Εκτύπωση του άρθρου

                                                            ΦΟΙΒΗ ΓΙΑΝΝΙΣΗ 

          Εκφωνήσεις in situ ή γιατί εκφωνώ τα κείμενά μου ακόμα και χωρίς ακροατές

Τον τελευταίο καιρό επιχειρώ με διάφορους τρόπους την διανομή της φωνής μου στον ανοικτό ή στον δημόσιο χώρο. Στις Ικεσίες [1] διάβασα ομηρικά αποσπάσματα και δικά μου ποιήματα σε μοναστήρια, στο μάθημα που διδάσκω [2] αναγιγνώσκονται απο τους φοιτητές κείμενα σε δρόμους και δημόσιους χώρους του Βόλου, στα Ομηρικά [3] συμπλήρωσα το πρότζεκτ της γραφής με την εκφώνηση και ηχογράφηση ποιημάτων σε χώρους του Πηλίου -επιλέγοντας το ηχητικό τοπίο- σε μία περιπλάνηση δύο ημερών το καλοκαίρι.

Βλέπω αυτή μου την προσπάθεια ως μία επιστροφή στην φωνή μέσα από την γραφή: αν και πάντα το σώμα είναι αυτό που μιλά στην γλώσσα της ποίησης, ακόμα και αν αυτή είναι γραπτή.

Τι σήμερα συνεχίζει από αιώνες να σημαδεύει ανάγνωση και γραφή; Η σιωπή.

Το μοναχικό εγώ του γράφοντος, απευθυνόμενο μαζί στον εαυτό του και τον κόσμο, στην ανάγνωση αντικαθίσταται από εκείνο, πάλι μοναχικό, του αναγνώστη. Σιωπηλός και βουβός ο αναγνώστης απορροφάται από τον κόσμο του κειμένου μέχρι αυτός σχεδόν να τον εξαφανίσει. Στο μετρό, στην παραλία, στο σπίτι, το κρεβάτι, το γραφείο, μπροστά από ένα έντυπο, βιβλίο, εφημερίδα ή περιοδικό, ή πλέον μπροστά από μία οθόνη, ο αναγνώστης παραδίδει τον εαυτό του στην σιωπή. Η σκηνή-σιωπή της γραφής αντικαθίσταται από την σκηνή-σιωπή της ανάγνωσης, εκεί όπου η φωνή είναι αυστηρά και μόνο εσωτερική.

Ποιά όμως είναι η περίσταση της σκηνής της γραφής; Θα απαντούσα πως είναι η παρορμητική αντίδραση ενός σώματος σε ένα αίτημα. Δεν γνωρίζουμε την προέλευση του αιτήματος. Εδρεύει στο ίδιο αυτό σώμα ή είναι με την σειρά της μία άλλη αντίδραση, αυτή του σώματος προς κάτι που έρχεται απ’έξω από αυτό, από κάπου μέσα στον κόσμο; Ένα σώμα και μία συνείδηση δεν υπάρχουν αφ’εαυτού, αλλά μέσα στο έξω που δεν τους ανήκει αλλά που ενσωματώνουν δια της ανταλλαγής ενέργειας: αέρα, ήλιου, τροφής, σωματικών εκκρίσεων. Το σώμα επιβιώνει και αναπαράγεται με αυτές τις ανταλλαγές, για αυτό και το περιτύλιγμα του δέρματος είναι πορώδες, για αυτό η κλειστότης του διακόπτεται από οπές, για αυτό και οι αισθήσεις είναι επικοινωνία μέσα από συγκεκριμένα όργανα. Όταν το σώμα και η συνείδηση ταραχθεί μέσα από την ανταλλαγή με τον έξω από αυτό κόσμο, αντιδρά. Μία από τις αντιδράσεις είναι ο λόγος, που απευθύνεται από το υποκείμενο κάπου ή ακόμα, άγνωστο πού. Ένα παιδί δοκιμάζει να μιλήσει. Ένα τραγούδι μπορεί να βγει από το στόμα. Ένα κείμενο μπορεί να γραφτεί από τα χέρια.

