Εκτύπωση του άρθρου

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Ι. ΤΖΑΝΟΣ

© Poeticanet 

 

 

 

 

Εκδηλώσεις χαράς στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη.

Ραψωδίες Φ-Ω

 

«Θάλασσα, αμέρωτη καρδιά, χαρά του απελπισμένου ανθρώπου»
Ν. Καζαντζάκης, Οδύσσεια (Φ 208)

 

01. Με την εξέταση των ραψωδιών Φ-Ω ολοκληρώνονται όσες περιπτώσεις χαράς εντοπίστηκαν στην Οδύσσεια (1938)[1] του Νίκου Καζαντζάκη (1883-1957). Όπως είναι γνωστό, μέχρι να πάρει την οριστική του μορφή το έπος, απαιτήθηκαν επτά γραφές στη διάρκεια των ετών 1925-1938. Ο Καζαντζάκης, καταγράφοντας την πορεία συγγραφής του έργου του, αποκαλύπτει σε γράμμα του στον Παντελή Πρεβελάκη από την Αντίμπ της Γαλλίας με ημερομηνία 4 Μαΐου 1957 ότι χρειάστηκαν 15.000 ώρες δουλειάς. Στο ίδιο γράμμα δίνει τα απαραίτητα στοιχεία: «Ιστορικό γραφής Οδύσσειας. α΄ γραφή: Κρήτη, Α - Ζ, χειμώνας 1925· Αίγινα, Η - Ω, 20 Μάη - 22 Σεπτέμβρη 1927. β΄ γραφή: Gottesgab, Α - Ω, 1 Οχτ. [1929] - 3 Μάρτη 1930. γ΄ γραφή Gottesgab, Α - Ω, 1 Ιουλ. - 4 Δεκ. 1931. δ΄ γραφή: Αίγινα, Α - Ω, 23 Απριλ. - 24 Ιουλ. 1933. ε΄ γραφή: Αίγινα, Α - Ω, χειμώνας 1935. στ΄ γραφή: Αίγινα, Α - Ω, χειμώνας και άνοιξη 1937. ζ΄ γραφή: Αίγινα, Α - Ω, Μάης - 1 Δεκέμβρη 1938. Περίπου 1.000 μέρες. 1.000x15 ώρες = 15.000 ώρες»[2].

Δύο χρόνια πριν, στις 30 Σεπτεμβρίου 1955, ο Καζαντζάκης είχε γράψει στον Πρεβελάκη πάλι από την Αντίμπ ότι για την έκδοση της Οδύσσειας προτιμούσε τα μικρά στοιχεία επειδή «είναι πολύ κομψότερα και διαβάζουνται εύκολα». Ο Πρεβελάκης συζήτησε την προτίμηση του Καζαντζάκη, συσχετίζοντάς τη με την έκδοση της μετάφρασης της Ιλιάδας: «Ο Κ. προτίμησε τα απλά στοιχεία των 8 στιγμών από τα απλά των 10, για να μη διαφέρει στην όψη η δική του Οδύσσεια (στη β΄ έκδοση) από την ομηρική Ιλιάδα (μετ. Καζαντζάκη – Κακριδή), που είχε τυπωθεί με στοιχεία των 8 στιγμών, σύμφωνα με τη μακέτα του Γιάννη Κεφαλληνού. Η γ΄ έκδοση της Οδύσσειας του Κ. τυπώθηκε, μετά το θάνατό του, με στοιχεία των 10 στιγμών για να ’ναι πιο ευανάγνωστη. Τόσο τη β΄ όσο και την γ΄ έκδοση τις επιμελήθηκε ο Ε. Χ. Κάσδαγλης»[3].

Ακολουθώντας την τακτική των προηγούμενων συναφών εργασιών, προτάσσω περίληψη των ραψωδιών που θα μας απασχολήσουν γραμμένη από τον ίδιο τον Καζαντζάκη:

Ο Οδυσσέας «φτάνει στην άκρα της Αφρικής, στην αγαπημένη θάλασσα. Γελάει, κυλιέται στα χοχλάδια[4], παίζει μαζί της. Σκαρώνει το στερνό του καράβι, στενό, μικρό, σα φέρετρο. Αποχαιρετά τη γη, φεύγει. Περνάει την παγωμένη θάλασσα, τρικυμιά ξεσπάει, συντρίβεται το καράβι σε άγρια χιονισμένα βράχια.

»Παίρνει πάλι το δρόμο, πέφτει σ’ ένα χωριό καμωμένο από χιόνι, όπου οι άγριοι κυνηγοί της φώκιας τον υποδέχουνται σα θεό. Μένει μαζί τους ένα χειμώνα, και την άνοιξη, ως έλιωσαν τα χιόνια, θηκαρώνει σε μιαν πλωτή από δέρμα φώκιας και ξαναπαίρνει πάλι το πέλαγο.

»Λάμνει με τα κουπιά στον αβασίλευτο ήλιο, κι έρχεται ήσυχα ο Θάνατος και καθίζει αντίκρα του, στην πλώρα. Είναι απαράλλαχτος με τον Οδυσσέα, γέρος κι αυτός με άσπρα γένια, όλο πληγές. Χαμογελάει ο ένας στον άλλον, αρμενίζουν αμίλητοι, ένα παγόβουνο προβαίνει, πέφτει απάνω στην πλώρα, μα ο Οδυσσέας προφταίνει και σκαρφαλώνει απάνω στο παγόβουνο κι αρμενίζει μαζί του σα να ’ναι καράβι.

»Ο Οδυσσέας νιώθει πως έφτασε πια η στερνή του ώρα. Αποχαιρετά τις πέντε του αίστησες –την όραση, την ακοή, τη γέψη, την όσφρηση, την αφή– και τις ευχαριστεί γιατί καλά του δούλεψαν, παράπονο δεν έχει.

