Εκτύπωση του άρθρου

ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΦΩΤΕΙΝΙΑΣ


 
ΠΕΡΙ ΕΚΔΡΟΜΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥΤΟΣ

Η  ΕΚΔΡΟΜΗ, ΕΡΓΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

 


Tο λογοτεχνικό έργο του Γιώργου Χειμωνά αποτελεί ένα δείγμα μοναδικό για την ελληνική μεταπολεμική πεζογραφία. Η μορφή του έργου, ο λόγος του, η λογοτεχνική του πρόθεση αλλά και το τέλος της τέχνης του ανακαίνισαν τον ελληνικό πεζό λόγο. Από το πρώτο κείμενο του, τον «Πεισίστρατο», φύσηξε ο αέρας της αλλαγής. Κυρίως όμως με την Εκδρομή, το δεύτερο του κείμενο, ωριμάζει ο λόγος του συγγραφέα, ο οποίος αναγνωρίζεται και στο μετέπειτα έργο του.
 Η λογοτεχνική ταυτότητα του Χειμωνά είναι πιο ευδιάκριτη στην Εκδρομή, όχι τυχαία. Το συγκεκριμένο κείμενο είναι έργο ποιητικής συνειδητοποίησης, καθώς και ποιητικής πράξης. Ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται ότι το ταξίδι του αρχίζει με την Εκδρομή: «Πιστεύω πως η διαδρομή μου αρχίζει με το δεύτερο βιβλίο, την Εκδρομή.».  Γεγονός το οποίο ίσως ενισχύει την παραπάνω άποψη. Ας κάνουμε όμως αρχή από την παρακάτω θέση του Χειμωνά:

 «Η ιδιότητά μου του συγγραφέα ζυμώθηκε με αυτήν την ιδιότητα, έγινε ένα με μια διαρκή αυθόρμητη προσοχή, να προσέχω συνέχεια τους ανθρώπους. Από παιδί έβλεπα, έβλεπα συνέχεια τους ανθρώπους, την έσχατη λεπτομέρεια των σωμάτων, το πρόσωπό τους, το δέρμα τους, τα σκισίματά του, τη στάση τους, την ακινησία τους, τις χειρονομίες τους. Άκουγα την ηχώ των λόγων τους.... Έβλεπα τα πρόσωπα των ανθρώπων πίσω από τα τζάμια και μάντευα τη ζωή τους. Τέτοιες εικόνες μιας διάχυτης παντού δυστυχίας αισθανόμουν. Και θα ήμουν παιδί όχι πάνω από δέκα χρονών, αυτά τα περίεργα συναισθήματα που μόνο τα παιδιά μπορούν και έχουν, που είναι αντιφατικά. Αισθανόμουνα μαζί κάτι πολύ ελκυστικό και πολύ αποτρόπαιο, την ανάγκη και την επιθυμία αυτές τις εικόνες να τις αναδιπλώσω, να ελευθερώσω τη σκοτεινή τους αγωνία. Αλλά εκείνο που από πολύ νωρίς έμαθα, είναι ότι το ανθρώπινο σώμα, ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να μιλάει, να μιλάει ακατάπαυστα για όλα τα πάθη των ανθρώπων, δεν έχεις παρά να το δεις.... Απλά σαν γιατρός, να βλέπω τους συγγενείς των αρρώστων να συνωστίζονται στους διαδρόμους των νοσοκομείων, να τριγυρίζουν τα κρεβάτια των αρρώστων τους, να παραστέκονται, να βλέπω το ίδιο το σώμα του αρρώστου.»

