Εκτύπωση του άρθρου

    Γράφει η Άννα Γρίβα

 

Ελένη Βελέντζα, Ίσως πόθοι, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017

 

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Ελένης Βελέντζα αποτελείται από τριάντα οχτώ ποιήματα, τα περισσότερα μικρής έκτασης, με λίγα μόνο να ξεπερνούν τη μία σελίδα. Η έκταση των ποιημάτων αρμόζει απολύτως στον ποιητικό κόσμο ο οποίος έρχεται στο προσκήνιο: κάθε ποίημα είναι η σύλληψη και η παρουσίαση ενός ψυχικού γεγονότος ή μιας αίσθησης, που αντλείται από την επαφή με τους άλλους ανθρώπους ή με τη φύση: πράγματα που μοιάζουν εκ πρώτης όψεως ως λεπτομέρειες μέσα στο χάος των καθημερινών συμβάντων, αλλά τελικά δεικνύεται ότι αποτελούν την ουσία, τη βαθύτερη ερμηνεία του κόσμου, των συμπεριφορών, των υπαρξιακών καταστάσεων.  

Το μεγάλο ερώτημα, που διαπερνά όλο το βιβλίο, είναι η νοηματοδότηση της ζωής. Η ποιήτρια επανέρχεται σε φράσεις, όπως:

με έζησαν μετά/ τα βάθη των ανθρώπων
θα γίνει και θα ζήσω
Πρώτη φορά θα σ’ έβλεπα να μου ζητάς να ζήσω.
Να ζούνε όπως αξίζει, ήθελα,/ σε μάτια της γενιά τους.

Το ρήμα ζω είναι παρόν σε διαφορετικούς χρόνους και εγκλίσεις, συχνά στο τέλος των ποιημάτων, σαν να προσπαθεί η ποιήτρια με ένα επιμύθιο να σκιαγραφήσει τη βαθύτερη αγωνία της και να απαντήσει στο διπλό ερώτημα: κατέχω την πραγματική ζωή και, αν ναι, με ποιο τρόπο θα πορευτώ στο εξής;

   Μια ποίηση, λοιπόν, στην ουσία της υπαρξιακή, η οποία αντλεί συχνά το υλικό της από τις πλούσιες πηγές του ρομαντισμού και των κλασικών προτύπων. Ο ρομαντισμός είναι παρών με τη μορφή του θέματος του αγαπημένου και της κρύφιας συνομιλίας με αυτόν, αλλά και με τις αντανακλάσεις του ψυχισμού στα στοιχεία της φύσης ή το αντίστροφο. Η κλασική λογοτεχνία διαπερνά τα ποιήματα μέσω της χρήσης του μύθου: έτσι στους στίχους συναντάμε την Ελένη, τον Αχέροντα, τον Δία, την Ήρα, το μήλο – που ως σύμβολο ανακαλεί τη Σαπφώ, αλλά και τα μυθολογικά μήλα των Εσπερίδων ή το μήλον τη Έριδος – και τον κύκνο, που παραπέμπει στην ιστορία της Λήδας, η οποία εξάλλου αναφέρεται σε ένα από τα ποιήματα. Η διαχρονία των θεμάτων συμβαδίζει με τη διαχρονία της γλώσσας: η ποιήτρια τολμά να αξιοποιήσει αρχαΐζοντα στοιχεία, λέξεις ξεχασμένες, αλλά και να προχωρήσει σε πλάσιμο λέξεων, που θεμελιώνεται στη δόμηση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

   Η ποιήτρια γνωρίζει ότι για να μπορέσει κανείς να δώσει το πραγματικό νόημα στην ύπαρξη, θα πρέπει πρωτίστως να περάσει μέσα από τον ορισμό του μη υπάρχοντος, του μη όντος, θυμίζοντάς μας την αντίστοιχη φιλοσοφική αναζήτηση των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Στην ποίηση, όμως, το μη υπαρκτό μπορεί να γίνει με έναν μαγικό τρόπο πιο χειροπιαστό και κατανοητό. Στο βιβλίο συνεχώς διερευνάται η απουσία, το τίποτα, ο αφανισμός, η απώλεια, ο θάνατος. Ενδεικτικά αναφέρομαι σε τέσσερις στίχους από το ποίημα Ασκεπείς, όπου ο ουρανός συναντά το τίποτα και ενώνεται με την απουσία:

Να μην σμίγει ο ουρανός τους με τίποτα.
Να μην σμίγει ούτε καν με το τίποτα.
Να μην σμίγει με κανέναν.
Ουρανός να μην μπορεί!