»Ανοίγει την αγκάλη, σέρνει φωνή, φωνάζει όλους τους αγαπημένους του συντρόφους –τους άντρες, τις γυναίκες που αγάπησε και το πιστό σκυλί του από την Ιθάκη. Ακούν τη φωνή του αφέντη, πετιούνται από τα μνήματα οι παλιοί συντρόφοι και καταφτάνουν· το καράβι του Οδυσσέα γεμίζει πάλι συντρόφους. Χαίρεται ο Οδυσσέας, υποδέχεται όλο χαρά τους συντρόφους, σηκώνει το χέρι, δίνει με ατρόμητη θριαμβευτική φωνή το σημάδι του μισεμού: Όρτσα, παιδιά, και πρίμο φύσηξε του Χάρου το αγεράκι»[5].

02. Όπως στις προηγούμενες ραψωδίες, επαναλαμβάνονται, αναπόφευκτα, και σε αυτές οι εκφράσεις: «Γεια χαρά!» (Φ 609), (Χ 942), (Χ 947), (Ψ 418), (Ω 1251), «Γεια και χαρά σου» (Χ 264), «Με γεια του με χαρά του» (Ψ 354) και «Χαρωπό μαντάτο» (Χ 627). Ομοίως, συναντάμε τρεις φορές το γνωστό μας αθάνατο νερό: «Το αθάνατο νερό, το θάνατο, να πιεις, να ξεδιψάσεις!» (Χ 176) και (Ψ 457) και «Πού πας, κοράσιο δώδεκα χρονών, πού πας, κορμί δροσάτο;/ πες μου πού πας, αθάνατο νερό, να ’ρθώ κι εγώ μαζί σου!» (Ω 542-543).

Σε δύο περιπτώσεις η χαρά συνδέεται με την επίκληση του Θεού:
Χαρά! σαν τον αγέρα σφύριζε κι ο πολυκορφονούσης·
γέλια, παζάρια, ανθρώποι και βουή να τα προφτάσει, Θε μου,
να τα χαρεί πρι να φυσήξει ο νους και σβήσει η πολιτεία!
Καλό ’ναι ετούτο το πολύχρωμο χτίρι αψηλό του αγέρα,
κι ο δοξαράς το περιχαίρεται, σα χαρταϊτός τη νύχτα
με το αναμμένο κατακόκκινο του κεφαλιού φανάρι» (Φ 244-249)

και: «Θε μου, τι ’ναι οι χαρές κι οι πίκρες μας, τι ’ναι η ζωή μας τούτη» (Χ 1154), ενώ, ενδιάμεσα, ο Καζαντζάκης εμπνέεται γι’ άλλη μια φορά από τη μορφή του Ιησού Χριστού[6]. Εδώ ο Ιησούς, στην προτύπωσή του, παίρνει τη μορφή απάρθενου ψαρά. Συναντώντας τον ο Οδυσσέας, θα του πει ότι το ταξίδι του και μαζί με αυτό το πέρασμά του από τη γη τελειώνει: «Μα χαίρουμαι που αηδόνι ασκώθηκε ξάφνου στο περιγιάλι/ και με είδε να περνώ και κελαηδάει να με αποχαιρετήσει!» (Φ 1265-1266). Παρ’ όλα αυτά, ο Οδυσσέας δεν έπαψε να διατηρεί την καλή του την καρδιά: «Κι ως τώρα απόμεινε η καρδιά ζεστή, χαρούμενη, γενναία» (Φ 1342), μολονότι, όπως θα παραδεχτεί: «Είδα και χάρηκα πολλά στη γης, εθέρισα τις πίκρες,/ εθέρισα και τους τρανούς θεούς και τις γλυκές ελπίδες» (Φ 1354-1355).

Στην άλλη άκρη παραμονεύει ο Πειρασμός. Θα εμφανιστεί στο τελευταίο επεισόδιο του έπους, τώρα με τη μορφή αραπόπουλου, για να δελεάσει τον Οδυσσέα: «Ιδρώτας τρέχει στις μασκάλες του, κρατάει στις δυο παλάμες/ όλους τους σπόρους, ζα, πουλιά, δεντρά, πίκρες, χαρές, ανθρώπους» (Ω 1319-1320). Κατά τον ίδιο τρόπο, τα μαύρα πνεύματα χαίρονται που δεν απόμεινε πολλή ζωή στον Οδυσσέα: «Πρώτη βολά, και χαίρουνται βαθιά στο μέγα νου που σβήνει/ την άφραστη χαρά της λευτεριάς και της φιλιάς τη γλύκα» (Ψ 600-601), ενώ η χαρά δεν λείπει από τα τρία στοιχειά που κάνουν την παρουσία τους: (Ψ 791), (Ψ 811), (Ψ 859), (Ψ 875) και (Ψ 894). Όσο για το ζήτημα της φθοράς, ο Οδυσσέας έχει επίγνωση ότι το πέρασμα του ανθρώπου πάνω στη γη είναι γοργό (Ψ 612) και ξεκαθαρίζει ότι θα χαρεί σαν ξαναδεί τον μέγα αδερφό του, τον θάνατο (Ψ 632) και (Ψ 993) για στερνή φορά.

Ψυχή, Νους και Αρετή συμμετέχουν ολόθερμα στο πανηγύρι της χαράς. Η Ψυχή: «Κι η τρίτη όλο χαρά περνάει ψυχή σε ούρμων[7] αντρών αγκάλες» (Φ 490). Αλλού, η ψυχή του Οδυσσέα πλανιέται ανάμεσα στη στεριά και στη θάλασσα: «Και να πηδάει χαρούμενη, αλαφριά, σ’ ένα ξερό χαράκι![8]» (Φ 1042). Κι ο Νους:

«Να ’χεν η γης μυαλό, θα χαίρουνταν, και να ’χε η μοίρα μάτια,
το γέρο αυτόν μεγάλο αγωνιστή θ’ αγκάλιαζε, με τρόμο
και με καμάρι πασπατεύοντας τις φοβερές πληγές του» (Χ 18-20).