Όπως ο ίδιος ο Χειμωνάς ομολογεί το κέντρο της όρασης και της γραφής του αποτελεί ο άνθρωπος και ειδικότερα ο άνθρωπος στις τραγικότερες στιγμές του. Από παιδί μαζεύει πικρές εικόνες και βιώματα διάχυτης δυστυχίας. Η ποιητική πράξη-ενεργοποίηση όλων αυτών και η καταγραφή τους όμως αρχίζουν με την Εκδρομή. Μέσα στην Εκδρομή παρατηρείται για πρώτη φορά αυτή η στροφή στον τραγικό άνθρωπο. Στον «Πεισίστρατο» μπορεί να υπάρχει το μοτίβο του θανάτου, αλλά έρχεται συνδεδεμένο με το μοτίβο του έρωτα και πάντα όσον αφορά τις σχέσεις του αφηγητή και του Πεισίστρατου.  Δεν υπάρχει το συναίσθημα του φόβου, ο ανθρώπινος πόνος στην κορύφωσή του, όπως τα γνωρίζουμε από την Εκδρομή και μετά. Ο Χειμωνάς συνειδητοποιεί και υλοποιεί την βιογραφία της όρασής του πρώτα στην Εκδρομή. Μέσα στο έργο αυτό συναντώνται τα μοτίβα του θανάτου, του φόνου, της αρρώστιας, της υπαρξιακής αγωνίας, της ενοχής, της μοναξιάς στην καθαρότερή τους μορφή. Ο λόγος του γίνεται ακόμα πιο πυκνός και πιο απόκρυφος από ότι στον «Πεισίστρατο» και βρίσκει τον οριστικό του χαρακτήρα. Άρα όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον κόσμο του Χειμωνά, βρίσκονται μέσα στο δεύτερο αυτό έργο, ώστε να το καθιστούν έργο ποιητικής συνειδητοποίησης και πράξης.
Εν συνεχεία η Εκδρομή έχει ως αφετηρία της τον θάνατο του πατέρα του Χειμωνά το 1960. Η απώλεια του πατέρα, η οδύνη, ο φόβος του θανάτου χαράζουν βαθιά τον συγγραφέα και όλα αυτά μετασχηματίζονται σε ποιητική πράξη, ώστε να δείχνει ο ίδιος ο Χειμωνάς με το έργο του την ποιητική του μέθοδο. «Τέτοιες εικόνες μιας διάχυτης παντού δυστυχίας αισθανόμουν...αυτές τις εικόνες να τις αναδιπλώσω, να ελευθερώσω τη σκοτεινή τους αγωνία.».  Λόγω του θανάτου του πατέρα του, είναι ο ίδιος ο Χειμωνάς που εισέρχεται στο στόχαστρο της όρασης του. Ο Χειμωνάς στρέφεται στον Χειμωνά, ο συγκλονιστικός ανθρώπινος πόνος μετατρέπει τον παρατηρητή σε παρατηρούμενο. Πρέπει τις εικόνες αυτές να τις αναδιπλώσει, να ελευθερώσει τη σκοτεινή τους αγωνία και μόνος δρόμος για να το πετύχει είναι μέσα από την τέχνη του. Μέσα από την Εκδρομή προσπαθεί να εκδράμει και ο ίδιος ο Χειμωνάς. Αφού έχει αισθανθεί το πρωτόγνωρο βίωμα του θανάτου, γιατί θάνατος είναι μόνο ο θάνατος των άλλων,  και έχει συνειδητοποιήσει το ποιητικό στόχο του, δείχνει μέσα από την Εκδρομή την ποιητική του. Ο πόνος του ανθρώπου μεταμορφώνεται μέσα στην τέχνη του Χειμωνά και να το πιο απτό του παράδειγμα, η Εκδρομή του, όπου το ομολογεί απροκάλυπτα, διαγράφοντας την ποιητική του μέθοδο. 
Εκτός του ότι η ίδια η Εκδρομή προδίδει την μέθοδο του συγγραφέα, ο ίδιος ο Χειμωνάς έχει εσωκλείσει μέσα στο έργο ένα μικρό ψήγμα της ποιητικής του. Όπως υποστηρίζει ο Δ. Μαρωνίτης πίσω από την Διονυσία, μία από τις ηρωίδες της Εκδρομής, κρύβεται ο ίδιος ο συγγραφέας.  Η Διονυσία ομολογεί ότι είναι διαμεσολαβητής, είναι ένας τύπος μεσσία, ένας εξομολογητής και αφηγητής μαζί, πλάθει με τέχνη τις εκμυστηρεύσεις του ανθρώπου,  ώστε να γίνουν αντιληπτές στον άλλο. Το ίδιο το προσωπείο του Χειμωνά αναφέρει:

