Εκτύπωση του άρθρου

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΥΖΗΣ



Κόκκινος κόσμος

 

O κόσμος μου πέθανε
ήτανε κόκκινος
κι ήταν από νερό
                                    Καμιά φορά                    ακόμη τον θρηνώ
πορφύρεον μέγα φάρος ελών χερσί στιβαρήσιν
σηκώνοντας δηλαδή τον ερυθρό μου μανδύα
μέχρι το πρόσωπο
για να μη βλέπονται τα δάκρυά μου
Όταν βγαίνω στη μεγάλη ξένη λεωφόρο
είναι όλη κορίτσια σε top ασημιά
με λεοπάρ Dior με glitter jean τσαντάκια
και φούστες balloon ή φούστες midi βολάν
και δίχως κόκκινο στα χείλη-πάνω, στα στήθη
στα κάτω χείλη
χωρίς νερό στα πάνω χείλη, στα μάτια
στα χείλη-κάτω.

 


Συνοδηγός

Της λέει
Άσε με
να σε πάω εγώ στο σπίτι
Εκείνη                δάκρυσε-λέει
Ήμουν       εκτός της γης      είκοσι χρόνια
και μπαίνει στο αμάξι              εισέρχεται
                                              εισβαίνει
Όπως κάθισε στη θέση δίπλα του
γύρισε, τον κοίταξε μ’ όλο της το πρόσωπο
κι όλα της τα μάτια καφετιά και όλα της τα στόματα
Υπόσχου                  να μη με πάρεις
όσο θα κοιμάμαι
γιατί θα κοιμηθώ
όσο θα οδηγείς
να με πας στο σπίτι
Έτσι αρχίζει το ταξίδι
αν γυρίζει το κλειδί        ανάβουν μικρά φώτα στο καντράν
αν γυρίζει πιο το κλειδί                ξεκίνησαν μες στο βράδυ
Κι όπως υποσχέθηκε
της ξεκουμπώνει το πουκάμισο
ενόσω πλάϊ του ονειρεύεται
και ζουν τα δυο της στήθη                     που χάνουν κόκκινο
Όταν αυτός επιταχύνει με τ’ αμάξι
ξεκινά μια λαιψηρή και γρήγορη ερυθρή γραμμή
από την ώρα                      που εκείνη έφθασε
είκοσι έτη μετά
μέχρι που τη φιλά
μες στο αυτοκίνητο
πριν της ζητήσει να μπει
στη θέση κοντά του.

Παναγιώτης Βούζης