Όταν ο νους παραλληλίζεται με αϊτό, οι χαρές έρχονται μέσα από ζωοδότριες αναμνήσεις: «Κι όλες σε τωρινή αστραπή οι χαρές, κι οι πιο παλιές ελάμψαν·/ και φούντωσε η καρδιά, ξεφούντωσε, ποτέ της δε θυμάμαι/ τόσο μεγάλη λεύτερη χαρά, τόσο αψηλή φτερούγα» (Χ 58-60). Ωστόσο δεν συγκρίνονται με τη χαρά του σήμερα: «Μα τώρα ετούτη γύρα του η χαρά το ταίρι της δεν έχει!» (Χ 67)[9].

Τέλος, η Αρετή συνταιριάζεται με την ταπεινοφροσύνη:
«Αρετή, λαγοκοίμητη, ακριβή του ανθρώπου θυγατέρα,
πώς χαίρεσαι όντας ολομόναχη, δαγκάνοντας τα χείλια,
φτωχή, κατατρεμένη στριμωχτείς στην άγριαν ερημία!» (Χ 1-3).

Είναι αυτή που θα κάνει τον Οδυσσέα να νιώσει πληρότητα: «Θλίψη, χαρά, ζωή και θάνατος φυσούν μες στην καρδιά του» (Χ 12).

Τα μέλη ή τα όργανα του ανθρώπινου σώματος συνδέουν τη χαρά με τον κόπο ή την ξεκούραση, με την ευχαρίστηση ή με τον αγώνα για επιβίωση. Έτσι, ο Οδυσσέας αποκτά το κουράγιο να συνεχίσει το ταξίδι του: «Το ζάλο[10] ο πολυπλάνητος ανοιεί, τα αιματωμένα πόδια/ χαρούμενα ξεχνούν τον κάματο, δροσέρεψαν και πάνε» (Φ 66-67). Ο ίδιος θα θυμηθεί την απόλαυση που του έδωσε η αφή του: «Μαύρο μαστό μου αρέσει η φούχτα μου στερνά να ξεχειλίσει,/ τα στήθη τ’ άσπρα αποσκεπάζοντας που εχάρη στη ζωή της» (Φ 381-382) ή τη δύναμη που είχαν τα χέρια του: «Χάρηκε η φούχτα του πολλές φορές και χόρτασε περίσσια,/ μα σαν και τούτη τη φορά τόση χαρά δε χάρη» (Φ 578-579) ή θα υπερηφανευτεί για τα δημιουργήματά του: «Κατάκαρπα δεντρά τα χέρια μου στον κόσμο απάνω ελάμπαν/ χαρά γιομάτα κι απαργόρητη παλικαρού περφάνια» (Ψ 304-305). Με την ίδια ευχαρίστηση θα καμαρώσει τον γέρο περιβολάρη να χαϊδεύει έναν πεσμένο πεύκο:

«Όμοια να μπόρουν να ξεστράτιζα, χαδεύοντας το Χάρο!
λογιάει ο μονιάς και χαίρεται βαθιά το γέρο να παλεύει
με υπομονή και γλύκα αμίλητη τις φοβερές δυνάμεις» (Φ 592-594)

και, αργότερα, θα δεχτεί με χαρά το δώρο των ντόπιων, καλάθια με σταφύλια: «Βασιλικό πεσκέσι, να χαρεί του δοξαρά το σπλάχνο» (Ω 475). Από κοντά, μια νέα θα έχει ξεχειλίσει από ζωντάνια: «Χαρούμενα, ευωδάτα, πηδηχτά τα κορακομαλλιά της» (Ω 249).

Όπως και πριν, στις ραψωδίες Φ-Ω η χλωρίδα και τώρα ιδίως η πανίδα θα γίνει πηγή απόλαυσης, κυρίως για τον Οδυσσέα. Έτσι, κάποιες βραδιές: «Χαρούμενος στα φύκια απλώνουνταν και σιγοτραγουδούσε» (Φ 832) ή βρίσκοντας κέρατα ελαφιού θα φτιάξει «όλο χαρά» καινούργιο τόξο (Φ 1112). Ψάρια που περνούν πλάι από τη σχεδία του και πουλιά που πετούν γύρω θα του προκαλέσουν ηδονή: «Κι έρριζα τρέμα απ’ την περίσσια του χαρά τα φυλλοκάρδια» (Χ 163) ή θα τον κάνει να χαρεί με τη φαντασία του το κελάηδημα των καναρινιών: «Μα ως χαίρουντα ο πολύγνωμος βαθιά το ανέλπιδο κελάηδι» (Ψ 348). Όταν μια φορά θα χρειαστεί να επιδιορθώσει τη σχεδία του, η ευχαρίστηση από τη δουλειά είναι ολοφάνερη: «Και τον μπαλτά που εχτύπαε όλο χαρά και την πλωτή συγύρναε» (Φ 862). Την ίδια ώρα οι ντόπιοι καστρινοί βλέποντάς τον μοιράζονται τη χαρά του: «Ανατριχίλα και χαρά κρουφή διαγούμιζε[11] τις πλάτες» (Φ 907).

Ο ήλιος και τα αστέρια συμμετέχουν, ασφαλώς, στο πανδαιμόνιο της χαράς. Έτσι, τα αστέρια ζωντανεύουν στην παρομοίωσή τους: «Για χαρωπά σα μάτια ερωτικά γελούν και ψιχαλίζουν» (Ψ 560). Όσο για τον ήλιο, πότε είναι χαρούμενος μεταδίδοντας και στον άνθρωπο την ενέργειά του (Φ 154-155) ή «Ήλιε, τρισήλιε μου, βαριά χαρά των πήλινων ματιών μας» (Ψ 17) και πότε λυπημένος: «Ώχου, στα μαύρα ξεχωρίσματα τα μάτια μου θαμπώνουν·/ πόνους δεν ξεχωρίζουν πια, χαρές, μουδέ ψευτιές κι αλήθειες» (Ψ 74-75). Και μοιρολογεί: «Χαρά μεγάλη να φωτάς τη γης και να τηράς ολόρθη/ μια λεύτερη ψυχή να χαίρεται και να νογάει το φως σου» (Ψ 1237-1238).