«Είστε αφελής λέει η Διονυσία κι οι μεσολαβητές είναι απαραίτητοι κι όχι μόνο σε παρεξηγήσεις και διαφωνίες. Δεν είναι τόσο ασήμαντη η αποστολή τους κι ο ρόλος τους δεν είναι στοιχειωδώς συμφιλιωτικός κι είναι ουσιαστικά συμφιλιωτικός κι είναι απαραίτητοι σε κάθε σχέση. Είναι σαν εξομολογητές και σαν μεσολαβητές. Είναι άνθρωποι με σπάνια αντίληψη και με γνώσεις και με μεγάλοι πείρα και πρώτα απ’ όλα με επιείκεια. Τους επιτρέπεται κάποια θεατρικότητα κι υπερβολή να είναι παραστατικοί αφηγητές κι εννοώ να αναπτύσσουν με τέχνη στον άλλο με καίριες λέξεις και πιστευτό πάθος να αναπτύσσουν τη σημασία ενός πράγματος που τους εκμυστηριευόμαστε και κυρίως να μην είναι στην πραγματικότητα είρωνες ώστε να τους είμαστε ειλικρινείς γιατί η ειλικρίνεια φοβάται περισσότερο την ειρωνεία παρά την ακατανοησία.»  και λίγο παρακάτω «Είμαι ένα διάστημα και περιέχω όλους τους ανθρώπους και όχι τα αισθήματά τους και τις σκέψεις τους αλλά τα πρόσωπά τους και τα μέρη του κορμιού τους το χρώμα των ρούχων τους τα δάχτυλα κι άλλη δυνατότητα να ζω δεν έχω παρά να τους παρακολουθώ και να τους υποδύομαι κι ακόμα και το πρόσωπό μου αλλάζει κι όλος ο κόσμος είναι γεμάτος από ανθρώπινα κομμάτια η μύτη το μέτωπο οι ακρινές αραιές τριχίτσες των φρυδιών τα λόγια το χέρι τα διακρίνω ξεχωριστά κι αταίριαστα κι αιωρούνται πάνω από τους ανθρώπους κι από τα σπίτια και φωσφορίζουν μέσα από τα σβηστά παράθυρα και μέσα από τις νύχτες τα διακρίνω το μάτι του στην άσφαλτο το μέτωπό του στον ουρανό. Πώς να μην αναστατώνει λέει η Διονυσία ένας τέτοιος λόγος και πώς μπορεί να είναι χωρίς συνέπεια ένας λόγος και μια κίνηση που φανερώνει αίσθημα.»

