Εκτύπωση του άρθρου
 Γράφει η Κλαίτη Σωτηριάδου
 
 
ΕΙΡΗΝΗ ΡΗΝΙΩΤΗ: «ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΜΟΝΟ» 
ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΘΗΜΑΤΑ
 
Κρατάμε στα χέρια μας την ένατη ποιητική συλλογή της Ειρήνης Ρηνιώτη με τίτλο «Μια βόλτα μόνο». Σαράντα ποιήματα όλα να τα διατρέχει η εικόνα του διαλεκτικού κύκλου της ζωής και του θανάτου και η αέναη κίνησή του. Με σύμβολα όπως ο αέρας, το υγρό στοιχείο, η βροχή, η τρικυμία, η θάλασσα, τα καρφιά μιας σταύρωσης, το αδιέξοδο ενός τοίχου, τα σπασμένα γυαλιά και το κενό ενός γκρεμού, ενός βάραθρου, αλλά και το παιχνίδι, αυτή η συλλογή διαβάζεται ως εγχειρίδιο για τους πάντα αρχάριους της ζωής, τους ανίδεους που επιθυμούν να μάθουν αλλά και να πάθουν «ζώντας». 

Παραινέσεις και παθήματα λοιπόν, οδηγίες προς ναυτιλομένους, αλλά και προς εαυτόν, με πρώτο σύμβολο το ποδήλατο της «Ποδηλασίας», «...Δεν ξέρω να ισορροπώ / αλλά τολμώ να πέσω για να μάθω / Άλλο αν δεν έμαθα...». 

Στο «Εις εαυτόν» συστήνει να εξοικειώνεται κανείς με το χώμα, την ύστατη βόλτα, να συνηθίζει το σβήσιμο, ν’ αναγνωρίζει την δημιουργική λειτουργία του χρόνου που «...Τους στεριώνει σ’ άλλα ύψη ο χρόνος / Μια πολιτεία στο βυθό μία στα σύννεφα».

Στο «Ματ» συμβουλεύει να μην σκοπεύουμε ψηλά, «Φίλε, μη μου προτείνεις το άθραυστο / θα πάρω εκείνο που είναι χτυπημένο...»

Στο σύμβολο του «Λούνα Παρκ», στον κατ’ εξοχή χώρο διασκέδασης, καιροφυλακτούν πολλαπλοί κίνδυνοι, «...σταμάτησε η ρόδα στα ψηλά / κι αναγκαζόμαστε πηδώντας στο κενό να προσγειωθούμε / Νιώθεις τους κρίκους στο λαιμό; / Ο στόχος στη σκοποβολή / είναι ένα δάσος χέρια...» κι εδώ αναφέρεται ρητά η φρικτή κατάληξη, ώστε η βόλτα να γίνεται γύρος του θανάτου. 

Στην «Τομογραφία», η ζωή παρομοιάζεται με μια διαρκή πρόβα, όπου οι άνθρωποι ανώνυμοι, παιχνίδια-στρατιωτάκια δοκιμάζουν ένα τετελεσμένο εγκλεισμό σε συμβολικό ορθογώνιο κουτί.

Στην «Αγρύπνια» συμβουλεύει να θυμόμαστε «...την ομορφιά που μας εγκαταλείπει...».

Στην «Ενοχή» το ψάρι που τολμάει «...να συχνάζει στη στεριά / εκδικείται τον εαυτό του...», «...Αμφίβιο της ενοχής μαραίνεται...» στον ζωοποιό ήλιο και στη «Στάχτη» οι πεταλούδες καρφιτσωμένες κι αυτές μαραίνονται στον ήλιο. 

Και τέλος με την «Έκπτωση», δίνει ρητά το υπαρξιακό αδιέξοδο του κύκλου της ζωής: «Ο άνθρωπος στο κέντρο της εικόνας / μπορεί να είναι δείγμα των καιρών / Εγκλωβισμένος μέσα στην κορνίζα / σαν σύμβολο προβάλλει τη ζωή του / Η όψη του αλλάζει κάθε μέρα / Τα σύννεφα σκεπάζουν το μυαλό / ...Την πιάνεις τη σκουριά πάνω στο δέρμα; / Αισθάνεσαι τη στάχτη μες στα μάτια;».