Το υγρό στοιχείο και η φωτιά έχουν κι αυτά τη θέση τους στις περιπτώσεις χαράς όταν εκφράζουν τα συναισθήματα του Οδυσσέα. Έτσι: «Χάρη ο καταποτήρας ασκητής στερνή βολά να νιώθει/ το αψάτο του κορμί να δέχεται τα νέφαλα σα δέντρο» (Φ 739-740). Ο Οδυσσέας πιο κάτω θα μονολογήσει: «Τι καρτεράς και κοντοστέκεσαι στο μυρισμένο χώμα;/ χινόπωρο άλλο πια δε θα χαρείς κι άλλη βροχή δεν έχει!» (Φ 769-770). Κατόπιν θα δεχτεί τη φωτιά σαν να δεχόταν νερό: «Κι ο δοξαράς γελάει, την πυρκαγιά τη χαίρεται ως δροσούλα» (Ψ 944). Η ίδια η φλόγα, κάποτε, προτού σβήσει θα εξακολουθήσει να λάμπει: «Κι όλη χαρά κατά το θάνατο γιομάτη φως πετιέται» (Ψ 1307).

Είδαμε ότι το ζωικό βασίλειο θα προκαλέσει, συχνά, στον Οδυσσέα χαρά, εντούτοις, όχι λιγότερο, τα ίδια τα ζώα, της θάλασσας, του ανέμου, της στεριάς μπορούν να χαρούν. Κι αν ο Οδυσσέας θα χαιρετήσει τους καρχαρίες που φεύγουν από γύρω του απογοητευμένοι:

«Έχετε γεια, γυρνάτε στα φαγιά, μα εγώ φαΐ δεν είμαι!
προγκούσε ο καραβάς και χαίρουνταν σα να ’ριχνε απογδύσια[12]
ψάρια, πουλιά, κι ανάσαινε γυμνός την κρούσταλλη μοναξιά» (Χ 45-47),

τα σκυλόψαρα θα το ρίξουν στο ερωτικό γλέντι: «Για τις δικές τους χύνουνται χαρές στης ερωτιάς το αλώνι» (Χ 109). Το ίδιο και τα πετροχελίδονα: «Κι όλο χαρά πετροχελίδονα να ερωτοτιτιβίζουν» (Χ 326). Κι αν ο μέλισσος νιώθει χαρούμενη την κοιλιά του (Ψ 986), οι σκύλοι θα χαρούν όταν θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον άνθρωπο: «Ωστόσο οι σκύλοι στα χιονάμαξα χαρούμενοι ζευτήκαν» (Χ 1348). Από την άλλη πλευρά, δεν λιγοστεύει η επιθετικότητα. Εδώ ανιχνεύεται μέσα από την αντίδραση μιας αρκούδας: «Και γρούζει όλο χαρά, το ανθρώπινο θαρρείς κι οσμίστη κρέας» (Χ 359). Πότε πότε ο κόσμος των ζώων γίνεται, θαρρείς, ειρηνικός παραμερίζοντας τα ένστικτά του:

«Τα νύχια ξόμπλια[13] εγίναν άνεργα, τα κέρατα απαλύναν
και κρέμουνται σα δυο μακριά σγουρά στα ειρηνικά μελίγγια·
δεν τρέμουν πια οι λαγοί, κι οι λιόπαρδοι μιλούν με τις λαφίνες,
κι οι τίγρεις, οι ρινόκεροι, οι σκορπιοί ξαλάφρωσαν και παίζουν,
ανέγνοια, όλο χαρά, στα ζάλογγα του νου που αγάλια σβήνει» (Ψ 544-548),

ή «Ξυπνούν μες στην αμμούδα οι παρδαλές λιγνές οχιές κι ασκώνουν/ το φουσκωτό λαιμό και χαίρουνται το φως κι αυτές σαν κρίνα» (Ψ 626-627). Τότε το επόμενο βήμα τους είναι να κλειστούν στην κιβωτό του περιβάλλοντός τους για να διαιωνιστούν:

«Ανοίγει η πόρτα του νοτιά πλατιά στο πισωκαύκαλό του·
και ξεκινούν τα ζα χαρούμενα, πηδούν τα λαφομόσκια,
κατηφορούν οι σταυραϊτοί, κινούν οι μέρμηγκοι απ’ το χώμα,
ανάβου οι λαμπηδόνες τις κοιλιές, γαυρομανούν οι τράγοι
και τ’ άγια φίδια ξετυλίγουνται και τον αγέρα αγλείφουν,
κι όλα απ’ την πόρτα του νοτιά χιμούν να μπουν και να σωθούνε» (Ω 14-17).

Όχι λιγότερο, τη χαρά τους δείχνουν ακόμη και τα νεκρά ζώα. Έτσι, ο Άργος θα χαρεί υπερβολικά καθώς θα ξαναδεί τον Οδυσσέα: «Κι ακόμα σειούντα απ’ την πολλή χαρά τ’ ολόσπανο ακρονούρι[14]» (Ω 755) και (Ω 763).

Ομοίως τα άψυχα νιώθουν τη χαρά των αντικειμένων και συγκεκριμένα των χαλκάδων και των κουδουνιών. Έτσι: «Και κουδουνίσαν στη μικρήν αυλή χαρούμενοι οι χαλκάδες» (Φ 636), και ο Οδυσσέας: «Γλιστράει χυτά στα γαληνά νερά, χίλια ασημιά κουδούνια/ χαρούμενα λαλούν, γαμπρού, θαρρείς, εφάνη χιοναμάξι[15]» (Ψ 1149-1150).