Πιστεύω πως ακούγεται καθαρά πίσω από την φράση της Διονυσίας, ο ίδιος ο Χειμωνάς: «...άλλη δυνατότητα να ζω δεν έχω παρά να τους παρακολουθώ και να τους υποδύομαι κι ακόμα και το πρόσωπό μου αλλάζει...». Ακούγεται σαν φράση από την Βιογραφία της όρασής μου. Ο συγγραφέας ομολογεί την μέθοδό του, είναι ένας μεσολαβητής μεταλλάσει τον πραγματικό κόσμο σε τέχνη, αναδιπλώνει τις εικόνες, τις εκμυστηριεύσεις (και όχι τις εκμυστηρεύσεις!) σε κόσμο φανταστικό, ελευθερώνει τη σκοτεινή τους αγωνία και φέρνει την συμφιλίωση. Η Διονυσία-Χειμωνάς είναι ένα διάστημα που περιέχει τους ανθρώπους, ένας λόγος που φανερώνει αίσθημα, ένα φίλτρο από τον πραγματικό στον φανταστικό κόσμο, αυτή είναι κι η ποιητική εργασία του Χειμωνά. 
 Όπως έχει προαναφερθεί το δεύτερο έργο του Χειμωνά συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία εκείνα που θα καταστήσουν την γραφή του ξεχωριστή. Τα χαρακτηριστικά της τεχνικής του έργου του διαφαίνονται ξεκάθαρα για πρώτη φορά στην Εκδρομή. Η Εκδρομή δεν είναι ένα μυθιστόρημα κλασσικής μορφής. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, δεν υπάρχει μια σφιχτά δεμένη αφηγηματική γραμμή. Ο Χειμωνάς, όπως και στα υπόλοιπα έργα του, δεν αφηγείται απλά μια ιστορία, με νοηματική αλληλουχία. Αντιθέτως, υπάρχει απουσία αφηγηματικής λογικής. Δεν υπάρχει αφήγηση μιας ιστορίας-περιπέτειας, δεν υπάρχει σαφής ένδειξη του τόπου, ούτε του χρόνου. Η γραμμική αφήγηση αντικαθίσταται από εικόνες εφιαλτικές, σπασμένες, υπερβολικές, εικόνες φόνου, πόνου και θανάτου, ένας πλήρης κατακερματισμός. Ανασυρμένες εικόνες από όνειρο ή εφιάλτη ή ακόμα και από το υποσυνείδητο, μιας και σπάνια δένουν οι εικόνες αυτές λογικά μεταξύ τους, μάλλον συνειρμικά γίνεται η μετάβαση από τη μια στην άλλη, ενώ τις περισσότερες φορές το κείμενο σπάζει ανεπανόρθωτα. Η δόμηση της αφήγησης γίνεται πάνω σε ιστορίες μικρές και σχεδόν  αυτοτελείς. Υπάρχει ένας μύθος κατακερματισμένος, αποσπασματικά δοσμένος εν είδει επεισοδίων. Σαν ένας καθρέφτης σπασμένος σε κομμάτια πολλά, ο οποίος δεν έχει καταρρεύσει. Όλος είναι στη θέση του, αλλά τα κομμάτια είναι ανεξάρτητα το ένα δίπλα στο άλλο, μέρη σε ένα όλον χωρίς όμως να μπορούν να ενωθούν ξανά.
Τη διαρρηγμένη αφήγηση ταράσσει και ο αφηγητής. Δεν υπάρχει ένας αφηγητής προσδιορισμένος, αντίθετα είναι μια απροσδιόριστη φωνή η οποία γνωρίζει τα πάντα, ενώ την αφήγηση κάποιες φορές αναλαμβάνουν και οι ήρωες της εκάστοτε ιστορίας. Και οι φωνές περιπλέκονται και σε κάποια σημεία δεν ξεχωρίζει αν μιλά ο ήρωας ή ο αφηγητής, θυμίζοντας όλο αυτό κάτι από το πολυφωνικό μυθιστόρημα. Αν και αδιευκρίνιστο ακόμη, πίσω από αυτή τη φωνή, της όποιας αφήγησης, μοιάζει να ακούγεται ο ίδιος ο Χειμωνάς, ο οποίος αναδιπλώνει τις εικόνες της βιωματικής του όρασης. Είναι ο αφηγητής ο ίδιος ή Χειμωνάς ή υπάρχει απλά ένας άγνωστος παντογνώστης αφηγητής; Σημείο που δύσκολα μπορεί να θα φωτιστεί.     
Το τοπίο του κειμένου είναι ανύπαρκτο. Υπάρχουν κάποια ψήγματα τοπικού προσδιορισμού, αλλά σβήνουν ακόμη και αυτά μέσα στον κατακερματισμένο κόσμο του κειμένου. Η διάσταση του χρόνου είναι και αυτή διάχυτη. Δεν υπάρχει χρονικός προσδιορισμός μέσα στο κείμενο, αλλά ούτε και αίσθηση χρονικής συνέχειας. Ο χρόνος μοιάζει διεσταλμένος σαν μέσα σε όνειρο, σαν ταξίδι στο υποσυνείδητο. Μια αχρονία που εναρμονίζεται με την υπόλοιπη διάχυση του κειμένου. Ενώ στην απροσδιοριστία που επικρατεί συμβάλλει και η ασυνταξία και η αταξία της γραφής. Ο ευθύς λόγος με τον πλάγιο γίνονται ένα, ο διάλογος δεν ξεχωρίζει από την αφήγηση, δεν υπάρχουν σημεία στίξης, είναι ελάχιστα και όχι ορθά τοποθετημένα. Η στίξη δεν περιορίζει την πρόταση, ούτε την περίοδο, μάλλον μέσα στα σημεία στίξης εσωκλείονται νοήματα ολοκληρωμένα και σκέψεις.
 Ένα άλλο στοιχείο που παρεκκλίνει από την παραδοσιακή πεζογραφία είναι και η έννοια του μυθοπλαστικού προσώπου. Ο Χειμωνάς δεν διαμορφώνει ολοκληρωμένους χαρακτήρες που να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Οι ήρωες του Χειμωνά είναι πλάσματα αλλούτερα, κάποτε δεν έχουν ανθρώπινη μορφή, είναι φιγούρες γκροτέσκες. Πολλές φορές δεν κατονομάζονται, στο Μυθιστόρημα δίνονται μόνο τα αρχικά γράμματα των ονομάτων των ηρώων, στην Εκδρομή πολλά είναι τα πρόσωπα τα οποία δεν κατονομάζονται, αλλά υπάρχουν και αυτά που αποκαλούνται μόνο με την επαγγελματική τους ιδιότητα, η περίεργη ονοματοθεσία δεν σταματά όμως σε μόνο σε αυτά τα δύο έργα αλλά εξαπλώνεται σε όλο στο σύνολο του έργου Χειμωνά. Οι ήρωες δεν έχουν αναμενόμενες συμπεριφορές, δεν είναι ρεαλιστικοί χαρακτήρες αλλά αποκυήματα της ενός εφιαλτικού κόσμου. Ακόμη και αυτοί που βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα, λειτουργούν παράδοξα και υπερβολικά.
 Η Εκδρομή συμπερασματικά και από θεματικής αλλά και από τεχνικής απόψεως, όπως υποστηρίχθηκε ανωτέρω, αποτελεί ένα έργο ποιητικής για τον Χειμωνά. Από τη μία πλευρά το θέμα-περιεχόμενο μαρτυρά την ποιητική τεχνοτροπία του συγγραφέα και από την άλλη τα χαρακτηριστικά στοιχεία της γραφής του Χειμωνά εντοπίζονται στο σύνολό τους για πρώτη φορά μέσα στο συγκεκριμένο έργο.

