυμάται σήμερα τους Δεκεμβριστές, γράφει ο Τέος Σαλαπασίδης, αναφερόμενος στο κίνημα των φιλελεύθερων Ρώσων ευγενών που κατέληξε στην αποτυχημένη εξέγερση της 14ης Δεκεμβρίου 1825. Ανάμεσά τους οι ποιητές Κ. Ριλέγιεφ και Φ. Γκλίνκα, ο ποιητής Κοντράτι Φιοντόροβιτς Ρυλέγιεφ  που εκτελέστηκε διά απαγχονισμού, ενώ αισθητή ήταν η πνευματική επιρροή του Πούσκιν.

Γεννημένος το 1924 στο Βατούμ της τότε Σοβιετικής Ένωσης, ο Σαλαπασίδης θα μεγαλώσει στη Θεσσαλονίκη, και αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο-αναφορά της νεανικής λογοτεχνικής παρέας των Μ. Αναγνωστάκη, Κλ. Κύρου, Π. Θασίτη, Ά. Φιλητά, Θ. Φωτιάδη, Γ. Καφτατζή, κ.ά.

Γραμματέας της ΕΠΟΝ της περιοχής Διοικητηρίου, ανεβαίνει στο βουνό, περνά από τη Σχολή αξιωματικών του ΕΛΑΣ και συμμετέχει στην Αντίσταση ως διοικητής λόχου. Τον Δεκέμβρη του 1945 εμφανίζεται ως ποιητής, στα Ελεύθερα Γράμματα (τχ. 30-31), με το ποίημα «Οδομαχίες», για να ακολουθήσουν άλλα δύο στα επόμενα τεύχη. Το εξαιρετικό ενδιαφέρον εδώ, αυτό που κάνει τις «Οδομαχίες» να ξεχωρίζουν, είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζει τόσο τις εμφύλιες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όσο και, προδήλως, τον Δεκέμβρη του 1944, αφού η κορύφωση του ποιήματος σκηνοθετείται ακριβώς στην Πλατεία Συντάγματος.

Οδομαχίες

Πολεμήσαμε – στα χιονισμένα θρανία των πάρκων
στις υπόγειες στοές των εργοστασίων
σε δάση ανοιξιάτικα με παπαρούνες
στη σκόνη και σε λίμνες παγωμένες.
Τον Αύγουστο δεν ήπιαμε νερό – με βλέφαρα
καμέν’ απ’ της αγρυπνίας το μπαρούτι∙
αφήναμε τον ήλιο να μας τρώει τα μάτια
και το Δεκέμβρη δεν ανάψαμε φωτιές.
Ταμπουρωθήκαμε – στα κράσπεδα των λεωφόρων
στα παράθυρα, στις στέγες, στα μπαλκόνια
πίσ’ από ’να τζάμι, ένα λουλούδι, ένα φύλλο
πίσω απ’ τις πέντε αχτίνες της καρδιάς μας.
Με πεδίο βολής, τα Διεθνή Ξενοδοχεία.
Απ’ τις αγαπημένες θυρίδες των πολυβολείων
μετρούσαμε τη Λευτεριά, με τους σταυρούς της πτώσης τους
–θανατικά ρολόγια οι πεθαμένοι εχθροί
θανατικά ρολόγια που δείχναν τη ζωή μας–
Τότε στήσαμε τα πολυβόλα και την τρέλα μας, πάνου
στα εκτροχιασμένα τραμ, σε ντουλάπες, σε πιάνα,
σε αξιοπρεπή πορτρέτα «Κυρίων» – με τις μπούκες στραμμένες
αντίκρα∙ στα μάτια των δειλών.
Με τη ζωή μας – μιαν υπέροχη ζωή, μετρήσαμε
–Ορθοί: στις στέγες, στις πλατφόρμες, στα πάρκα–
τον ασήμαντο χλιαρό τους θάνατο – Εμείς∙
που πεθάναμε τόσο, μα τόσο, ωραία.

Ο τρόπος που οι αριστεροί μεταπολεμικοί ποιητές, αλλά και καλλιτέχνες, αντιμετώπισαν την ήττα του Δεκέμβρη του 1944, όπως και τον Εμφύλιο που ακολούθησε, ήταν αυτόχρημα αμυντικός, σχεδόν απολογητικός, αμήχανα, δηλαδή απολίτικα συμφιλιωτικός, και βέβαια μαρτυριολογικός. Ποιητικά και καλλιτεχνικά, τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά για το έργο τους, γιατί επέλεξαν να διαχειριστούν «πολιτικά υπεύθυνα», ήτοι δικολαβικά, το τεράστιο φορτίο, και το άγος, μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου. Αντίθετα, ο Τέος Σαλαπασίδης υπερασπίζεται ανεπιφύλακτα το δικαίωμα στη μάχη, στην εξέγερση, στην επανάσταση, και μάλιστα εν θερμώ, όταν οι σφαίρες δεν είναι συμβολικές, αλλά πράγματι μολύβι καυτό.

Δεν θέλω να εμπλακώ σε ιστορικές αποτιμήσεις, ούτε πρόκειται να απολογηθώ για τυχόν ευθύνες της αριστεράς. Αυτά τα έχουν μελετήσει και φωτίσει επαρκώς οι ιστορικοί της περιόδου, όπως π.χ. ο Γιώργος Μαργαρίτης. Ούτε επιχειρώ βέβαια να «νομιμοποιήσω», διά της ποίησης, τις εμφύλιες συγκρούσεις κατά την περίοδο της Κατοχής, ή τον μετέπειτα Εμφύλιο, τον οποίο τον αντιμετωπίζω ως τον τρόπο που επέλεξαν (καλώς ή κακώς) οι έλληνες πολίτες εκείνης της εποχής, για να επιλύσουν τις (ανυπέρβλητες, όπως απεδείχθη) πολιτικές διαφορές τους.

