Εκτύπωση του άρθρου


 
 
1. Μαρίας Κουγιουμτζή, «Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι»         
                               (Στην Άννα Αφεντουλίδου)  
 
Εγώ μαχαίρωσα τον Κλύτη.          
Τις γαλανές λίμνες των ματιών του        
εγώ τις πάγωσα                    
να πατινάρετε άνετα μπορείτε.           
Μη φοβάστε.          
Είναι αμετάκλητα σκληρός ο πάγος         
δε θα βυθιστείτε.     
             
Όσα είδατε σ’ αυτόν,              
κίτρινα φίδια τα φιλιά του,        
φλογοβόλα όπλα,                     
τα χέρια πυρωμένες ξιφολόγχες,          
τα πόδια να κλωτσούν          
σαν άγρια άλογα,                                           
όμως κυρίως η μιλιά του            
οξύ που τρέλαινε τις φρένες σας,          
δεν θα τα ξαναδείτε.            
Εγώ τ’ αφάνισα.                       

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι                  
και δεν πρόσεξε.                  
Είχε ξεχάσει                    
πως εγώ μεγάλωσα στους δρόμους.

                                         (Εντευκτήριο, 2007)   
 
                  
2. Άννας Αφεντουλίδου, «Ά-λογον»
                                (Στην Μαρία Κουγιουμτζή)
 
Δέχτηκα το χαλινάρι
για ν’ απολαύσω τον ιππέα.
Για να καλπάσω εγώ μαζί του
ξεγελώντας
ότι αυτός έχει το πρόσταγμα.

 
Μέχρι στιγμής
καλά τα πήγα.

 
Αλλά
Όσο ανόητο να είσαι αφέντης
Τόσο πληκτικό να είσαι δούλος
 
                                        (Ιστορίες εικονικής ισορροπίας, Γαβριηλίδης, 2013)
 

Εισαγωγικά

Η μικρή μου δοκιμή εκκινεί από τη γοητεία που ασκεί επάνω μας κάθε κρυφή εξέγερση∙ εννοιολογώ την λέξη «εξέγερση», μάλλον με την διάσταση που της έδινε ο Αλμπέρ Καμύ, ότι δηλαδή «Επαναστατικό είναι αυτό που εξ-εγείρεται, η ίδια η διάρκεια της εναντίωσης. Μόλις διαμορφωθεί ως Κανόνας παύει να υφίσταται ως τέτοιο, ακόμη κι αν έχουν επιτευχθεί όλοι οι επαναστατικοί του στόχοι». Ή έτσι τουλάχιστον όπως το κατανόησα εγώ μέσα από το έργο του, τόσο το στοχαστικό όσο και το λογοτεχνικό (αναφέρομαι κυρίως στον Επαναστατημένο Άνθρωπο και στον εμβληματικό του Ξένο).

Αντί να αναπτύξω τον πυρήνα ενός τέτοιου συλλογισμού στα πλαίσια  ενός ποιητικού περικειμένου, θα προσπαθήσω να δείξω κάποιες ελάχιστες πλευρές του, μέσα από την συνανάγνωση δύο ποιημάτων: το Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι της Μαρίας Κουγιουμτζή, (το οποίο μού αφιέρωσε και γι’ αυτό έχει και ένα επιπλέον, πέραν της ποιητικής του αξίας, συναισθηματικό βάρος για μένα) και το δικό μου Ά-λογον (το οποίο με την σειρά μου αφιέρωσα στην Μαρία Κουγιουμτζή, μέσα από την θερμή επιθυμία μιας αγαπητικής αναλογικής συστοιχίας) δίνοντας έμφαση στην κρυφή εξέγερση την οποία και τα δύο υποδηλώνουν. Την εξέγερση των ταπεινών, ή αλλιώς την αμφίβολη νίκη μιας γυναικείας, ας μου επιτραπεί ο όρος −παρόλο που υποθέτω τις έξωθεν αντιρρήσεις αλλά και τις εγγενείς του αντιστάσεις− «ταπείνωσης». Η «ηθική» διάσταση μιας τέτοιας «νίκης» αμφιβάλλεται διαρκώς μεταξύ της θετικής και αρνητικής τιμής της, αμφιβολία που συνιστά τελικώς την τραγικότητά της. Αλλά ας εξηγηθώ: το κάθε ποίημα εμπεριέχει έναν δυναμικό και εξεγερτικό πυρήνα. Δηλαδή.

