Εκτύπωση του άρθρου
ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΣΙΝΑ: ΤΟ ΚΟΣΜΟΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ
 
    
Α. Ο Ελύτης είχε πει πως η ποίηση είναι μια διαρκής επανάσταση που αντιστρατεύεται τις επιμέρους επαναστάσεις. Αυτή η ρήση ισχύει, οπωσδήποτε, για την περίπτωση του Άγγελου Σικελιανού. Η λυρική και ευρύτερη πνευματική προσπάθειά του έρχεται σε ρήξη με την Ευρωπαϊκή Λογοκρατία και με τον στηριγμένο σε εκείνη νεότερο δυτικό πολιτισμό στις κυρίαρχες πολιτικές, θρησκευτικές και κοινωνικές πραγματώσεις του. Για τον Σικελιανό ο ορθολογισμός ακρωτηριάζει εσωτερικά τον άνθρωπο, αφού αναπτύσσει τις μηχανικές ικανότητες της διανόησης σε βάρος των βιολογικών λειτουργιών που τον εναρμονίζουν  με τον εαυτό του και με τον κόσμο. Για τον Λευκάδιο ποιητή η ύψιστη ανθρώπινη λειτουργία δεν είναι η ικανότητα του συλλογισμού αλλά η αισθαντικότητα. Η τελευταία δεν πρέπει να εννοηθεί μόνον ως απλή λειτουργία των αισθήσεων. Η αισθαντικότητα είναι η συνεργασία όλων των αισθητικών, ψυχικών και γνωστικών ιδιοτήτων του ανθρώπου χάρις στην οποία επιτυγχάνεται η ‘ερωτική, δημιουργική και γνωστική ενότητά του’ με τον κόσμο, η βιωματική δηλαδή σύνδεσή του με το σύμπαν. Έτσι το ψυχικό κέντρο του ανθρώπου συμπίπτει με το κέντρο του παντός. Ας προσέξουμε πως, ενώ ο Σικελιανός αποστρέφεται την ικανότητα του μηχανικού συλλογισμού( η οποία σήμερα, με την αλματώδη ανάπτυξη των υπολογιστικών μηχανών, έχει πάρει διαστάσεις που εκείνος δεν θα μπορούσε καν να υποπτευθεί), συμπεριλαμβάνει στην έννοια της αισθαντικότητας και τον γνωστικό ενθουσιασμό των μεγάλων επιστημόνων. Ο Πλούταρχος χαρακτηρίζει τον Αρχιμήδη μουσόληπτο. Παρόμοια ο  Einstein , σε ένα χωρίο του που αναφέρεται απ’ τον έλληνα λυρικό, γεραίρει  τους μεγάλους μουσόληπτους επιστήμονες: «Ποια τρίσβαθη χαρά στη γνώση της οικοδομής του κόσμου», γράφει ο Einstein και παραθέτει ο Σικελιανός, «ποιος πόθος διάπυρος στο να συλλάβουνε έστω και ελάχιστες ακτίνες από τη θαυμαστή λάμψη του παντός, έπρεπε να κατέχουν ένα Κέπλερ ή ένα Νεύτωνα, για να μπορέσουνε, στο διάστημα μιας μοναξιάς ολόκληρης ζωής, να επιδιώξουν να ξεμπλέξουν κάτι απ’ το αίνιγμα των ουρανών;»   
   Σε θεωρητικά του κείμενα ο Σικελιανός σκιαγραφεί την καταστροφική πορεία της δυτικής λογοκρατίας από την αρχαιότητα ως τις μέρες του. Αναγνωρίζει στην κλασσική Ελλάδα μια εποχή ‘αγνού συνδυασμού εμπειρίας, αισθαντικότητας και καθαρού συλλογισμού’. Σ’ αυτόν, άλλωστε, τον συγκερασμό χρωστούμε ό, τι καλύτερο και αρτιότερο έδωσε ο Ελληνικός πολιτισμός. Με το σοφιστικό όμως κίνημα ο στείρος ορθολογισμός θα αρχίσει να κερδίζει βαθμιαία έδαφος κι η αρμονική ενότητα ζωής και στοχασμού θα διασπαστεί. Αυτή την εξέλιξη, που οδήγησε στην παρακμή του αρχαίου Ελληνισμού, δεν  μπόρεσαν να αναχαιτίσουν μήτε ο Πλάτων μήτε  τα τελευταία προπύργια της αρχαίας θρησκευτικότητας, τα ιερά των Δελφών και της Ελευσίνας.
