Εκτύπωση του άρθρου

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

Η ελληνική ποίηση πριν και μετά το millenium

 

Και άλλες φορές έχω επισημάνει,με την ευκαιρία κάποιου γενικού σχολιασμού της ποιητικής μας παραγωγής,ότι η στροφή του μεγάλου όγκου των αναγνωστών προς τον πεζό λόγο και ιδίως προς τη μορφή του πολυσέλιδου μυθιστορήματος δεν επηρέασε σοβαρά την ποίησηΔεν διέσπασε ούτε στιγμή τη γραμμή εξέλιξής της,δεν ανέκοψε τη  ροή της ανανέωσής της και δεν συνέβαλε,όπως πολλοί περίμεναν,στην εξάντληση ή στην ανυπαρξία των νέων πηγών τηςΑυτά στο βάθος,στον πυρήνα δηλαδή της ουσιαστικής σχέσης που έχει ο σημερινός δημιουργός ή ο σημερινός αναγνώστης με τη λεπτή, μετασχηματιστική λειτουργία της λογοτεχνικής μεταφοράςΑν και, ως προς την ποίηση τουλάχιστον,αυτό το κλασικό δίπολο δημιουργού-αναγνώστη από τη στιγμή που έπαψε να έχει συλλογική σημασία,από τη στιγμή που έπαψε να κινητοποιεί πολιτικές συνειδήσεις,όπως συνέβαινε στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ενεργοποιείται απολύτως εκτός αγοράς και έτσι περιορίζεται να αναζητά τις αισθητικές αξίες που το καθορίζουν σε έναν χώρο προσωπικής σύγκλισης Δημιουργοί και αναγνώστες της νεώτερης ποίησης,έτσι,αποκτούν μια διαφορετική συνείδηση του προσώπου τους με το να συνέρχονται σ’ έναν κύκλο γραφής που οι κώδικές του εδώ και αρκετόν καιρό δεν δηλώνουν φωναχτά πλέον,όπως στον πεζό λόγο,μα σημαίνουν-υπαινικτικά,συμβολικά, μεταφορικά Από εκεί και ο εντεινόμενος χαρακτήρας του ασκητισμού στην ποίηση των τελευταίων ετών: λες και εμφανίζεται ως γραμμή συνεχείας στις περισσότερες συλλογές ποιημάτων η αίσθηση της συμμετοχής σε μια μυστική εταιρεία,στην οποία για να γίνεις μέλος χρειάζεται να μάθεις ή να ξαναμάθεις να μιλάς και να ακους τη γλώσσα σουΜια γλώσσα λησμονημένη,και προπάντων συρρικωμένη  και αχρηστευμένη, ως προς τα υπόγεια,πλούσια κοιτάσματά της και ως προς τις δυνατότητές της να ορίζει, όχι με μια αλλά με περισσότερες λέξεις το ίδιο πράγμα