03. Τα πρόσωπα της Οδύσσειας έχουν τους δικούς τους λόγους για να χαρούν. Συνήθως οι άνθρωποι δεν ζητάνε την καλοζωία ή την ευτυχία, μονάχα ζητάνε να επιβιώσουν: «Δε σου ζητούν την καλοπέραση μήτε χαρά μια στάλα» (Χ 761) ή «Να πώς οι δόλιοι ανθρώποι χαίρουνταν μιας ώρας καλοσύνη» (Χ 1293). Οι κοπελιές αποδέχονται ασυζητητί τα δώρα των αγοριών: «Να τα χαρώ τα βωλαράκια σου που μου κρατάς πεσκέσι» (Χ 1287), και μασάνε το δέρμα της φώκιας για να το φορέσουν νυφιάτικο:

«Μασάει χαρούμενη, γελάει στον ανθολογισμό της· όλα
θα παν καλά, κι ο γήλιος θα φανεί και το χορτάρι θα ’ρθει
κι η σκουλωτή[16] του γάμου της προβιά θ’ απλοστρωθεί στο χώμα!» (Ω 809-811).

Όσοι βρήκαν τα ταίρι τους, θέλουν να μοιραστούν με τους δικούς τους την ευτυχία τους: «Πίσω τα νια ζευγάρια όλο χαρά με το τραγούδι ερχόνταν» (Χ 1436), κι ενώ κάποιο παλικάρι θα νιώσει μεγάλη χαρά και θα γλυκάνουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου του (Φ 1138), ένα άλλο παλικάρι θα σηκωθεί να βουτήξει στον βυθό της θάλασσας για να βρει την κορόνα του βασιλιά, αλλά όχι για να ωφεληθεί από τις υποσχέσεις του, δηλαδή να παντρευτεί τη μονάκριβη κόρη του. Μια φωνή μέσα του θα του πει: «Κορόνα εσύ ποτέ δε θα χαρείς κι ούτε και νιας αγκάλη!» (Χ 257). Ο νέος θα απαντήσει στον εαυτό του ότι δεν τον δελεάζουν οι τιμές: «Με τέτοια εγώ χαρά δε θα ’παιρνα στο χάρο μακροβούτι» (Χ 263), και θα ριχτεί στον άθλο του: «Γεια και χαρά σου, Γης, αξιώθηκες τέτοιες ψυχές να βγάλεις,/ χωρίς δολώματα τους πιο βαριούς να ξετελεύουν άθλους!» (Χ 264-265). Αλλού οι πατεράδες θα υποδεχθούν ικανοποιημένοι τους γιους τους καθώς εκείνοι επιστρέφουν από εμφύλιο πόλεμο (Ψ 586), και ο κήρυκας δεν θα κρύψει τον θαυμασμό του για τον Μαναγή: «Χαρά στα μάτια που τον είδανε, στ’ αυτιά που τον ακούσαν» (Ω 789).

Ο Οδυσσέας έχει χρόνια να δει τη μητέρα του σε όνειρο. Απόψε τη βλέπει να ψυχομαχάει στο παλάτι. Της παραστέκεται και της μιλάει: «Μάνα, και να σου πω το μυστικό, για να χαρεί η καρδιά σου» (Χ 623). Πρωτύτερα ο Οδυσσέας θα συλλογιστεί τον Τάνταλο και θα τον αποκαλέσει μεγάλο Πρόγονο και εκ προοιμίου θα πει:

«Ω Τάνταλε, μεγάλε Πρόγονε, κατάρα ευλογημένη,
στόμα χωρίς βυθό, καρδιά χωρίς απελπισιά κι ελπίδα,
ω δίψα μπρος στους πλούσιους ποταμούς και πείνα μπρος στις τάβλες!

φωνάζει ο δοξαράς και χαίρεται σα χορτασμό την πείνα
και σα χαρές τις πίκρες τις παλιές, όντας στον κόσμο εζούσε» (Ψ 282-286).

Και μια άλλη μητέρα θα στήσει αφτί για να ξεδιαλύνει τους ήχους του μαύρου καραβιού: «Το δροσερό χιονάτο της λαιμό χαρούμενη ν’ ακούσει» (Ψ 734).

Στη ραψωδία Ω ο Οδυσσέας, προτού εγκαταλείψει τον κόσμο τούτο, θα καλέσει τους πεθαμένους συντρόφους του και κάποια από τα πρόσωπα που συνάντησε στο ταξίδι του. Έτσι, ο Κένταυρος θα πει στον Σούραυλο: «Απ’ την πολλή χαρά κυλίστηκα στο νιοβρεμένο χώμα» (Ω 130). Ο Πέτρακας θα έρθει στον κόσμο τον επάνω με δυο ακόλουθες: «Στραφτάλιζαν χαρούμενες οι δυο της Αραπιάς κοπέλες» (Ω 400), και, ήδη χαρούμενος (Ω 462), θα χαρεί ακόμη περισσότερο καθώς θα συναντήσει τον Χάλικα: «Αδέρφι Χάλικα, χαρά στη γης δεν έχει πιο μεγάλη» (Ω 464). Από την πλευρά του, ο Χάλικας θα κάνει την ίδια χαρά: «Αδέρφι Πέτρακα, αγκαλιάζω σε, μα το μυαλό μου τρέμει/ ώχου, ποτέ της δεν μπορεί η ζωή τόση χαρά να δώσει» (Ω 476-477). Ο καπετάν Στρειδάς έρχεται από τα μνήματα με τη Φίδα, την κόρη του κάποτε βασιλιά της Κρήτης Ιδομενέα. Όταν κι οι δυο σκοτώθηκαν στη διάρκεια της επανάστασης κατά του παλαιού καθεστώτος, ο Οδυσσέας τους έθαψε πλάι πλάι. Τώρα ο καπετάν Στρειδάς θα απευθυνθεί στη Φίδα θαμπωμένος από το κάλεσμα του Οδυσσέα: «Χαρά! τώρα ξυπνούμε βλάμισσα, τώρα θα ’ρθεί το κύμα,/ τώρα θα ξεπροβάλουν τα πανιά και θα ’ν’ γιομάτα αγέρα!» (Ω 670-671). Η Φίδα θα δακρύσει από χαρά με όσα άκουσε, και ο καπετάν Στρειδάς θα την παρηγορήσει: «Μην κλαις, ποτέ μου εγώ, σου ορκίζουμαι, δεν ένιωσα να παίζει/ στη γης τόσο χαρούμενη η καρδιά, τόσο αλαφρό το πόδι» (Ω 672-673).

