Εκτύπωση του άρθρου
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑΚΗΣ
Ρέκβιεμ για ένα φίλο, εκδόσεις Ερατώ, 2005
Η Στέππα, εκδόσεις Νεφέλη, 2006
 
 
  «Εφεξής ο Ελευθεράκης είναι έτοιμος πλέον να μας δώσει τα δικά του ποιήματα. Ας μην θεωρηθεί αυτό ως κατηγορία ότι η ποιητική του συλλογή είναι συρραφή από ιδέες άλλων ποιητών. Απεναντίας οικειοποιούμαστε την συλλογιστική που εκθέτει ανοιχτά σ´ ένα βιβλίο ποίησης και όχι σε δοκίμιο τον προβληματισμό του γύρω από τα σύγχρονα ποιητικά δρώμενα».  Μ´ αυτά τα λόγια κατέληγα στην κριτική που είχα γράψει πριν από μερικά χρόνια για την «Προσωρινή μετάθεση», του Δημήτρη Ελευθεράκη, ενός ποιητή που έδωσε μεγάλη σημασία στη θεωρία της ποίησης και πως μπορεί αυτή η σπουδή να βοηθήσει στην εκλέπτυνσή της. Ο Ελευθεράκης φαινόταν τότε έτοιμος να τολμήσει ν´ αποκαλυφθεί, να εκτεθεί, αφού πρώτα είχε ο ίδιος δοκιμαστεί.
   Κρατώντας στα χέρια μου τα δύο καινούρια του βιβλία, το «Ρέκβιεμ για ένα φίλο», και τη «Στέππα», διαπιστώνω πως αυτά τα δύο ετερόκλιτα έργα πηγάζουν από την κεντρική ιδέα ότι με την ποίηση μπορεί κάποιος να προσεγγίσει τα πάντα. Αυτή η δυναμική δημιουργεί στον ποιητή την ικανότητα να σκέφτεται ποιητικά. Το βήμα έχει επιτευχθεί. Ο ποιητής αφού συλλογίστηκε βαθιά τον ρόλο του στην ποιητική κοσμογονία, αφού αντιμετώπισε τον εαυτό του στα πλαίσια της έκφρασής του κι αφού επιδόθηκε στον πειραματισμό της, τώρα, σ´ αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, μεταβαίνει έξω από τα θεωρητικά του σχέδια και γράφει μ´ ένα πηγαίο αυθορμητισμό που υπακούει όμως κι έχει ως βάση στις θεωρητικές του απόψεις.
   Ο Ελευθεράκης ακολουθεί αυτό που έγραψε ο Μιλ σ´ ένα δοκίμιο του για την ποιητική τέχνη: «στην ποίηση δεν επιζητείται η πλαστογράφηση της πραγματικότητας, η παρουσίασή της σαν κάτι που η ίδια δεν είναι, αλλά η βαθύτερη κατανόηση αυτού που είναι».  Στο «Ρέκβιεμ για ένα φίλο», το θάνατο μεταφυσικά. Ο Ελευθεράκης εξαντλεί τα προσωπικά του όρια σε μια ευρύχωρη σύνθεση η οποία είναι δομημένη πάνω στο πρότυπο των ελεγείων, αναπτύσσεται όμως σε μια προσωπική αναμέτρηση με το θάνατο. Γνωρίζουμε πως το ποίημα είναι γραμμένο για τον ποιητή Ηλία Λάγιο που χάθηκε πρόωρα και εντελώς απροσδόκητα. Ο Ελευθεράκης υπήρξε όχι μόνο μαθητής του, αλλά είχε αναπτύξει μια βαθιά φιλιά με τον Λάγιο. Ο ποιητής βρήκε έναν συνοδοιπόρο φίλο που του στάθηκε στις δύσκολες στιγμές, τον καθοδήγησε, του έδωσε ερεθίσματα για να δημιουργήσει. Ο θάνατος του Λάγιου προκάλεσε ένα μεγάλο κενό. Ο Ελευθεράκης όμως, αντί να καταπνίξει τα αισθήματά του, τολμά να μιλήσει, αυτή τη φορά όχι με ψυχρή δοκιμιακή γλώσσα, αλλά στήνει ένα θρηνητικό τραγούδι για τον φίλο του, έντονα λυρικό, βαθυστόχαστο, υπερβατικό, εξαγνίζοντας την ψυχή του:
 
Απόψε πρέπει να σηκώσω τη πίκρα μου
στο ύψος ενός διανοήματος.
Και να μιλήσω στο κενό με λαμπερούς ιάμβους
επειδή δεν υπάρχεις.
 