Κι ακολουθεί μια σειρά από πλήγματα, τραύματα μικρά και μεγάλα, στις σχέσεις με τον Άλλο και την Άλλη. Στην «Αποκαθήλωση», απευθύνεται η ποιήτρια στο παιδί που ήταν, σ’ έναν δυσδιάκριτο διάλογο με τη Άλλη, με νύξεις για καρφιά, για μία σταύρωση. Στο «Όνειρο» παρουσιάζονται οι πρώτες αμφιβολίες, είναι η συναίσθηση του απόλυτου εγκλεισμού στις βασικές της λειτουργίες, όπου η ψυχή «...δέρνεται / σε μια σόμπα αναμμένη», χωρίς δρόμους διαφυγής «...και χτυπά τρομαγμένη στους τοίχους / παράθυρο ψάχνοντας / αλλά / Αλλιώς μας τα είπαν κι είναι όλα αλλιώς...». Στην «Ταλάντωση» «...Η κούνια αιωρείται στην αυλή / Όσοι έπαιξαν μαζί της / τους φύτεψε στον κήπο η βροχή...» και στη «Δίκη», σε διάλογο με τον Φραντς Κάφκα, δίνεται η συνειδητοποίηση της ανθρώπινης μοίρας που κανείς δεν μπορεί ν’ αποφύγει «...ώσπου / κάποιος φρουρός μας εκτελεί / με εντολή του δικαστή / που δεν αξιώθηκε ποτέ / να εμφανιστεί μπροστά μας...». 
Τί άλλο λοιπόν στο «Προσωπείο» παρά ένα καρναβάλι η ζωή, μια παράσταση όπου καθημερινά φοράμε τις μάσκες μας «...και την εικόνα της κρεμάει σε ατσάλινο καρφί / ως το επόμενο πρωί που θα την ξαναβάλει»; Κι όσο και να προσπαθεί ο άνθρωπος με το ζευγάρωμα στον «Τοίχο» να τον τρυπήσει, ν’ ανοίξει «...παράθυρο στον κόσμο» μόνο με την ίδια τη σάρκα τα καταφέρνει. Το κορμί που κατακερματίζεται στη μανία της θάλασσας, διάβαζε ζωής, όταν το «...πάθος προσπεράσει...» στην «Αναμέτρηση». 

Στη «Σιβηρία», στο ποίημα που θα μπορούσε να ονομάζεται «Μάνα», η Άλλη είναι εκείνη που «...τακτοποιεί το χιόνι μες στο σπίτι», η παρουσία/απουσία που σημαδεύει και ταλανίζει την ύπαρξή της. 

Στα «Επιτύμβιο», «Τρόπαιο Α’» και «Τρόπαιο Β’», αρχίζει η καταγγελία των άλλων που στοιχειώνουν αυτόν τον ένα και μοναδικό γύρο με απόηχους του «Πατερούλη» της Σύλβια Πλαθ που λέει «...Έχεις ένα παλούκι στη χοντρή μαύρη καρδιά σου / και οι χωριάτες ποτέ τους δεν σε χώνεψαν / χορεύουν και σε ποδοπατούν.» . Ούτε η περσόνα της ποιήτριας συγχωρεί όταν λέει «...Στο χώμα που θα τη δεχτεί θα ρίξω το γυαλί / να μην της λείψει ο κίνδυνος και μες στην απειλή / χορεύοντας πάνω στο μνήμα της θα γράψω τ’ όνομά μου...». 

Τέλος στη «Συνταγή» συμβουλεύει την εξοικείωση με τον καθημερινό πόνο από τα σύνεργα συνενοχής της οικογένειας στο «Ξυλουργείο»: πρόκες, κόλλες, πρέσες και πριόνια!

Συνειδητοποιώντας όμως το αδιέξοδο της καθημερινότητας, την αβεβαιότητα της ζωής, η ποιήτρια καταδύεται στη μνήμη αυτήν τη φορά, αναζητώντας μες στα βιωμένα συναισθήματα μια ελπίδα, μια διέξοδο, μια φυγή, μια υπέρβαση. Κι έτσι στην «Κληρονομιά» το χιόνι μες στο σπίτι γίνεται πυρκαγιά και ποίηση!

Στο «Ρεαλισμό», σε διάλογο μ’ έναν ζωγραφικό πίνακα του Κουρμπέ, η ερωτική πράξη στην άκρη του χάους, που προσκαλεί στον απέραντο υγρό ορίζοντα, που μεταμορφώνει με τον άνεμο και την τρικυμία, ανασύρει τελικά από μέσα τον κρυμμένο άγγελο και τις δυνάμεις της υπέρβασης. 

Στην «Έξοδο», η βόλτα γίνεται βουτιά σε απύθμενο πηγάδι, για ν’ αναδείξει μεταφορικά την επιθυμία της ύπαρξης μιας άλλης διεξόδου στο «πηγάδι τ’ ουρανού» ή στον ουρανό του πηγαδιού που βλέπει το ζενίθ. Και μέσα από την αγωνία της ποιήτριας, αναδύονται σαν φυσαλίδες τα ποιήματα ποιητικής «Αντιζηλία», και «Ταξίδι».

Στα «Πεντόβολα», που «Ο θάνατος παίζει έξω από την πόρτα μας /...κι όποιον πέφτει τον ταΐζει στη γη», η ποιήτρια κάνει την ανατροπή «Κάποτε γλίστρησα μέσα απ’ τα δάχτυλά του / κι άνοιξε αερόστατο η αγάπη πριν γειωθώ».

Και τέλος ξανά ένα παιδικό παιχνίδι, η αγχόνη στην «Κρεμάλα», παίρνει συμβολικές διαστάσεις για να προσδιορίσει τη διέξοδό της από την υποχρεωτική φθορά της ζωής, την ποίηση. 

Καμιά φορά τα ποιήματα γίνονται ανεμόσκαλες για να βγαίνουμε από το βαθύ, άπατο πηγάδι της απελπισίας, της μοναξιάς, του πόνου, της απώλειας, της κατάθλιψης. Και αυτός, ο ελάχιστος τρόπος διαφυγής, προσφέρεται γενναιόδωρα με αυτή τη συλλογή στους αναγνώστες. 
Εκτύπωση του άρθρου