Εκτύπωση του άρθρου

 Γράφει η Ευσταθία Δήμου

 

 

 

Έλενα Χουζούρη, Ψυχή ντυμένη αέρα. Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου: Η μούσα της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2025

 

Υιοθετώντας τον δικό της, καθαρά μυθιστορηματικό τρόπο για την ανασύνθεση της ζωής και της δράσης της Ανθούλας Σταθοπούλου, της γνωστής ποιήτριας του Μεσοπολέμου, η Έλενα Χουζούρη συνθέτει ένα απολαυστικό ανάγνωσμα που παρακολουθεί στενά τη διαμόρφωση μιας ποιητικής φυσιογνωμίας από τις πιο ξεχωριστές και ενδιαφέρουσες, από τις πιο προκλητικές και ασυνήθεις. Πρόκειται, ουσιαστικά, για ένα πεζογράφημα που ακροβατεί πολύ επιδέξια ανάμεσα στη μελέτη και τη λογοτεχνική ανασύνθεση μιας εποχής και μιας εκπροσώπου της η οποία υπήρξε για χρόνια παραγνωρισμένη, παραγκωνισμένη, εκτοπισμένη σε μια γωνία της λογοτεχνίας μας που μονάχα τώρα τελευταία άρχισε να φωτίζεται και να αποτιμάται. Αυτόν το φωτισμό και την αποτίμηση έχει σκοπό να ενισχύει τώρα η «αφήγηση» της Χουζούρη η οποία, έτσι όπως συμπληρώνεται από μια επιλογή ποιημάτων, διηγημάτων και θεατρικών έργων της Σταθοπούλου, έρχεται σαν πρόταση εργασίας για να υπομνήσει μια βαθιά αλήθεια και πραγματικότητα -ότι το έργο ενός λογοτέχνη αποτελεί μια ιδιότυπη προσωπογραφία του, ένα σχεδίασμα απαράμιλλο και αποκαλυπτικό και είναι ίσως το μόνο που μπορεί να μιλήσει με τέτοια ευστοχία, με τέτοια διαφάνεια γι’ αυτόν.