    Στον νεότερο κόσμο η εξάπλωση της λογοκρατίας ακολουθεί τον εκτοπισμό της πίστης μετά την εκπνοή του μεσαίωνα και σημαδεύεται από τη σκέψη τεσσάρων φιλοσόφων: του Καρτέσιου, του Βάκωνος, του Σπινόζα και του Κάντιου. Ο Βάκων κηρύττει ως απόλυτο κριτήριο της γνώσης το πείραμα. Ο Καρτέσιος πάλι θέτει με το ‘cogito ergo sum’ τον θεμέλιο λίθο του υποκειμενικού ιδεαλισμού, που βασίζεται στην αυτονομία και την κυριαρχία της νόησης επί της εμπειρίας, και χαράζει έτσι τη φιλοσοφική οδό που θα οδηγήσει στην ‘Κριτική του Καθαρού Λόγου’.
    Στον εικοστό αιώνα ωστόσο σημειώνεται γενικευμένη αντίδραση ενάντια στη  καθιερωμένη λογοκρατία τόσο στην ποίηση( λ.χ. με τον Υπερρεαλισμό) και την φιλοσοφία  με το κίνημα της ‘φιλοσοφίας της ζωής’, που εκπροσωπούν κυρίως ο Μπερξόν στη Γαλλία και ο Klages στη Γερμανία, όσο και στην επιστήμη με τη θεωρία της σχετικότητας, τον Νεοπυθαγορισμό του Heisenberg ή την μεταγεωμετρία του Riemann και του Lobachevsky. Ο Έλληνας λυρικός στρατεύεται άτυπα στο αντιλογοκρατικό ρεύμα της φιλοσοφίας της ζωής Για τον Σικελιανό η ποίηση είναι η κιβωτός των δημιουργικών αρχών της ζωής. Μόνον εκείνη μπορεί να συλλάβει με πληρότητα την βιολογική και κοσμική ταυτόχρονα αλήθεια. Κάθε άλλη προσέγγιση της τελευταίας μοιάζει με το εγγεγραμμένο ή περιγραμμένο πολύγωνο σε σχέση με τον τέλειο κύκλο.
 
Β. Ο Σικελιανός νοσταλγεί έναν χρυσό αιώνα πριν ακόμη διαρραγεί η πρωταρχική ενότητα ανάμεσα στον άνθρωπο,  τον κόσμο και τη γη και πριν καταλυθεί η ειρηνική συνύπαρξη των φυλών και των λαών μεταξύ τους. Επηρεασμένος από πρόσφατές του συστηματικές επιστημονικές έρευνες και μελέτες( όπως, λ.χ., το μνημειώδες έργο του Bachofen), τοποθετεί αυτόν τον χρυσό αιώνα στην εποχή της πανάρχαιας μητριαρχίας. Οι μητριαρχικοί πολιτισμοί υπήρξαν αγροτικοί και ειρηνικοί. Η βαθύτερη ουσία της μητριαρχίας κατά τον Σικελιανό ήταν η άδολη θρησκευτικότητά της  (κατ’ αντιδιαστολήν με τη δογματικά θεσμοθετημένη  θρησκεία, που καταντά απλώς μια κρατική παρέμβαση στο έμφυτο θρησκευτικό κεφάλαιο των ανθρώπων και που ενσπείρει το μίσος και τη διχόνοια ανάμεσά τους) και η στοργή προς όλους τους λαούς και προς όλη την κτίση. Αυτή την ουσία εκφράζουν οι Μητέρες-Θεές όλων των λαών της γης, η Δίκτυννα, η Άσχερα,, η Ίσις, η Κυβέλη, η Ρέα, η Αστάρτη, η Νειθ, η Αναΐτις και φυσικά η Δήμητρα των αρχαίων Ελλήνων.
   Η άνοδος της πατριαρχίας θα τερματίσει αυτή την παραδείσια περίοδο. Η λατρεία της Μεγάλης Μητέρας θα εκθρονιστεί από ‘νέους βάρβαρους θεούς’. Οι πατριαρχικοί πολιτισμοί δεν είναι αγροτικοί αλλά αστικοί. Εδράζονται στα όπλα και τη βία κι όχι στην  ειρηνική καλλιέργεια της γης. Το άστυ-συμβολισμένο στις κατ’ εξοχήν εκφάνσεις του, τη Ρώμη και τη Βαβυλώνα- εκφράζει τη συγκεντρωτική εξουσία και συνεκδοχικά την απολυταρχία, τη σκλαβιά και την καταπίεση.