 Συμφιλιώνεται δια μέσου της γραφής με το θάνατο του Λάγιου, αναλύει τα αισθήματά του χωρίς να πέφτει σε παγίδες μελοδραματισμού ή υπερβολικής γλώσσας. Ο Ελευθεράκης βρίσκεται αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό, σκαλίζει τις πληγές του, υμνεί την αγάπη του για τον άνθρωπο Λάγιο, βυθίζεται στο πεπρωμένο της ανθρώπινης ύπαρξης και αναδύεται ξανά εξαγνισμένος. Η ποίηση στην συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται ψυχαναλυτικό εργαλείο όπου εξοστρακίζει το βάρος που τον βασανίζει. Σαν εξομολόγηση:
 
Ανάμεσα στο σκοτεινό και το γαλάζιο αστράφτουν οι
άγγελοι. Όμως οι ουράνιοι
ξέρουν καλά την όψη μας να προστατεύουν
από τη λάμψη των φτερών τους, μας δίνουν το λυκόφως.
 
  Εδώ ισχύει η δύναμη της ποίησης που μεταλλάσσει το πόνο σε τέχνη. Το έργο διαπλατύνεται, παίρνει την μορφή ενός ανοιχτού χώρου όπου το ατομικό συμπυκνώνεται με το συλλογικό. Ο Ελευθεράκης καταφέρνει να μεταδώσει στον αναγνώστη τον ατομικό του σπαραγμό μ´ ένα ύφος και μια στάση όπου το έργο ολοκληρώνει έναν κύκλο, τον κύκλο της ζωής και του θανάτου. Ο συγκινησιακός δυναμισμός του ποιήματος μεγεθύνει και εξυψώνει τα ανθρώπινα αισθήματα, φανερώνει το πάθος του ποιητή, πράγμα παρήγορο σ´ ένα κόσμο λογισμικό και ψυχρό. Ο Ελευθεράκης απεκδύεται στο «Ρέκβιεμ για ένα φίλο», το προσωπείο του πανεπιστημιακού, μεταμορφώνεται σ´ έναν αληθινό ποιητή που αντιλαμβάνεται την ποίηση στην συγκινησιακή της δομή:
 
Κι αν βλέπουμε τα πράγματα per speculum in aenig-
mate,
η ποίηση είναι ένα γιγαντιαίο project αγάπης.
 
  Η θρησκευτικότητά του πηγάζει από την προσέγγιση του στο Θείο, δημιουργώντας ένα συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο φυσικό και το υπερφυσικό. Η γλώσσα του αγωνιά να υπερβεί τα όρια αυτά, επιδιώκει να συνδεθεί με την πίστη σ´ αυτά που δεν βλέπει αλλά αισθάνεται ότι υπάρχουν:
 
Όμως πιστεύω
έστω πως είναι η πίστη μακρινή,
όμως πιστεύω.
 
 
    Στο επόμενο βιβλίο του, τη «Στέππα», που εκδόθηκε λίγους μήνες αργότερα από το «Ρέκβιεμ», ο Ελευθεράκης ακολουθεί ένα διαφορετικό ποιητικό δρόμο, έντονα αποστασιοποιημένος αυτή τη φορά, κατασκευάζοντας ένα μυθοπλαστικό οδηγό που έχει αφετηρία την ιστορική πραγματικότητα της πολιτικής ζωής της Ρωσίας μέσα από την βιογραφία των ποιητών της. Εδώ ο ποιητικός λόγος επεμβαίνει στην καθιερωμένη ιστορία αναζητώντας  την λεπτομέρεια που θα αναλύσει το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής, ποιοι οι συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στο χθες με το σήμερα και πως τα γεγονότα μπορούν να γίνουν προειδοποιήσεις για τους μελλοντικούς καιρούς.
   Ο ποιητής αναζητά την διαχρονικότητα των συμβάντων. Επιλέγει την βιογραφία ποιητών που αντιστάθηκαν με πείσμα στη βαρβαρότητα, που με την ζωή τους απέδειξαν πως το πνεύμα έχει την δυνατότητα να υπερβαίνει την ύπαρξη. Μοιάζει η προσπάθεια του να κινείται στα όρια του πολιτικού στίχου, αλλά ο Ελευθεράκης κρατά τις κατάλληλες αποστάσεις, αφήνει τον αναγνώστη να πάρει τη σκυτάλη, επιδίδεται στην υπόνοια, στην φωτογράφηση ψυχικών διακυμάνσεων, βιογραφεί ποιητικά τους ποιητές, τους εξανθρωπίζει. Μαγνητοφωνεί για παράδειγμα, τη φωνή της Αχμάτοβα:
 
Άλλαξαν όλα. Τα σοβιέτ κατέρρευσαν. Το Λένινγκραντ
μετονομάστηκε σε Αγία Πετρούπολη, η φυλακή
έγινε μουσείο Ιστορίας, και στο μετρό
φωτογραφίες εξαφανισμένων παιδιών.
 