Το πρώτο λοιπόν πράγμα που οι στίχοι της Σταθοπούλου μας λένε για την ίδια είναι ότι βίωσε μια εμπειρία ασυνήθη και παράδοξη, μια συνάντηση, σχεδόν ταυτόχρονη μέσα στην ολιγόχρονη ζωή της, με τον έρωτα και με τον θάνατο. Με δύο δυνάμεις οριακές μέσα στην ανθρώπινη ζωή που συνήθως δεν συμπίπτουν, ούτε συμπλέκονται –όχι μόνο στο επίπεδο του ανθρώπινου βίου μα και σε αυτό της δημιουργίας. Τα ποιήματα του θανάτου καταλαμβάνουν συνήθως μια διαφορετική περιοχή από τα ποιήματα του έρωτα κι αυτό παρά το γεγονός ότι συχνά πολλοί ποιητές δοκίμασαν τον συμφυρμό και τη συνένωσή τους κατά τρόπο λίγο πολύ ανατρεπτικό, μεταθέτοντας τα γνωρίσματα του ενός στο άλλο και μεταβάλλοντας έτσι τη σύσταση και την ουσία του. Η Σταθοπούλου είναι η μόνη ίσως λογοτέχνις που δεν κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο αλλά κάτι νέο, ανατρεπτικό και δύσκολο στη σύγκρισή του με άλλες παρόμοιες ποιητικές προσεγγίσεις και απόπειρες. Γιατί στην πραγματικότητα η ποιήτρια αντικρίζει τις δύο αυτές περιοχές ή πηγές ή εκφάνσεις της ζωής με μια –υπόγεια μεν αισθητή όμως– κτητικότητα. Με μια σπάνια διεκδικητικότητα, με μια πολιορκητική και κατακτητική διάθεση που όχι μόνο δεν συναντά κανείς σε τέτοια έκταση και ένταση σε άλλον ποιητή ή ποιήτρια αλλά, θα τολμούσα να πω, ούτε σε άλλον άνθρωπο. Η Σταθοπούλου είναι μια σπάνια περίπτωση καλλιτέχνιδος που οικειώνεται τον έρωτα και τον θάνατο σαν να πρόκειται για δύο δικές της, και μόνο, υποθέσεις, δύο προσωπικά στοιχήματα, δύο ιδιωτικές περιοχές που μοιάζει να μην αφορούν κάποιον άλλο, παρά μόνο την ίδια. Σαν άνθρωπο και σαν καλλιτέχνη.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ δεδομένου ότι πυροδοτεί έναν γενικότερο προβληματισμό για την ποίηση και την ποιητική γενικότερα έχει να κάνει με την ηλικία της δημιουργού όπως διαφαίνεται μέσα από τους στίχους της. Εδώ η γνώση αποδεικνύεται καθοριστική και, σε απόλυτο βαθμό, δεσμευτική. Η Σταθοπούλου είναι νέα, πολύ νέα όταν γράφει αυτούς τους στίχους. Είναι μια κοπέλα στην πρώτη εικοσιπενταετία της ζωής της και το δεδομένο αυτό επικυρώνεται μέσα στα ποιήματά της κατά τρόπο αναμφισβήτητο και καταλυτικό. Είναι όμως η ποίησή της μια ποίηση νεανική, μια ποίηση που κυοφορήθηκε μέσα
στη συνείδηση ενός κοριτσιού που βρίσκεται στην αρχή ακόμα της ζωής του; Η αίσθησή μου είναι πως όχι. Η ποίηση της Σταθοπούλου δεν είναι η ποίηση μιας κοπέλας που ξεκινά αλλά μιας δημιουργού που φτάνει στο τέλος της. Η ποιήτρια χωρίς να αποβάλλει στιγμή τη νεανικότητα και τη φρεσκάδα της γραφής της είναι τόσο εντελής, τόσο ακέραια, τόσο ολοκληρωμένη που μοιάζει σαν να έχει για χρόνια βαδίσει μέσα στην ποίηση, σαν να έχει για χρόνια εξελιχθεί και κερδίσει τη φωνή της. Είναι μια αίσθηση μονάχα αυτή, μια αίσθηση όμως που καλλιεργείται και ενισχύεται όχι μόνο από την πυρηνική φύση των ποιημάτων της, αλλά από την πυρηνική φύση του συνόλου της ποίησής της, από την εικόνα ενός έργου που έχει βρει το σώμα, τη μορφή, την κίνησή του. 

Η Ανθούλα Σταθοπούλου, εν ολίγοις, κατόρθωσε να μετουσιώσει τον ελάχιστο χρόνο της ζωής της σε χρόνο δημιουργικό. Κατόρθωσε να φέρει στο μέτρο του βίου της ένα έργο που θα μπορούσε να απλωθεί μέσα σε μια διάρκεια τουλάχιστον διπλάσια, ακόμα και τριπλάσια. Και είναι ίσως αυτός ο λόγος που η ποίησή της φαίνεται σαν να μην έχει ηλικία ή μάλλον σαν να έχει την ηλικία της ίδιας της εποχής κατά την οποία γεννήθηκε, μιας εποχής που το ξεκίνημά της, μετά το τέλος του πρώτου μεγάλου πολέμου, συνέπεσε με το τέλος της, με το ξέσπασμα του δεύτερου. Μπορούμε δηλαδή εδώ να δούμε μια σπάνια περίπτωση αντικατοπτρισμού ανάμεσα στην δημιουργό, το έργο και την εποχή πάνω στη βάση της διαγραφής του κύκλου τους κατά τρόπο ώστε να καταργείται η παραδοσιακή έννοια του χρόνου και να παρουσιάζεται μια νέα λειτουργία, μια νέα προοπτική -αυτή που θέλει τη λογοτεχνική δημιουργία να υπόκειται πολύ περισσότερο στον νόμο του ταλέντου και του χαρίσματος που μπορεί, κάποτε, να λειτουργήσει αντισταθμιστικά και εξισορροπητικά της ωρίμανσης που επέρχεται με τον χρόνο, ως φυσικό μέγεθος. Ενός ταλέντου που για την Σταθοπούλου υπήρξε η ζωή που δεν έζησε.


Ημ/νία δημοσίευσης: 11 Νοεμβρίου 2025