Άλλωστε, νομίζω πως και ο Σαλαπασίδης δεν μιλά εδώ ως «αιμοβόρος κομμουνιστής». Ούτε βέβαια ως αριστερός θρηνωδός που, ιδεολογικά και αισθητικά, προαναγγέλλει την κλάψα του Καζαντζίδη... Ο στίχος,

Εμείς·
που πεθάναμε τόσο, μα τόσο, ωραία...

είναι θριαμβικός, αλλά ταυτόχρονα υπαρξιακά λυτρωτικός, και εν τέλει αποενοχοποιητικός, είναι χειραφετητικός της ζωής απέναντι στο θάνατο. Όμως, ο στίχος-κλειδί στο ποίημα είναι αυτός:

Τότε στήσαμε τα πολυβόλα και την τρέλα μας...

Ποια είναι η «τρέλα»; Παραπέμπει σε κάποιους άλλους στίχους του Σαλαπασίδη, γραμμένους για τον γνωστό Χάρη, του ποιήματος του Αναγνωστάκη «Χάρης 1944». Στο αντίστοιχο, και «ομόρριζο» ποίημα του Σαλαπασίδη (μαζί με τον Αναγνωστάκη, τον Κύρου και τους υπόλοιπους, ήταν στενοί φίλοι του εικοσάχρονου Χάρη [Τάλλαρου]), που δημοσιεύεται τον επόμενο μήνα στα Ελεύθερα Γράμματα, βλέπουμε αλλιώς τον Χάρη:

Τον αγαπούσαμε και μας αγάπησε στήνοντας στη Σαλονίκη
την εφηβική σημαία του κεντημένη με δυο σφαίρες
–Τότε που σκόρπισε ορμητικά στις τρικυμισμένες πλατείες
τα είκοσι τριαντάφυλλα που του χάρισε η μητέρα του

Γιατί η επανάσταση, η εξέγερση, η μάχη, ακόμα κι όταν διεξάγονται διά των όπλων, είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα πολιτικό ή στρατιωτικό διακύβευμα. Είναι ένα ιστορικό αλλά και προσωπικό γεγονός, τροφοδοτούνται από μια κοινωνική ορμή εφηβικής τάξεως.

Ποιος κέρδισε στον Δεκέμβρη του 1944, το γνωρίζουμε· ποιος κέρδισε ποιητικά, το βλέπουμε στο ποίημα του Σαλαπασίδη. Έχοντας όμως κάνει ένα τομίδιο γι’ αυτόν, που μάλιστα αποτελεί το εναρκτήριο τομίδιο μιας εκδοτικής σειράς («Εκ νέου», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 1999), δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο, επαναλαμβάνοντας πράγματα που τα έχω δείξει και φωτίσει.

Θα κλείσω με λίγους στίχους από το κύκνειο άσμα του Σαλαπασίδη («Αυτό ήταν...», 1979), όπου κάνει έναν συνολικό απολογισμό των επαναστατικών διαδρομών, μαζί και του κορυφαίου άγους του εικοστού αιώνα. Η ιστορική μελαγχολία είναι βέβαια παρούσα, μαζί όμως με το χιούμορ, που αποφορτίζει τα πράγματα, μαζί με μια τρυφερή χειρονομία, που δικαιώνει τη ζωή, τη συνδεδεμένη με την επανάσταση.

...Στραπάτσο
Γέμισαν οι ακτές Εβραίους
Γέμισαν τα τούνελ Ιακωβίνους
Ταξίδι με τον Μωυσή στο μυαλό
Ταξίδι με τον Ιησού στην καρδιά
Τον Μαρξ στο στομάχι
Στα σκέλια τον Φρόυντ – άντε ζήσε
Ημερολάτης στις ερημιές
Κάτω στις γέφυρες νυκταλήτης
Γερνώντας
Γέρνοντας

Δίνοντα
Ήρεμο φιλί στο ανάερο Παρίσι...

Ελάχιστα μας άφησε ο Σαλαπασίδης (είχε σοβαρά προβλήματα υγείας, αλλά και μια αποστασιοποίηση από τα πράγματα), όμως τα σπαράγματά του ορίζουν μια ολόκληρη καλλιτεχνική διαδρομή και στάση. Σπαράγματα όχι μόνο ποιητικά (έχει γράψει ένα από τα πρώτα underground κείμενα) αλλά και θεατρικά (εισάγει παρ’ ημίν το θέατρο του παραλόγου), καθώς και κινηματογραφικά, τα οποία αισθητικά είναι από τα πιο προωθημένα του μεταπολέμου, αν όχι τα πιο προωθημένα. Έτσι, το παραπάνω ποίημα τελειώνει με δύο ακόμη στίχους, δηλωτικούς της μοναξιάς του ποιητή, ευρύτερα του καλλιτέχνη.

Εβραίος χωρίς Συναγωγή
Ιακωβίνος δίχως Λέσχη


Κώστας Βούλγαρης

© Poeticanet  τα περιεχόμενα του poeticanet προστατεύονται από copyright