   Ο Σικελιανός αναζητά τα ίχνη της χαμένης μητριαρχικής Εδέμ στην ίδια την ελλαδική προϊστορία, και πιο συγκεκριμένα στη μινωική Κρήτη . Στην τραγωδία του ο ‘Δαίδαλος στην Κρήτη’ απεικονίζεται ανάγλυφα η σύγκρουση ανάμεσα στην αρχέγονη μητριαρχία και τη βάρβαρη πατριαρχία. Ο Μίνως προσπαθεί να ανατρέψει τη λατρεία της Μεγάλης-Θεάς και να εξυψώσει στη θέση της εκείνη του Ταύρου-Δία. Η πρωταρχική ενότητα κατακερματίζεται: «Και να που εκεί που ’ταν πρωτύτερα ένας δρόμος/για την κορφή τώρα σε δυο είναι χωρισμένος·/χωρίζει η μέρα από τη νύχτα, απ’ το φεγγάρι/χωρίζει ο ήλιος, απ’ τη Μάνα ο Γιος χωρίζουν,/κι αγάλι-αγάλι εδώθε εμείς κι από την άλλη/μεριά οι Ιέρειες, κι ας μη φαίνεται στα μάτια,/σα δυο στρατόπεδα εχτρικά είναι μαζεμένοι,/κι η έχτρα κρυφή ’ναι, κι ως το θάνατο το μίσος…».
   Ακολουθώντας ευθύγραμμα τον ρου της ελληνικής ιστορίας ο ποιητής μας σταματά στο ιερό της Ελευσίνας για να ανακαλύψει εκεί τις επιβιώσεις της μητριαρχικής θρησκευτικότητας. Οι ρίζες των Ελευσινίων Μυστηρίων χάνονται μέσα στον χρόνο. Ο Σικελιανός πρεσβεύει πως στην Ελευσίνα καταλήγουν διασταυρωμένα πανάρχαια, ιστορικά και προϊστορικά, πνευματικά ρεύματα. Η βαθύτερη καταγωγή τους πρέπει να είναι βεδική. Η άποψη αυτή συνεπικουρείται από τις μυστηριώδεις λέξεις ‘Κογξ’, ‘Ομ’ και ‘Παξ’ που, σύμφωνα με τον Ησύχιο, προφέρονταν, όταν διαλύονταν η συγκέντρωση των μυουμένων, και στις οποίες αναγνωρίζουμε τις αντίστοιχες σανσκριτικές λέξεις ‘Κάνσκα’(το βαθύτερο αντικείμενο των ανθρώπινων πόθων), το γνωστό  μονοσύλλαβο ‘Ομ’ και ‘Πάσκα’(η κυκλική μετάβαση απ’ τη μια περίοδο της ζωής στην άλλη). Η πιο άμεση όμως χρονική και τοπική προέλευση των Ελευσινίων Μυστηρίων είναι αιγυπτιακή.  Το μεγαλύτερο τεκμήριο για την αιγυπτιακή καταγωγή τους αποτελεί ο μύθος των εκδιωγμένων απ’ την Αίγυπτο  Δαναΐδων, που απηχεί τον αμείλικτο κατατρεγμό της μητριαρχικής λατρείας, πριν εκείνη βρει άσυλο στην αττική γη.