Από την στιγμή που το στόμα εκφέρει λόγο, αυτός διανέμεται. Αλλά και το αποτύπωμα του κειμένου είναι έτοιμο να διανεμηθεί. Η διανομή της γραφής ενυπάρχει στην ανάγνωση και στους όρους που την περιγράφουν από τα πρώτα αρχαικά χρόνια [4]. Τη πρώτη εκείνη εποχή της αλφαβητικής γραφής η διανομή της γίνεται ύλη που λαμβάνει θέση στον χώρο, αφού τα πρώτα κείμενα είτε γράφονται πάνω σε αντικείμενα που κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι όπως τα αγγεία (το πρώτο γνωστό κείμενο σε ελληνική αλφαβητική γραφή είναι ένα κύπελλο με στίχο ομηρικό), είτε χαράσσονται σε λίθους και στήνονται στους δημόσιους χώρους και ειδικά στους δρόμους ώστε ο κάθε περαστικός που γνωρίζει ανάγνωση να μπορεί να τα διαβάσει και να τα απομνημονεύσει [5].

Αλλά πώς πραγματοποιήθηκε εκείνη η ανάγνωση στην πρώτη, την νηπιακή ηλικία της; Όπως ακριβώς και στα παιδιά που μαθαίνουν για πρώτη φορά να διαβάζουν: Με δυνατή φωνή.

Η φωνή, αυτό το τόσο προσωπικό παράγωγο του σώματος που σταματά να υπάρχει με τον θάνατο, η φωνή του άγνωστου που διαβαίνει τον χώρο της γραφής, δανειζόταν από τον περαστικό στα κείμενα, στα επιγεγραμμένα αντικείμενα ώστε να μιλήσουν και να ακουστούν[6]. Το εκάστοτε πλήθος των περαστικών διέγειρε πολυφωνικά τον χώρο, κι ένα ασυντόνιστο τραγούδι ανάγνωσης ξεσηκωνόταν από την ποικιλία των αναγνωστών και των στημένων στον δημόσιο χώρο κειμένων που ήταν τα περισσότερα γραμμένα σε στίχους.

Επιστρέφοντας στην εκφώνηση του κειμένου επιστρέφουμε στο μοναχικό ή συλλογικό τραγούδι. Ο ρυθμός είναι από τα σωματικά χαρακτηριστικά της ποίησης, προφορικής ή γραπτής.  Όταν όμως η ποίηση γράφεται με σκοπό να βγει σε φωνή, τότε σε αυτήν εντείνονται παραπάνω τα κατεξοχήν γλωσσικά χαρακτηριστικά του ρυθμού και του μέλους, του ήχου και της αντήχησης.

Η δυνατή φωνή απευθύνεται. Συνδέει το σώμα του υποκειμένου με τους άλλους, τον κόσμο, ολόκληρο το σύμπαν. Ένα αηδόνι, ένας τζίτζικας, η μύγα, η κατσίκα, ο κόκορας, το σκυλί, επιτελούν την ίδια λειτουργία. Απευθύνονται με την περίσσεια του μέσα στο έξω, είτε αυτό είναι το τοπίο, είτε οι άλλοι.

Δίνω την φωνή μου στο γραπτό: το γραπτό αποκτά ξανά την πρώτη του σωματική οντότητα. Ο εκφωνών φέρει στο σώμα του το κείμενο επαναλαμβάνοντας την πρωταρχική πράξη της γραφής, εκεί όπου ο λόγος φέρεται και εκβάλλεται προς τα έξω από το σώμα του γράφοντος. Ο ήχος της φωνής απλώνεται στο σώμα του αέρα καταλαμβάνοντας τον χώρο της εμβελείας της: το σώμα του αναγνώστη δημιουργεί το σώμα του ήχου του κειμένου. Από τη θέση που βρίσκεται, το σώμα του ήχου της φωνής έρχεται να συναντήσει τα υλικά αντικείμενα και τους δικούς τους ήχους, συμπαντικούς και κοσμικούς, εκείνους του καιρού, του αέρα στα φυλλώματα και τη θάλασσα, όπως και όλους τους άλλους, φυσικούς, μηχανικούς, ήχους πράξεων που την στιγμή ετούτη γύρω διαδραματίζονται.

Με την εκφώνηση, τελετουργικά, επαναλαμβάνεται η πρωταρχική διαδικασία επικοινωνίας του σώματος του ποιητή με το έξω: η αποδοχή και η ενσωμάτωση του έξω από ένα σωματικό εγώ. Το έξω επιστρέφεται μετουσιωμένο -όπως μία μασημένη μπουκιά που η τροφός δίνει στο στόμα του παιδιού ή του πουλιού.

Αν όντως ετυμολογικά η προέλευση της λέξης εγώ είναι το εδώ [7], τότε το εγώ στην πρώτη του έννοια δηλώνει την παρουσία σε ένα εδώ, ανεξάρτητη από το πρόσωπο.

