Εκτύπωση του άρθρου

ΕΥΗ ΜΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Δύο ποιήματα

 

ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΙΣΙΩΣΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΔΡΟ

 

Στράβωσε. Όλα έγιναν άνω-κάτω.
Το σημείο φυγής μετακινήθηκε
τα ίσαλα ξέφυγαν από το ύψος των ματιών
και το κεφάλι βυθίζεται σε κώδωνα
πάνω δρόμοι ριγμένοι άτακτα στους ωκεανούς
κάτω αστέρια σκορπισμένα στα φρεάτια.
Μέσα στον ίλιγγο το βλέμμα έχασε τον οδηγό του
κινείται σε ακανόνιστη τροχιά
γύρω απ’ τον εαυτό του.
Στη σαλεμένη τάξη της εικόνας
τα χρώματα έγιναν σχήματα
και τα σχήματα ιδέες.

Κάποιος να επαναφέρει τις έννοιες στις αναρτήσεις τους
-κάποιος ειδικός ή καλοπροαίρετος-
να κρατήσει το ορθογώνιο σώμα από τους ώμους
να το κυλίσει αργά επάνω στο φορέα του.

Η κλήση αυτή είναι η τελευταία κλωστή ισορροπίας.



ΜΕΤΑΝΕΙΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΛΗ    

                         «…ὦν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα, τό δειλινόν, 
                   κρότον τοῖς ὠσίν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη»

Αυτή η άγνωστη σε παραμονεύει.
Της μίλησες για τον κόσμο, για τα πράγματα
δεν πίστεψε όσα επέγνωσαν οι αισθήσεις της,
ούτε όσα ένιωσε ο στοχασμός της
μόνο τ’ όνειρο πίστεψε
σ’ αυτό ήσουν ακέραιος και αληθινός
φτιαγμένος από σύννεφο και πνοή
-μόνη αλήθεια η ομορφιά σου.

Θα σταθεί μπροστά σου εικόνα απ’ το όνειρο,
το απομεσήμερο, παράταση γιορτής,
θα κλέψει τ’ όνομά σου. Της το αρνήθηκες.

Ένας δραπέτης του Παραδείσου
πρόδωσε το μυστικό σου,
ένας απ’ τους τρεις :
Φιλάδελφος, Καλλιστήμων ή Ασκληπιάς.

Στις κόγχες των ματιών σου δυο διαμάντια
-δεν ήταν για κείνη ;
Είναι η γυναίκα που σε κυοφόρησε στον ψυχισμό της
ήρθε ξανά στον κόσμο να σε συγχωρήσει•
χθες βράδυ της πρόσφερες τη φωνή σου
απόψε θα σου προσφέρει τη μνήμη της.

Κοίταξέ με. Με αναγνωρίζεις ;
Τι είμαι για σένα; Φόβος ή Επιθυμία;

Τώρα σου λέω «ανάσταση»
με την πλάτη στην επιφάνεια του νομίσματος
εικόνα στο χρόνο παγωμένη
αμφίλαλη σιωπή•
μετά  θα κόψω το νήμα
μπροστά σε λευκή οθόνη.

Είμαι ύλη στο όνειρό σου μαγεμένη
Το δικό μου όνομα : «Μη Με Λησμόνει». 


Εύη Μανοπούλου