   Ο δρόμος που οδηγεί στο Τελεστήριο της Ελευσίνας είναι, βέβαια, η πασίγνωστη Ιερά Οδός.  Εκεί, σ’ έναν μοναχικό εσπερινό περίπατό του, ο Σικελιανός έγινε μάρτυρας ενός θεάματος που  τον σφράγισε βαθιά και  το απαθανάτισε στο ομότιτλο ποίημά του, την περίφημη ‘Ιερά Οδό’: του θεάματος που έστησε επιτόπου κάποιος τσιγγάνος αρκτοτρόφος τραβώντας με τις αλυσίδες τις δυο αρκούδες του-μια μάνα και το μικρό της-και εξαναγκάζοντάς τις να χορέψουν με τη βία. «Αλλά ως από τον κάματον εκείνη/ οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ’ ένα/πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας/στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο/ακόμα απ’ το χαλκά που λίγες μέρες/φαινόταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια/την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,/να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της/γυρνώντας το κεφάλι και να ορχιέται». Για τον Σικελιανό αυτό το περιστατικό προσλαμβάνει διαστάσεις συμβολικού δρώμενου, ανάλογου μ’ εκείνα που παρακολουθούσαν οι μύστες στην Ελευσίνα. Η αρκούδα μεταμορφώνεται σε ξόανο της Μεγάλης-Θεάς, της θλιμμένης αιώνιας Μάνας, σε σύμβολο ‘όλου του πανάρχαιου πόνου που δεν του πληρώθηκε ακόμα ο φόρος της ψυχής’. Σε ετούτο το τυχαίο κι φαινομενικά ασήμαντο συμβάν αντικατοπτρίζεται όλος ο βιασμός της δημιουργίας, όλη η οδύνη της ρημαγμένης κτίσης, από τη στιγμή που ο άνθρωπος απέκοψε τον ομφάλιο λώρο  μαζί της.
    Στην ‘Ιερά Οδό’ η Μεγάλη Θεά, εξανθρωπισμένη, ταυτίζεται συγκρητιστικά με την Δήμητρα και την Παναγία: η αρχέγονη Μητέρα «για τον καημό της κόρης της λεγόταν/Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της/πιο πέρα ήταν Αλκμήνη ή Παναγία». Η Μήτηρ-Γη είναι και Μήτηρ Θεού. Η μορφή της Θεοτόκου, άλλωστε, δεσπόζει στις δύο ‘χριστιανικές’ συνθέσεις του Σικελιανού, το ‘Μήτηρ Θεού’ και το ‘Πάσχα Ελλήνων’. Η συγχώνευση της Θεομήτορος του Χριστιανισμού με τις Μητέρες-Θεές των αρχέγονων θρησκειών προσδίδει στον μητριαρχικό μύθο, υπό το πρίσμα του πένθους για τον νεκρό γιό, ένα νέο ψυχικό βάθος.
 
Γ. Οι χθόνιες μητριαρχικές θεότητες ήταν ταυτόχρονα και θεότητες της νύχτας. Στο ποίημα ‘Διόνυσος επί Λίκνω’ ο Σικελιανός επικαλείται αυτή τη ‘Νύχτα-μητέρα μες των αιώνων τις  νύχτες’, τη ‘Νύχτα-λίκνο των τιτάνων Θεών’. Ο Σικελιανός εννοεί την κοσμική και κοσμογονική νύχτα της ορφικής θεολογίας. Κι εδώ μπορούμε να διακρίνουμε, παράλληλα με την αναμόχλευση αρχαϊκών, προελληνικών δοξασιών, και τη μακρά ρομαντική παράδοση που ξεκινά απ’ τον Νοβάλις και φτάνει μέχρι τον Ρίλκε των ‘Ελεγείων του Ντουίνο’.
