Εκτύπωση του άρθρου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ

Δύο ποιήματα

1.

Έχουν δυναμώσει
Τρέχουν
Είναι ανεξάρτητα και δυνατά
Ανδρώνουν τον άνθρωπο
Είναι τα αισθήματά μου τα σοβαρά
του ώριμου, του ανδρωμένου άνδρα
Είναι τα καλά αισθήματα
Όλα τα καλά που κόμισες κακέ μου εαυτέ
τώρα που οι καντρίλιες με τον θάνατο πτοούν τα πόδια
τώρα που τα πόδια τρέχουν σε δρόμους νοητούς
Ένας κατήφορος με ακουμπάει κάτω

Διάβασα το καλό για μένα
γλιστρώντας κάτω στα χαρτιά
Ξεχώρισα τι θα έπρεπε να πω και το είπα:
    «Ο ποιητής, το ρόδο, ο δρομέας»
Και θα το ξαναπώ στην άκρια της θάλασσας
κρουταλώντας στο στόμα μου χαλίκια
Διάβασα για τους δρομείς
που αναγγέλλουν νίκες και ψοφούν
Είδα εγχάρακτα τα μέλη τους σε όστρακα αρχαία
Κοιτάζω τους ανθρώπους της στεριάς
τις ναυτικές ιδιοτροπίες μου αφήνω
Βλέπω πως δεν αξίζει η συναναστροφή με τη γοργόνα
Ασύγκριτο το στιβαρό του αλετριού
από της σκότας το παιχνίδισμα στο χέρι
Από τον άνεμο, τη γη την προτιμώ
τη χθόνια χαρά της ησυχίας
το ρίζωμα στα χαμηλά καλύβια των νεκρών
στα μαντριά σε υψίπεδο του Πάρνωνα
με τα σουραύλια του Πανός και τα οστά του Άρη

Βρήκε το μάτι μου αυτί
και άκουσε τα χρώματα των ήχων
Πώς κελαηδά το βιολετί στη διάνοια!
Πώς ξεχωρίζει το κλουβί για να φωλιάσει!
Ο τζίτζικας πώς παραιτείται
όταν σκιαχτεί από το φως του φθινοπώρου!
Βρήκε το σώμα μου τους εαυτούς
Τους μάζεψε δεξιά κι αριστερά
Τους είπε: «Εγώ είμαι εδώ. Κοπιάστε»
Μ’ ευγένεια συντεχνιακή
το σώμα λέει:
«Εγώ το cogito χρονοποιώ
την πλάνη διώχνω
παρ’ ότι διόλου δεν λέω το σαφές
κι ούτε ορίζω τον επίμονο Θεό ως φράχτη
Τι υπάρχει να χωρίσουμε εδώ
όταν τίποτα δεν οικονομεί το άλλο
κι όλα –σώματα, δέντρα και πουλιά– είναι ένα θαύμα;
Όταν το ύψος του αισθήματος με άλμα εωθινό
τον Κήπο δρασκελίζει
κι ο Κήπος
–κήπου μετείκασμα–
το μάτι διεμβολίζει;
Πάει το σώμα στον Αδάμ
κηδεύει τα κλειδιά του
σκορπίζει όλα τα καρφιά
μιας κόγχης που αναπαριστά
την Κάθοδο στον Άδη»

Μάτι τυφλό από ακρόπρωρο φωτός
διακρίνεις την υπεροχή στο χάος
τη δύναμη του ποιητή που χάραξε τους στίχους του σε τζάμια
τα κομματάκια των γυαλιών στον φράχτη του μπηγμένα
Η ποίηση πάντα κοιτά
Το μάτι βλέπει 
δίχως στο αυτί να δίνει
το σπάνιο ηχόχρωμα του φάσματος
στο δέρμα ενός τυμπάνου
Αρχίζει η συμφωνία των νερών
τα σπλάχνα μου υγραίνει
πέφτει η πρώτη η φτυαριά
αγάλλεται η λάσπη
Τον τάφο του ποιος αγαπά;
Τη σκήτη ποιος φροντίζει;
Αλλά προς τι το Ιερό
όταν γαμάμε ακόμη;
Με το μουστρί της φύσης μας
κλείνουμε όπου μπάζει;