Εκτός από τους συντρόφους του, λοιπόν, τον Οδυσσέα θα τον ξανασυναντήσουν ο μακαρίτης καπετάν Ένας (πρόκειται για προτύπωση του Δον Κιχώτη): «Βαθιά στη θύμησή του χαίρεται που τέλεψε το χρέος» (Ω 163) ή «Ο καπετάν Ένας στάθη πρόσχαρος στου πέλαου το διαπόρι» (Ω 200), και η γριά Καλή, η πόρνη. Πριν λίγο καιρό την είχε συναντήσει ζωντανή καθώς το ταξίδι του πλησίαζε στο τέλος του και είχε χαρεί με τη γνωριμία τους: «Ο δοξαράς εχάρη, ξέκρινε τη γριά Καλή, την πόρνη» (Φ 1380). Η ίδια είχε μαγευτεί από τον ταξιδιώτη: «Τα ντάντουλά της στήθια φούσκωσαν, χαρήκαν τα νεφρά της» (Φ 1407). Στη συνέχεια ο Οδυσσέας είχε κουβαλήσει στη σχεδία του προμήθειες, ρόδια που του έδωσε η γριά Καλή για το ταξίδι του: «Ο μέγας αθλητής μες στην πλωτή πηδάει σα νιος λεβέντης,/ στο αμπάρι όλο χαρά παράταξε τα ρόιδια σα συντρόφους» (Φ 1412-1413). Στη ραψωδία Ω η Καλή θα πει στη Μαργαρώ, μια επίσης πεθαμένη πόρνη αλλά νεότερή της, για τα ρόδια που δώρισε στον Οδυσσέα: «Κατέχω εγώ, τα ρόιδια τ’ αγαπάει, πολλή χαρά θα κάμει» (Ω 243). Η Μαργαρώ θα σκεφτεί μήπως πρόκειται για ψευδαίσθηση η επίσκεψή τους στους ζωντανούς: «Καλή, φοβούμαι θα ξυπνήσουμε κι όλη η χαρά θα σβήσει!» (Ω 257), αλλά η Καλή θα την καθησυχάσει: «Κι ακούστη πρόσχαρη βραχνή φωνή στα νιοβαμμένα χείλια» (Ω 260). Αργότερα η Καλή θα πει στη Μαργαρώ ότι πλάγιασε με επτά λογιών άντρες. Στην έβδομη ανήκαν: «Τα πιο γλυκά στη γης χωρίς καρδιά και σπλάχνος παλικάρια» (Ω 352). Η ίδια προβληματιζόταν στο προσκέφαλό της: «Και δεν κατέχω πόνος για χαρά το σπλάχνο μου ξεσκίζει» (Ω 359). Η Μαργαρώ θα της απαντήσει ότι κι οι δικοί της άντρες ήταν πολλών κατηγοριών: «Σαν ίσκιοι ντροπαλοί, ξαδιάντροποι, χαρούμενοι, θλιμμένοι» (Ω 369), και παρακάτω θα πει σαν να έχει μπροστά της τον Οδυσσέα: «Όλα στην αγκαλιά μου, ως πρόσταξες, σμίξαν και γίναν ένα/ και το ένα, Θε μου, πώς το χάρηκα και πώς το αργοφιλούσα!» (Ω 380-381).

Ο Οδυσσέας θα συναντήσει ακόμη τρεις πεθαμένες γυναίκες: τη σύζυγο του Ιδομενέα, την Ελένη, και τις δύο άλλες κόρες του, την Κρινώ και τη Δίχτεννα. Η Ελένη καθώς θα δει τα νερά της ποταμιάς: «Να τρέχουν βιαστικά, χαρούμενα, τη θάλασσα να σμίξουν» (Ω 508) θα αναλογιστεί τη ζωή της: «Πόσες χαρές πικρές δεν είχε η γης, πόσες βαριές αγκάλες» (Ω 516), κι η Κρινώ θα πει στην αδερφή της μετανιωμένη για τη σεμνοτυφία της νιότης της: «Αν είναι αλήθεια πως γυρίζουμε ξανά στο ανθάτο χώμα,/ αλλιώς θα τη χαρώ τη νιότη μου κι άλλη θα πάρω στράτα» (Ω 618-619).

Οι κοπέλες που ο Οδυσσέας γνώρισε στο ταξίδι του, η Φίδα, η Ράλα, η Κρινώ, η Δίχτεννα, η Μαργαρώ μαζί με τη βασίλισσα Ελένη, θα ξεσπάσουν σε ξέφρενη χαρά μεταξύ τους, ακόμη και στην περίπτωση της πρώτης τους γνωριμίας. Έτσι, η Δίχτεννα θα απευθυνθεί στη Μαργαρώ με χαρά: «Γυρίζει η Κρητικιά χαρούμενη στη νια της φιλενάδα» (Ω 1213).

Τέλος, η Ράλα θα πορευτεί στη συνάντηση με τον Οδυσσέα με τον φόβο μήπως ο αγαπημένος της κινδυνεύει. Βλέποντας έναν αϊτό να πετά, θα λαχταρήσει να είχε φτερά ώστε να φτάσει γρηγορότερα στον προορισμό της. Στη συνέχεια θα καθρεφτιστεί στο νερό και καθώς θα δει το πρόσωπό της θα λυπηθεί: θα το βρει αδυνατισμένο κι άσχημο. Έχει μετανιώσει που ξόδεψε τη ζωή της στον αγώνα ενάντια στην κοινωνική αδικία: «Για δόξες και χαρές μελλούμενες, για γδικιωμούς της φτώχειας» (Ω 1127), και τώρα που επιστρέφει στους ζωντανούς θέλει να αφοσιωθεί στο φύλο της:

«Χαρά! Και τώρα που περμάζωξε τη σάρκα από το χώμα
και ντιντινίζουν οι χαλκάδες της στα προύντζινα αντικνήμια
και το δικέφαλο ξαναπηδάει θεριό στον άγριο κόρφο» (Ω 1129-1131).