    Η είσοδος στο άδυτο του ζόφους αποτελεί το κεντρικό βίωμα της όψιμης δημιουργίας του Σικελιανού. Ο Δαίδαλος της προειρημένης τραγωδίας εκμυστηρεύεται  μια τέτοια μύησή του στην κοσμική νύχτα. Ανακαλεί ένα περιστατικό από τη μακρινή εποχή της μαθητείας του. Τυφλωμένος από τη ζήλια ένας συμμαθητευόμενός του, ο Αμύντας, αποπειράθηκε να τον δολοφονήσει βυθίζοντας ένα μαχαίρι στο πλευρό του. Τότε , καθώς έρρεε το αίμα του, σε μια εκστατική κατάσταση απομάκρυνσης από τα επίγεια, επικοινώνησε εκείνος με το  μυστήριο της κοσμικής νύχτας: «και τότ’ εγνώρισα τα ίδια τα σκοτάδια/.. και πώς, ως ξύπνησα απ’ την πρώτη τούτη Νύχτα/ κοίταξα γύρω κι είπα: «τίποτα δεν είμαι…»/Είδα τριγύρα μου, σαν σάβανο, μονάχα/το άσπρο σεντόνι που μου ρίξανε στο σπίτι/να με σκεπάσουν , κι είπα: «τίποτα δεν είμαι…»/μα ξάφνου…./Το πριν απ’ όλα,/το πριν απ’ όλα ξεσκεπάστηκε βαθιά μου,/το πριν απ’ όλους τους Θεούς και τους ανθρώπους». Αργότερα, μια άλλη νύχτα, πάνω στην Αργώ, ο Ορφέας θα  αποκαλύψει στους Αργοναύτες τη μυστική διδασκαλία του(«Ένα λυχνάρι στα σκοτάδια μας είναι ο ήλιος/και μια συμπόνια στην ερμιά μας το φεγγάρι…/μα η μαύρη νύχτα στέλνει πλούσιο το έλεός της...»)καλώντας τους να σπάσουν τα ‘χρυσά δίχτυα του ήλιου’ και να ‘τάξουν τη δύναμή τους στα σκοτάδια’. Το κοσμικό βίωμα που εκφράζεται εδώ, δηλαδή η εκμηδένιση του εγώ και η κάθοδος στον συμπαντικό Άδη, είναι μια εμπειρία θανάτου εν ζωή. Για τον Σικελιανό η συμβατική αντίθεση μεταξύ της ζωής και του θανάτου, σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο, καταργείται. Ακόμη κι ο έρωτας γίνεται για αυτόν ‘Μελέτη θανάτου’. Η ηρακλείτεια ταύτιση του Διόνυσου με τον Άδη( Ταυτόν  εστι Διόνυσός τε και Άδης) θα καθοδηγήσει εφεξής την πνευματική του πορεία, θα αποτελέσει για εκείνον το ‘Μέγιστον Μάθημα’.
    Πράγματι, το ομότιτλο ποίημα, που επιλέγεται ως κατακλείδα των ερωτικών ‘Ιμέρων’ του Σικελιανού, αποτυπώνει ανάγλυφα την κοσμοθεωρία του. Ο Σικελιανός ανατρέχει στην αρχαιότερη μυθική παράδοση που θέλει τον Διόνυσο να δολοφονεί στη Νάξο, με την επικουρία της Αρτέμιδος, την Αριάδνη για να τη νυμφευθεί στον Όλυμπο καθώς και στη συναφή παράδοση για τον καταστερισμό του γαμήλιου στεφάνου της. Στο ποίημα, καλεσμένοι από έναν ξέφρενο βακχικό άνεμο, οι μύστες του Διονύσου-Όσιοι, Σάτυροι, Σειληνοί, Ιεροφάντες-αφήνουν τα κελιά της άσκησής τους και, σχηματίζοντας  ευλαβική  λιτανεία, κατέρχονται στο Ακρωτήρι της Νάξου, όπου βυθίζονται στην ύψιστη μυσταγωγική θεωρία: στον βράχο του ακρωτηρίου κείτεται το νεκρό σώμα μιας νέας γυναίκας και πάνω της ένας γυμνός άντρας με φτερά στους ώμους του-ο Διόνυσος με την αρχαιοελληνική μορφή του μυθολογικού  Θανάτου. Τα όρια ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο έχουν πια καταλυθεί. Το αποκορύφωμα της ζωής-η ένωση με τον Διόνυσο-διανοίγει οριστικά τις πύλες της νύχτας: «Τι ό, τι έχει σμίξει με το Διόνυσο κι ως μέσα/το μυστικόν εγεύτη θάνατο βαθιά του/πριχού το θάνατο τον άλλον αντικρίσει/δε σταματά μεσοστρατίς στην Αιωνιότη,/μα, ως την πνοή του όλη την ξόδεψε στο δώρο/και την ψυχή του την εγύμνωσεν η αγάπη,/γυμνό θα πάρει της αβύσσου το στεφάνι!».