 

 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Άλκηστις Σουλογιάννη, Ο δημιουργικός λόγος του Γιώργου Χειμωνά, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1997.
2. Αφιέρωμα στο Γιώργο Χειμωνά, περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 109, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2000.
3. Γιώργος Χειμωνάς, Πεζογραφήματα, επιμέλεια Ευριπίδης Γαραντούδης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2004.
4. Γιώργος Χειμωνάς, Η Εκδρομή, Κέδρος, Αθήνα 2008VII.
5. Γιώργος Χειμωνάς, Έξι μαθήματα για τον λόγο, Εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1984.
6. Γιώργος Χειμωνάς, Η δύσθυμη Αναγέννηση, Όγδοο μάθημα για τον λόγο, Ύψιλον, Αθήνα 1987.
7. Γιώργος Χειμωνάς, Το ένατο μάθημα για το λόγο, Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 2001.
8. Γιώργος Δ. Παγανός, Η μεταπολεμική πεζογραφία, Τόμος Ή, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1988.
9. Δημήτριος Ν. Μαρωνίτης, Η πεζογραφία του Γιώργου Χειμωνά, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2007β.
10. Δημήτριος Ν. Μαρωνίτης, Το έργο του υπερβαίνει τη διάκριση πεζογραφίας – ποίησης, περιοδικό Βιβλιοθήκη, Ιούνιος 2006.
11. Δέσποινα Λαλά Κρίστ, Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά, Μια περιπέτεια στο χώρο της ανθρώπινης φύσης, Καστανιώτης, Αθήνα 1984. 
12. Θανάσης Τζαβάρας, Ο Γιώργος Χειμωνάς και η Νευροψυχιατρική, περιοδικό Βιβλιοθήκη, Ιούνιος 2006.
13. Ιάσων Κυριακούλης, Ο Φρόυντ και ο Αντίχριστος, Πτυχιακή Εργασία, επιβλέπουσα καθηγήτρια Σοφία Τριλίβα, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο 2010.
14. Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2003XII.
15. Λούλα Αναγνωστάκη, Πίστευε ότι ο λόγος του ήταν προφορικός, περιοδικό Βιβλιοθήκη, Ιούνιος 2006.
16. Λούλα Αναγνωστάκη, Δημήτριος Ν. Μαρωνίτης, Η Λούλα Αναγνωστάκη και ο Δημήτρης Μαρωνίτης μιλούν για την ξεχωριστή προσωπικότητα και το έργο του, περιοδικό Βιβλιοθήκη, Ιούνιος 2006.
17. Παναγιώτης Μουλλάς, Για τη μεταπολεμική μας πεζογραφία, Κριτικές καταθέσεις, Στιγμή, Αθήνα 1989.
18. Σάββας Πατσαλίδης, Μοντερνισμός και Μεταμοντερνισμός: Συγκλίσεις και αποκλίσεις, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Πάνδημος, Πάντειο Πανεπιστήμιο. 
19. Σοφία Βούλγαρη, Ο τελευταίος άνθρωπος ή Λόγος κενός, Για μια συγκριτική ανάγνωση του Γ. Χειμωνά και Μ. Μπλανσό, Ανακοίνωση στην ΙΒ’ Επιστημονική Συνάντηση του τομέα ΜΝΕΣ του Τμήματος Φιλολογίας του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 27-29 Μαρτίου 2009.

Λέανδρος Φωτεινιας