Εγώ δεν είμαι άλλη από αυτήν που απευθύνεται αυτήν την στιγμή από το εδώ που καταλαμβάνω με το σώμα μου. Ίσως ακόμα: εγώ μονάχα δανείζω την φωνή μου στο εδώ, και είναι το εδώ που μιλάει. Από μία προσωπική φωνή, σε μία φωνή του τόπου. Αυτή την έννοια μπορεί κανείς να δώσει στην παράγραφο του Ομηρικού Υμνου στον Απόλλωνα [8] όπου για τον θεό τραγουδούν τα ακρωτήρια και της θάλασσας οι ακτές και των ποταμών οι εκβολές και οι κορυφές των βουνών. Ο ύμνος του ανθρώπινου τραγουδιστή μεταφέρεται στον τόπο της εκφοράς του και είναι τότε η γη που τραγουδάει στην θέση του.

Το εγώ που επικοινωνεί χάνει τα στοιχεία του προσώπου για να ενσωματώσει πλέον μόνο μία θέση, την φυσική θέση που καταλαμβάνει. Και ποιός είναι ο άλλος, ποιος είσαι εσύ;

Εσύ είσαι αυτός που δεν είναι εδώ, που δεν έχει την θέση μου, είσαι αυτός ο έξω από εμένα που μπορεί να με ακούσει. Υπάρχεις ως σώμα και ως οντότητα σε κάθε τι που δεν είναι εδώ που εγώ βρίσκομαι: στη γη, στον ουρανό, τα αστέρια, τον ήλιο, το φεγγάρι, το χώμα και τη θάλασσα, τα δέντρα τα ζώα τα πουλιά και τα ψάρια, τα σύννεφα τα πετρώματα τις μηχανές και την βροχή. Ακούς τα λόγια μου. Ακούς την φωνή μου. Υπάρχω γιατί στη δωρίζω κι εσύ μου δωρίζεις την αποδοχή σου. Το πρωταρχικό τραγούδι της ζωής επιστρέφεται στη γη.

Φοίβη Γιαννίση

 

  

 
 
 

[1]Ικεσίες Ι, ΙΙ (δράση εκφώνησης και βίντεο στη Μονή Αγίων Τεσσαράκοντα στον Αλατά και στην Μονή της Νήσου Πρασσούδα), Ικεσίες ΙΙΙ (εκφώνηση στην εκκλησία της Μονής Αγίου Νικολάου, στην Πάου Αργαλαστής, Αύγουστος 2008,  Εργαστήριο Territual Paou, επιμέλεια Αλέξανδρος Ψυχούλης.

 [2] Μάθημα Επιλογής : Χώρος και Ποιητική, 2008-9, 2009-10, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

 [3]Φοίβη Γιαννίση, Ομηρικά, ποιήματα και audio cd, Κέδρος, Αθήνα, 2009.

 [4] Βλέπε: “Η αρχαική και κλασική Ελλάδα. Η επινόηση της σιωπηλής ανάγνωσης”, του Jesper Svenbro, στο Ιστορία της Ανάγνωσης στον Δυτικό Κόσμο, Μεταίχμιο, Αθήνα: 2006, σελ. 53-82 και ειδικότερα 54-68.

 [5] Phoebe Giannisi, Recits des Voies. Chant et Cheminement en Grece archaique, Grenoble: 2006.

 [6] Βλέπε επίσης : Jesper Svenbro, Φρασίκλεια. Η ανθρωπολογία της ανάγνωσης στην αρχαία Ελλάδα, Πατάκη: 2002 (Jesper Svenbro, Phrasikleia. L’anthropologie de la lecture en Grece ancienne, la decouverte: 1988.0

 [7] Ο.π. σελ. 51 της γαλλικής έκδοσης, καθώς και υποσημείωση 80 στη ίδια σελίδα που παραπέμπει στον  K. Brugmann, Die Demonstrativpronomina der indogermanischen Sprachen. Eine bedeutungsgeschichtliche Untersuchung, Leipzig: 1904, σελ. 71.

 [8] Ομηρικός Ύμνος στον Απόλλωνα στ. 20-24: “Σε <τραγουδούν> όλες οι βουνοκορφές και τα πανύψηλα ακρωτήρια,/ και των ψηλών ορέων οι ποταμοί στη θάλασσα που κατεβαίνουν/ κι οι ακτές στο κύμα που ακουμπούν και τα λιμάνια της θαλάσσης.”, μετάφραση Δ.Π. Παπαδίτσα, τροποποιημένη από μένα στην αγκύλη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εκτύπωση του άρθρου