Για το σιωπηλό κορίτσι
Στο 1ο ποίημα ένα πρόσωπο ασήμαντο και αφανές, ένας άνθρωπος ταπεινός και σιωπηλός (το σιωπηλό κορίτσι) νικά τον ένδοξο μαχητή (Κλύτη). Δικαιωμένη στα μάτια του αναγνώστη, η ποιητική αφηγήτρια αναλαμβάνει την ευθύνη αλλά και επαίρεται (Εγώ μαχαίρωσα) και με αλληλλέγγυα παρρησία διαλαλεί την γαλήνη πλέον του μη-φόβου (Μη φοβάστε). Από την εξόντωση προκύπτει η ασφάλεια και αυτό αναδεικνύεται ως απόρροια ενός σχεδόν ντετερμινιστικού σχήματος σε τρία κρίσιμα επίπεδα: ερωτικό (π.χ. φιλιά), φυσιοκεντρικό (π.χ. φίδια), ανθρωπολογικό (π.χ. να πατινάρετε άνετα μπορείτε). Η ποιήτρια επιτυγχάνει να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στην εμπάθεια (εκδικητική) της αφηγήτριας και τη συμπάθεια (δικαίωση μιας εξόντωσης) του αναγνώστη. Από το φυσιοκρατικό επίπεδο όλο το αρνητικό εκτόπισμα μεταφέρεται στο ερωτικό επίπεδο ως απειλητικό σήμα και στο ανθρωπολογικό ως ανακουφιστικό μιας μετέωρης απειλής: τα πόδια να κλωτσούν/σαν άγρια άλογα/όμως κυρίως η μιλιά του/ οξύ που τρέλαινε τις φρένες σας,/δεν θα τα ξαναδείτε.

Προεξάρχων στην πορεία αυτή, ο ρόλος της ύβρεως: μιας διαλαθούσας προσοχής επικεντρωμένης στην μνημονική έλλειψη∙ δεν πρόσεξε: άρα υποτίμησε, είχε ξεχάσει: άρα δεν έδωσε την οφειλόμενη προσοχή. Ο Κλύτης με την ρητορική ικανότητα, την ικανή να τρελαίνει τις φρένες εξοντώθηκε από την σιωπή. Επειδή δεν αρκεί να μπορείς να ρητορεύεις αφηγούμενος, αλλά οφείλεις να ξέρεις και να σωπαίνεις, προκύπτει ως φυσικό και δίκαιο παρεπόμενο ότι εξοντώθηκε από «ένα σιωπηλό κορίτσι». Επομένως, τόσο εκ προθέσεως όσο και εξ αποτελέσματος: ο Κλύτης άξιζε την τιμωρία.

Για τον συλ-λογισμό ενός Α-λόγου
Αναλογική ελέγχεται η μείξη του «υβριστικού σχήματος» και  στο Ά-λογον, όπου ο αφέντης-αναβάτης επιμένοντας σε μια κυριαρχική ερωτοπάθεια, εκμαιεύει την εγκατάλειψη ή και πυροδοτεί την από-τίναξή του, με όλα τα πιθανολογικά ολέθρια παρεπόμενά της.

Στο 2ο ποίημα, εξαρχής ο θετικός όρος (για να απολαύσω) διαθέτει και αρνητικό εκτόπισμα: δέχτηκα το χαλινάρι. Μέσω της αντιστροφής αυτής, υπονοείται ότι δεν υπήρξε υποταγή πραγματική αλλά εθελόδουλη στάση, για να αποσπαστεί η ηδονή, που αλλιώς θα την αρνούνταν ο επικυρίαρχος. Τα πράγματα γίνονται πιο ξεκάθαρα, όταν εμπλέκονται τα αντώνυμα (δούλος-αφέντης) με το οξύμωρο παραπλήρωμά τους (ανόητο-πληκτικό). Δηλαδή, η ανοησία της επικυριαρχίας, η έλλειψη ουσιαστικού νοήματος στην διαδικασία της  επιθυμίας επιβολής, ακυρώνει την ηδονή. Γρήγορα οδηγεί στην πλήξη. Πόσα μπορεί κανείς να απολαύσει μέσα από την ύβρι της αλαζονείας; Λίγα μπορεί αυτή να προσφέρει, μια που εκείνο που θεωρείται απόλαυση καταναλίσκεται τόσο γρήγορα όσο εύκολα δίνεται. Ο αναγνώστης προαισθάνεται ότι το Ά-λογον που οδηγείται από τον πόθο, γρήγορα θα αποτινάξει τον καβαλάρη του. Και θα αναζητήσει εκ νέου την απόλαυση…άραγε εκεί που δεν θα του ζητήσουν να δεχτεί χαλινάρι; Ή μήπως εκεί που θα επαναληφθεί η ίδια ιστορία μιας αυθυποβαλλόμενης όσο και αυτοαναιρούμενης υποταγής; Εδώ το γραμματικό γένος του ποιητικού υποκειμένου υποκρύπτεται. Επομένως,  δεν γνωρίζουμε αν παίζει κάποιο ρόλο το φύλο ή αν το «ά-λογον» αναφέρεται σε μια γενικότερα ανθρωπολογική και όχι έμφυλη υποταγή. Ασυνειδήτως (ανεπαισθήτως;) ο αναγνώστης κάνει έναν βιογραφικό παραλληλισμό: πόσο η ποιήτρια οδηγείται από τη διαχρονική ιστορία του φύλου της;
 
Κλείνοντας
ας τολμήσω ένα αφοριστικό, ποιητολογικό όσο και αναστοχαστικό, συμπέρασμα: Αλίμονο σ’ αυτούς που ξεγελιούνται ότι έχουν το πρόσταγμα. Θα είναι πάντα οι πραγματικά ηττημένοι. Ζωντανοί και ανηδονικοί. Ή νεκροί και εξοντωμένοι. Αλλά πάντως ακίνδυνοι.   
 
Άννα Αφεντουλίδου
© Poeticanet  τα περιεχόμενα του poeticanet προστατεύονται από copyright