 
Δ. Η κοσμοαντίληψη του Σικελιανού, όπως την περιγράψαμε μέχρι τώρα, φαίνεται αποκομμένη όχι μόνον από την καθημερινότητα αλλά και από τις βαθύτερες αγωνίες του 20ου αιώνος. Αυτό δεν είναι σωστό. Ο Σικελιανός αναμετρήθηκε ποιητικά με το μεγαλύτερο δράμα της εποχής του, την άνοδο των απολυταρχικών καθεστώτων και τις αιματηρές τραγωδίες των δύο παγκόσμιων Αρμαγεδδώνων που ακολούθησαν. Σε μια σειρά γραμμένων στην κατοχή ποιημάτων του θα γίνει ο βάρδος της ελληνικής αντίστασης. Στην τραγωδία του ‘Ο Χριστός στη Ρώμη’ τοποθετεί το πρόβλημα του καισαρισμού στη διαχρονική του διάσταση. Η τραγωδία διαδραματίζεται, λίγο μετά τον σταυρικό θάνατο του Χριστού, στη Ρώμη του Νέρωνος, στη συμβολική αυτή μητρόπολη της τυραννίας, της κοινωνικής αδικίας και της ηθικής σήψης. Στην τραγωδία δεν προβάλλεται η μεταφυσική αλλά η κοινωνική κι επαναστατική πλευρά του Χριστιανισμού. Το πανάρχαιο και προχριστιανικό σημείο του σταυρού συνοψίζει όλο το μαρτύριο της σκλαβιάς, της βίας και της εξαθλίωσης. Ο Χριστός δεν ήταν μήτε ο πρώτος μήτε ο τελευταίος σταυρωμένος. Στο έργο μνημονεύεται η σταύρωση, λίγο πριν τη γέννηση του Ιησού,  των δυόμιση και πλέον χιλιάδων ανταρτών που νικήθηκαν από τον πρωθύπατο Βάρο. Ο Χριστός χαρακτηρίζεται όμως ο τελευταίος ελεύθερος και για τούτο ακριβώς τον θανάτωσε σταυρικά η Ρώμη.
    Αυτό που απασχολεί τον Σικελιανό είναι η συντριβή  κάθε απολυταρχίας που στηρίζεται στην υποδούλωση και την αφαίμαξη των λαών.  Αναπολεί τη βιβλική γη της επαγγελίας επί Αβραάμ και Ιακώβ, όπου   όλοι συμβίωναν σ’ ένα πνεύμα ειρηνικής κοινοκτημοσύνης. Η απελευθέρωση από τον ζυγό της όποιας-αρχαίας ή σύγχρονης-Ρώμης μπορεί να επιτευχθεί μόνον από τη συνέργεια και την αρμονική σύνθεση του ιουδαϊκού επαναστατικού πνεύματος( ας θυμηθούμε πόσο σθεναρά αντιστάθηκαν και πόσο συχνά επαναστάτησαν οι Εβραίοι ενάντια στους Σελευκίδες και τους Ρωμαίους)  και του ελληνικού ανθρωπισμού, δυνάμεις που στην τραγωδία του Σικελιανού αντιπροσωπεύονται από τον Δαισάν και τον Πρόχορο αντιστοίχως. Γιατί από μόνο του το επαναστατικό μένος δεν αρκεί. Πρέπει να καθαρθεί και να ανυψωθεί πνευματικά από την ελληνική αρχή της συμμετρίας και της αρμονίας. Ή, όπως λέει ο Πρόχορος: «Σκέψη καμιά, πράξη καμιά ποτέ μην κάμης/δίχως Ρυθμό, δίχως Χορό, δίχως Τραγούδι». Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα του Ελληνισμού κι έτσι μόνον ο άνθρωπος απολυτρώνεται πλήρως από τις εσωτερικές κι εξωτερικές αλυσίδες του.  Η εικόνα του Χριστού που χορεύει είναι το σύμβολο αυτής της βαθύτερης απελευθέρωσης.
    Το δράμα τελειώνει με την πυρπόληση της Ρώμης και την έξοδο μιας ομάδας εκλεκτών απ’ όλα τα έθνη, που ετοιμάζεται να ιδρύσει την νέα -πνευματική-Ιερουσαλήμ της πανανθρώπινης συναδέλφωσης και αλληλεγγύης. Το νεογέννητο βρέφος που ο Δαισάν διασώζει μέσα απ’  τις φλόγες γίνεται το ελπιδοφόρο έμβλημα του καινούριου κόσμου που γεννάται. Τελικά το ποιητικό μήνυμα του Σικελιανού είναι αισιόδοξο: μέσα από τα συντρίμμια και τα σκύβαλα ενός ρημαγμένου κόσμου διακρίνει πάντα ένα μικρό λουλούδι που για εκείνον μεταβάλλεται στην προφητική υπόσχεση μιας νέας Εδέμ.

Γιώργος Βαρθαλίτης