Σε αυτούς τους τέσσερις στίχους, όχι μόνο ο ουρανός δεν σμίγει, δεν εφάπτεται με κάτι άλλο υπαρκτό, αλλά τελικά μέσα στην απουσία αυτής της προσέγγισης παύει να είναι ουρανός, χάνει την ταυτότητά του. Το ίδιο συμβαίνει πάντοτε στην ποίηση της Ελένης Βελέντζα και με τους ανθρώπους: η απουσία επαφής με τον άλλον οδηγεί στον αφανισμό του υποκειμένου, το οποίο τελικά αδυνατεί να οριστεί, να αρθρώσει λόγο, να αποκτήσει ταυτότητα. Γράφει η ποιήτρια:

Τροφός μου
η ύπαρξή σου στον κόσμο.

Κι όμως το υποκείμενο αυτό, που τόσο βαθιά ορίζεται από τον άλλο, είναι συγχρόνως πλήρες, δυναμικό, γεμάτο βαθιές αισθήσεις. Ταξιδεύει, κινείται, γνωρίζει τον ζωντανό κόσμο μέσα στον οποίο δρα και αναπνέει. Έτσι, κυρίαρχο θέμα του βιβλίου είναι οι τόποι: γενέθλια μέρη, μεταβατικοί σταθμοί, περιπλανήσεις. Εύριπος, Ζάρακες, Σύμη, Ιωάννινα. Ποιήματα γραμμένα για τους τόπους αυτούς ή σε τόπους, που η ποιήτρια επιλέγει να μας γνωστοποιήσει στο τέλος των ποιημάτων, όπως το αεροδρόμιο των Βρυξελλών ή η Χαλκίδα.  Όλοι αυτοί οι τόποι υπάρχουν τελικά, για να καταδείξουν ένα τοπίο εσωτερικό, που άλλοτε συμβαδίζει και άλλοτε εναντιώνεται με το έξω. Έτσι, για παράδειγμα, τα Ιωάννινα με τα ζώντα νερά τους αντανακλούν τον ποθημένο πόθο, έναν πόθο δηλαδή που ανήκει στο συντελεσμένο, αλλά επανέρχεται, ίσως σαν μια καθοριστική μνήμη του παρόντος, ενώ στο ποίημα που τιτλοφορείται Θαλασσινό το ποιητικό υποκείμενο που επιστρέφει στην άμμο ανθίσταται μαζί της στον βυθό, στο σκοτεινό νερό, που είναι ελκυστικό, αλλά και απροσπέλαστο. Γι’ αυτό και η επίκληση στην αρχή του ποιήματος ορίζει την ισορροπία μεταξύ της θάλασσας και του ανθρώπου:

Λίγο να σε βλέπω,
λιγοστά.
Σε στιγμές πεπρωμένες.

Τελειώνοντας τη συλλογή, νιώθει κανείς ότι θα πρέπει να επιστρέψει στον τίτλο και να τον κατανοήσει εκ νέου. Η φράση Ίσως πόθοι είναι παρμένη από το ποίημα Εγκαίρως. Εκεί αναφέρεται:

Επιθυμίες – ίσως πόθοι – αναβλύζουν
από καλά κλειστές ρωγμές του δέρματός σου.
Ό,τι ανασαίνει έχει ρωγμές.

Η επιθυμία, ο πόθος ανήκει στον συνάνθρωπο. Εμείς τον μαντεύουμε, προσπαθούμε να τον κατανοήσουμε μέσα από ρωγμές. Ο συνάνθρωπος είναι ο καθρέπτης μας. Οι ρωγμές του είναι οι πληγές του, αλλά και οι δικές μας πληγές. Οι ρωγμές του είναι οι πόρτες, για να διαβούμε στα βάθη της ψυχής του, αλλά και στην δική μας ψυχή. Κι αν η ποιήτρια μίλησε τόσο για την απουσία, είναι γιατί εκεί, μέσα στο χάος του τίποτα, μπορούν να γεννηθούν τα πάντα. Όπως γράφει και στο ποίημα Υπόλοιπο χειμώνα:

Φωτιά.
Από ένα τίποτα που έπρεπε να γίνει.

Ας διαβάσουμε αυτά τα ποιήματα ως μια ταπεινή και ουσιαστική δέηση στο βαθύτατο μυστήριο του κόσμου. Ας σκύψουμε μαζί με τον κάθε στίχο πάνω από το ελάχιστο που μας περιβάλλει: ένα πουλί, ένα άγγιγμα, μια φυλλωσιά. Τότε ανθίζει μέσα μας ένα τόπος ευγενικός και υψιπετής. Αυτός είναι ο κόσμος του βιβλίου.

Άννα Γρίβα

 

Εκτύπωση του άρθρου