Θα ευχηθεί με παράπονο να ευχαριστηθεί το φιλί τουλάχιστον το άγαλμα που έχουν στήσει οι συμπατριώτες της τιμώντας την ως μεγαλομάρτυρα: «Να το χαρώ, και το γλυκό φιλί στην πέτρα να χορτάσω» (Ω 1142). Εντούτοις, απογοητευμένη, θα πει ότι για κείνη θα είναι το ίδιο: «Μα αλί μου, η πέτρα παίρνει τη χαρά και μένα δε μου δίνει!» (Ω 1149). Στον δρόμο της θα συναντήσει έναν νέο ψαρά (εδώ θα μπορούσε κανείς να δώσει την ερμηνεία του), γλυκομίλητο και όμορφο: «Και γυάλιζε ήσυχο, χαρούμενο το φωτοπρόσωπό του» (Ω 1168). Μολονότι ο ψαράς θα της μιλήσει για συντροφικότητα: «Ράλα, χαρά μεγάλη να περνάς με συντροφιά τον κόσμο» (Ω 1171), θα υπερασπιστεί τη διατήρηση της κοριτσίστικης παρθενίας μπροστά στα άνομα αντρικά χάδια. Η Ράλα, αγριεμένη, θα αποπάρει τον ψαρά και θα τον παροτρύνει να επιστρέψει στον ουρανό από όπου κατέβηκε. Κι όταν θα συναντήσει τον Οδυσσέα θα πέσει με λαχτάρα στα πόδια του. Κι ο Οδυσσέας θα την υποδεχτεί με ιδιαίτερο τρόπο:

«Κι η Ράλα πέφτει στου αγερόκορμου τα παχνιασμένα πόδια
και τ’ αγκαλιάζει με τα στήθια της τα αιματολασπωμένα.
Ο εφτάψυχος καλωσορίζει ορθός το αγαπημένο ασκέρι·
χαδεύει τα μαλλιά των γυναικών, της Ράλας τ’ άγρια χείλια» (Ω 1280-1283).

04. Για τον Οδυσσέα οι άνθρωποι, ακόμη και πεθαμένοι, μοιάζει να εξακολουθούν να ζουν, φτάνει μονάχα κάποιος να τους θυμάται και να τους μνημονεύει, έτσι ώστε να μην παραδοθούν στη λησμονιά. Σε ολόκληρο το έπος ο Οδυσσέας δεν θα πάψει να θυμάται τους πεθαμένους του, να τους μιλάει και ώρες ώρες να φέρεται σαν να ζει ανάμεσά τους. Εδώ, λες και τους δίνει πίσω τη ζωή που έχασαν, ξεγελά, γι’ άλλη μια φορά, τον Άδη:

«Βαθιοκατάπινε ο λαιμός νεκρούς, τα δόντια τσαχαλίζαν[17],
ρόιδια πικρά θανάτου γεύουνταν με στάχτη απογεμίδι[18]·
και χαίρουνταν βαθιά στα σωθικά, βαθιά στους μέσα τάφους,
τους πεθαμένους του όλους να κρατάει και να κρουφανασταίνει» (Φ 30-33).

Δίχως να θέλει να το κρύψει, εξομολογείται συχνά ότι τη χάρηκε τη ζωή του: «Και χαίρουνταν αυτός πολύκορμα, πολύψυχα τη ζήση» (Φ 98) ή (Ψ 185) ή (Ψ 192), και πως, αν ξαναγεννιόταν, θα φρόντιζε ξανά για τον πλούτο των εμπειριών του: «Όλες τις πίκρες θα ξανάπινα και τις χαρές θα τρύγουν» (Ψ 487). Νιώθει ευτυχής καθότι, αδέσμευτος, σημασία για τον ίδιο έχει η περιπλάνηση στον κόσμο των ποικίλων καταστάσεων: «Τραγούδαε για χαρά και λευτεριά και για καινούριες στράτες!» (Ψ 1136). Επιπλέον είναι χαρούμενος επειδή έχει κάνει το χρέος του (Ψ 396-397). Κι ενώ θα νιώσει έτοιμος να εγκαταλείψει τον κόσμο τούτο: «Ποχαιρετάει με αργή ματιά τη γης και τις βαθιές χαρές της» (Φ 299), θα παραδεχτεί ότι έχει συμφιλιωθεί με τις αναμνήσεις του: «Πίσω γυρνώ, και τα ’παθα στη γης, τα χάρηκα αγναντεύω» (Ω 173).