Σα θεωρία του εαυτού μακρηγορώ
όχι ακόμη αναίσθητος για να σωπάσω
ακόμη όχι ορυκτός στο φως
ώστε να δίνω ορισμό της ειμαρμένης
ακόμη υπερασπιστής νευροπαθών
ακόμη επαίτης
να ζητιανεύω μιαν ανάλογη μιλιά
να ακούω να ομιλώ εγώ ενώπιον μου
το μήλο κόβοντας
με εκφραστικές τις άκριες των δαχτύλων
Τον τύπο του διαβήματος στα χέρια μου κρατώ
σα να  όφειλα να καταπιώ γυαλιά
αφού τα βότσαλα δεν έμαθαν το στόμα

Με πληγωμένο πάγκρεας
τρύπιο συκώτι
εκεί που αρπάζουνε οι κερδοσκόποι
στη χώρα των εταιρειών, στον Καύκασο
με την ξενότητά μου προκαλώ
όπου σοβεί η αλήθεια
– στον θρήνο λογικού τρελού
          για το ύφος του αλόγου
Γονυπετής το εκλιπαρώ να σηκωθεί
στο έλλογο του νου ζεμένο
Πώς να την πω την ένταση
με δάκρυα στα μάτια;
Με επιφώνημα θαυμαστικό;
Ποιο μέτρο συγκινησιακό για τον allegro τόνο;
Ποια στίξη οριζόντια για το lento;
Το άλογο, της γλώσσας η χαρά
και πάνω από το πιάνο μου ο μετρονόμος
σαν την καρδιά
συνδέει τις αυτοπαθείς μορφές στα περιεχόμενά μου


            
2.

Δήλωσε πως επείγεσαι
τη θέση παίρνοντας του Κάφκα
στην αίθουσα μπροστά του πόνου
Δήλωσε και να βιαστείς
μη και τη θέση του σου δώσει ο Πεσόα
στο στριμωγμένο κενοτάφιο του Δήμου
Μη κι ο Σινόπουλος
το φωτεινό ζαρκάδι του σ’ αφήσει να κοιτάξεις
Και δήλωσε πως βιάζεσαι
μη και σου δώσει θέση στη Ζώνη ο Ταρκόφσκι
και τρελαθείς από το άχρηστο υλικό πολέμου
κι οδηγηθείς μετά γυμνός
στις αίθουσες του Λούβρου
ν’ ακολουθείς τον Ζερικό
επάνω στη σχεδία
ισορροπώντας με ό,τι οργανώνει μέσα σου
ό,τι αποδιοργανώνει
Και έρθουν
ο Κάφκα, ο Πεσόα, ο Σινόπουλος, ο Ταρκόφσκι
να σου πουν πως είσαι γνώριμος και μη εξαιρετέος
να ξαναρχίσεις πάλι απ’ την αρχή
ισορροπώντας
με ό,τι οργανώνει μέσα σας τον εαυτό
ό,τι αποδιοργανώνει τον καιρό
–χρόνια μπροστά και πίσω– 
μπας και αυτό δώσει τη θέση του
σε κάτι άλλο από τον εαυτό
σε μια ωχρότητα ιδανική
γνωστή απ’ τους αυτόχειρες
Επείγεσαι να φτάσει η σχεδία στ’ ανοιχτά
Αδιαφορείς για τη συνάρτηση της Ιστορίας
το διάγραμμα, τον τίτλο
τον όρο της συμμετοχής
τις δάφνες
Ένα αποτύπωμα χαράς
σα σκόνη άστρων στα πόδια σου
για να σου πουν πως είσαι γνώριμος παλιός
πως δεν σταμάτησες να ζεις
και περιμένεις πάλι στη σειρά
δηλώνοντας πως βιάζεσαι

Γιώργος Βέλτσος