  Σ´ αυτούς του τέσσερις στίχους συμπυκνώνεται η πτώση μιας αυτοκρατορίας, το γκρέμισμα μιας ιδεολογίας στην οποία τόσοι και τόσα θυσιάστηκαν, ο τρανταχτός ήχος ενός μπαλονιού που σκάει και δεν μένει παρά ο απόηχος μιας ηρωικής παρωδίας. Η τεχνική του ποιητή επεμβαίνει στο οικοδόμημα αντιπαραβάλλοντας την αλήθεια σαν ένα μεγάλο καθρέφτη που παρουσιάζει γυμνά τα πράγματα, άκρως ρεαλιστικά. Στη «Στέππα», κυοφορεί αυτή η ήττα, τα μεγαλεπήβολα λόγια χάνουν την αξία τους, ο άνθρωπος έξω από το ιστορικό του περίβλημα παραμένει πρωτόγονος, χωρίς να έχει εξασφαλίσει τη θέση του σ´ ένα πνευματικό ιδεώδες κόσμο. Οι Ρώσοι ποιητές παρελαύνουν στο σκοτάδι, διαισθάνονται τη δύναμη του χρόνου να τους εξαρθρώνει, εκφράζονται με ειλικρίνεια ενάντια στον λαϊκισμό. Ο Ελευθεράκης πλάθει έναν κόσμο όπου το βλέμμα των ποιητών ανθίζει ξανά, μεταδίδοντας την αυθεντικότητά τους. Χρησιμοποιώντας έναν λόγο στοχαστικό, ντυμένος με έντονες εικόνες, παραλλάσει την πραγματικότητα χάρη της ποιητικής ευδαιμονίας. Ο Μάντελσταμ γράφει δια μέσου του Ελευθεράκη:
 
Ονειρεύομαι την αιωνιότητα μέσα στη σιωπή ενός δάσους.
Εάν ο θάνατος ενός ποιητή είναι ο τελευταίος κρίκος στην
    αλυσίδα των επιτευγμάτων του,
τότε το τέλος του ποιήματος είναι η αρχή της εξορίας,
    Οβίδιε.
Ξέρω πως θα συναντηθούμε στον Παράδεισο
αλλά στην Ιστορία πέφτει αδιάκοπα μια ψιλή βροχή πού
  διαλύει την αιωνιότητα.
 
   Οι φωνές των ποιητών καταργούν το χρόνο. Διακηρύττουν πίστη στην αυθεντικότητα. Ο σύγχρονος ποιητής κρύβεται πίσω από τα διορατικά τους προσωπεία, εκμεταλλεύεται τον επαναστατικότητά τους, την διαύγεια του πνεύματός τους για να στραφεί στον εαυτό του.  Σε μια εποχή που οι ιδεολογίες έχουν γίνει κακέκτυπα, τα συλλογικά οράματα στοιχεία παρακμής, ο Ελευθεράκης επικεντρώνεται σ´ ένα κήρυγμα όπου ο ποιητικός τρόπος αντίληψης της καθημερινότητας θα μπορούσε να μας βγάλει από το αδιέξοδο. Το υπερβατικό στοιχείο και σ´ αυτό το βιβλίο είναι κυρίαρχο, μαζί μ´ ένα μεταφυσικό τόνο που αντλείται από την αναζήτηση του Θείου σε αρχέγονα πρότυπα. Ίσως η «Στέππα», να είναι η απάντηση στο «Ρέκβιεμ», μια ακόμη εκδοχή πάνω στο θέμα του θανάτου και της σωτηρίας της ψυχής. Δύο διαφορετικής χροιάς έργα που υπόγεια συνδέονται μεταξύ τους, το ένα βαθύτατα προσωπικό, το άλλο ν´ αγγίζει την ιστορία, παραλλάσσοντας την, με ένα ρεαλισμό που εξαντλείται στο λυρισμό και την πηγαία θρησκευτικότητα:
 
Όταν θά ρθεις
μην προσπαθήσεις να με δεις στο ημίφως
και μην ανάψεις φως, γιατί θα έχω πεθάνει.
 
Τα χόρτα θά έχουν καταπιεί την όψη μου
και θά ‘ναι πράσινα και σκοτεινά, σαν τα μαλλιά μου.
 
Και προπαντός
μη δοκιμάσεις να με αναστήσεις με τα βότανα της ποίη –
       σης,
εκεί που οι νεκροί στριφογυρίζουν σαν σε ερειπωμένα δώ-
   ματα
απρόσωποι, σε μια εις Άδου κάθοδο με λέξεις.
 
   Ο Δημήτρης Ελευθεράκης ενισχύει μ´ αυτές τις δύο ποιητικές πράξεις το στοιχείο εκείνο του δημιουργού, ο οποίος στρέφεται με αγωνία στον προσωπικό του αγώνα για αυτογνωσία. Η ειλικρινής του φωνή, αποδεικνύει πως βρίσκεται στο σωστό δρόμο.   
 
 
Γιώργος Λίλλης