Όταν κάποτε θα χρειαστεί, στον δρόμο που τράβηξε, να ανέβει τα κατσάβραχα μιας πλαγιάς, θα νιώσει ευεξία: «Κι ο δοξαράς σκυφτός ανηφοράει και χαίρεται ν’ ακούει/ να πετακούν, ν’ αχούν δεξόζερβα τα ολόρθα βουνοπλάγια» (Χ 300-301), κι όταν, αμέσως μετά, θα συνέλθει από τα παιχνίδια του μυαλού, θα ξεδώσει: «Κι ανάριξε ο μονιάς χαρούμενη φωνή μέσα στα βράχια» (Χ 336), αφού «Περίσσια δα κι από τον έρωτα κι απ’ τις χαρές του κούρσου/ αρέσει του στα πέρατα της γης ορθός, ν’ ακροποδίζει» (Χ 336-337), αφήνοντας «Πίσω τα σύνορα της μπόρεσης και της χαράς του ανθρώπου» (Χ 344). Εντέλει θα αρμενίσει ξανά στο πέλαγος χαρούμενος (Χ 396). Όταν θα βγει πάλι στη στεριά, η φωτιά θα κάνει το σώμα του να ζεσταθεί και να ξεχειλίσει από αγάπη και χαρά (Χ 733) ή (Χ 745). Πριν το ξημέρωμα θα ξαναδεί τη φωτιά και θα ξανανιώσει την ίδια χαρά (Χ 1097). Αργότερα, όταν θα πλημμυρίσει από χαρά (Χ 1453), θα πει στην ψυχή του: «Κινάς μες στην ερμιά χαρούμενο σκοπό παλικαρίσιο!» (Χ 1474). Για μια στιγμή θα παραπονεθεί για τη μοναξιά του, αλλά όταν θα φέρει στη μνήμη του τις γυναίκες που γνώρισε η διάθεσή του θα αλλάξει: «Θυμάται, χαίρεται η βαριά καρδιά, το λόγο παίρνει πίσω» (Ψ 424)[19]. Εξάλλου ο Οδυσσέας εμποδίζει τις αναμνήσεις να τον κυριεύσουν. Κάνει την καρδιά του πέτρα, συγκεντρώνοντας έτσι όλες του τις δυνάμεις, απαλλαγμένος από κάθε συναισθηματισμό, ώστε να αντεπεξέλθει στις σημερινές αντιξοότητες:

«Αρχίνισε η καρδιά  του δοξαρά στην αγριμιά να τρέμει·
μα σφίγγει δυνατά τα δόντια του κι ασάλευτος στο δοιάκι[20]
τις γλύκες, τις χαρές, τις θύμησες με πείσμα αλάργα διώχνει,
το κρουφοπαραπόρτι της καρδιάς μη βρουν και μπούνε μέσα» (Χ 228-231).

05. Στη ραψωδία Ψ θα γίνει λόγος για ανέλπιδη χαρά (Ψ 1191), ενώ προηγουμένως ο Οδυσσέας, χωμένος στα χαρούμενα γαγλωτά ακρογιάλια (Φ 115), θα κολυμπήσει στη διάφανη θάλασσα με ευχαρίστηση: «Χαρά μεγάλη, αλάφρωση, έλιωνε, βώλος μικρός αλάτι,/ στου απέραντου παντέρμου πέλαγου τη δροσερήν αρμύρα» (Φ 170) ή «Κι ο σγουρογίσκιωτος χαρούμενος έπαιζε με το κύμα» (Φ 191), και κάποτε θα πει στην υπερβολή του: «Χαρά τρανή σε τέτοια ακρόγιαλα να συντριφτεί η πλωτή σου» (Χ 491).

Αν για τον Οδυσσέα η πιο μεγάλη χαρά βρίσκεται στην κορύφωση της απόλαυσης, το ίδιο ισχύει και για την ερωτευμένη κοπελιά που θα πει στον αγαπημένο της:

«Στην πιο αψηλή κορφή θα στήσουμε, καλέ μου, το καλύβι,
να μην μπορούν οι γέροι να ’ρχονται και να μας ξεκορμίζουν·
έχουν να πουν, τρανότερη χαρά στη γης αυτή δεν είναι
παρά να λιάζεσαι στα χώματα με τον καλό στο πλάι» (Χ 1376-1379).

Τα γυναικόπαιδα που τώρα τους συνοδεύουν στην τελετή της ένωσής τους θα τσιρίξουν χαρούμενα: «Τα γυναικόπαιδα σκληρίζοντας χαρούμενα ακλουθούνε» (Χ 1388), και ο πατέρας της νύφης, βαδίζοντας πλάι στο ζευγάρι, θα σκεφτεί τον γαμπρό του: «Χαρά! τον άγουρό μας σαστικό[21] ψυχή δεν τον βιγλίζει» (Χ 1390).

Ως επωδό στις περιπτώσεις εκδήλωσης της χαράς σε ολόκληρο το έπος της Οδύσσειας θα μπορούσε να προσθέσει κανείς τον αφορισμό για την ουσία του ανθρώπινου βίου: «Χαρά! το ποδοκόπι της ζωής κανένα

 


[1] Χρησιμοποιώ την επανεκτύπωση της Οδύσσειας με φιλολογική και τυπογραφική επιμέλεια του Ε. Χ. Κάσδαγλη, αλλά εδώ στο μονοτονικό: Νίκου Καζαντζάκη, Οδύσσεια, εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1984.

[2] Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, εκδ. Ελένης Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα 21984, σελ. 724.

[3] Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, στο ίδιο, σελ. 697.

[4] χοχλάδια, βότσαλα. Όπως έχω αναφέρει και αλλού, η εξήγηση, όποτε κρίθηκε απαραίτητο, των ιδιότυπων λέξεων του Καζαντζάκη έγινε με βάση το πολύτιμο γλωσσάρι του Γεώργα: Βασίλειος Α. Γεώργας, Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024.

[5] Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, ό.π., σελ. 478-479.

[6] Για τις φορές που ο Καζαντζάκης εμπνεύστηκε από τη μορφή του Ιησού Χριστού, βλ. Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, στο ίδιο, σελ. λε΄-λστ΄.

[7] ούρμων, ενήλικων.

[8] χαράκι, βράχο.

[9] Ο νους και στον στίχο Ψ 1060.

[10] ζάλο, βήμα.

[11] διαγούμιζε, κυρίευε.

[12] απογδύσια, ακάθαρτα εσώρουχα που βγάζει κανείς για να αλλάξει.

[13] ξόμπλια, διακοσμητικά.

[14] ακρονούρι, το άκρο της ουράς.

[15] χιοναμάξι, έλκηθρο.

[16] σκουλωτή, μαλλιαρή.

[17] τσαχαλίζαν, κροταλίζαν.

[18] απογεμίδι, γαρνιτούρα.

[19] Το ίδιο και παρακάτω, στους στίχους Ψ 431-432.

[20] δοιάκι, η λαβή στο τιμόνι πλοιαρίου.

[21] σαστικό, αρραβωνιαστικό.


Ημ/νία δημοσίευσης: 9 Μαΐου 2026