Σ’ ένα πρώτο και εμφανέστερο επίπεδο αυτή η αίσθηση της «πριγκιπικής» ή αναχωρητικής απόσχισης από τον υποτιθέμενο κοινό λόγο- που προϋποθέτει άλλωστε και τον προσανατολισμό της ποίησης σε μια γλώσσα που δεν θέλει να είναι μονοκόκκαλη και άπορη -προκαλεί αμηχανία,δυσφορία και ενόχληση σε πολλούς αναγνώστες της λογοτεχνίας, συμφιλιωμένους και βολεμένους κατά τα λοιπά με το προστατευτικό δίχτυ των γλωσσικών κοινοτοπιών που προσφέρει εν πολλοίς το σύγχρονο μυθιστόρημα ´Ομως,σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, όπου και συντελούνται οι ουσιαστικότερες εξορύξεις και μεταλλεύσεις των κοιτασμάτων του  λόγου,τα πράγματα δεν έχουν αυτή τη φαινομενική απλούστευσηΗ εξόχως διαλυτική εποχή της μεταμοντέρνας κατάστασης στην οποία σχεδόν εξαερώνονται οι διαχωρισμοί μεταξύ των λογοτεχνικών ειδών και αποδεικνύεται ανενεργή οποιαδήποτε έννοια της πρωτοπορίας –κοινωνικής ή καλλιτεχνικής - προετοιμάζει τους καινούργιους μύθους,όπως έχει συμβεί σε κάθε μεταβατική εποχή      Πάντως, για την ώρα η ευδιάκριτη ανάγκη επανεύρεσης μιας μυθολογικής συνθήκης , ως δεσμού συνοχής, δεν εμφανίζεται στην ελληνική ποίηση των τελευταίων ετών με τη μορφή ενός «αιτήματος» που ανοίγει με ελπίδα το παράθυρό του στο μέλλονΣε άλλες περιόδους, όπως στην περίοδο του όψιμου μεσοπόλεμου 1930-1940 και στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο 1945-1960 , θα έλεγε κανείς πως υπήρχε μια εμφανής ή υπόγεια συναίνεση μεταξύ των πιο ώριμων ποιητικών συνειδήσεων της γενιάς του ‘ 30 ή της γενιάς που διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’40,ότι ο ορίζοντας των προσδοκιών τους εξακολουθούσε να είναι ανοιχτόςΑκόμα και οι αναπολήσεις της ποιητικής φαντασίας στον Γιώργο Σεφέρη,στον Οδυσσέα Ελύτη,στον Ανδρέα Εμπειρίκο,στον Γιάννη Ρίτσο,στον Νίκο Γκάτσο,στον Νίκο Εγγονόπουλο,ανοίγουν για τη νοσταλγία του χθες τη θεραπεία του αύριο-ή,αλλιώς, ανασυντάσσουν το παρελθόν με τη φορά του επερχόμενου μέλλοντος
´Εχοντας λίγο ως πολύ αθροίσει στο τέλος της  χιλιετίας τις συνεισφορές των σημαντικότερων μεγεθών του ποιητικού μας λόγου, μπορούμε νομίζω να πούμε ότι στη φορά αυτή,στην προσδοκία αυτή, βρίσκει έδαφος ο ουσιαστικότερος παράγοντας της διαφορετικής επικοινωνιακής σχέσης του ποιητή του 20ού αιώνα με τον αναγνώστη τουΑνεξαρτήτως του αν ο ορίζοντας είχε αρχίσει να σκοτεινιάζειΗ κρίση ,όπως πολύ καίρια και με εξαιρετική διεισδυτικότητα την όρισε ο Βύρων Λεοντάρης στο εμβληματικό του δοκίμιο «Η ποίηση της ήττας», προτού γίνει κρίση της λυρικής έκφρασης ήταν ήδη κρίση των αξιών οι οποίες προϋποθέτουν και διαπλάθουν το ήθος του περιβάλλοντος της λογοτεχνικής δημιουργίαςΗ αισιοδοξία και η αλκή του μεταπολέμου ήταν κυριολεκτικά χτισμένη  πάνω στις στάχτες των γερμανικών κρεματορίων και των διαφόρων γκουλάγκΜόνο που κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό να είναι εύκολα και άμεσα διακριτόΑπό τα πρώτα χρόνια του  ‘ 60 ,όταν από κεκτημένη ταχύτητα οι σημαίες των πολιτικών προσδοκιών εξακολουθούσαν να μένουν υψωμένες , ήταν εμφανείς ,παρ’ ότι ολιγάριθμες, οι αναδιπλώσεις εκείνων των ποιητικών φωνών που  «γνωρίζουν και μολαταύτα σιωπούν»,όπως έλεγε το 1965 για λογαριασμό της γενιάς του ο Μανόλης Αναγνωστάκης, «προσφέροντας τον εαυτό τους βορά στα πεινασμένα στόματα των κατηγόρων»Ο Κλείτος Κύρου,ο Τάσος Λειβαδίτης,ο Γιάννης Δάλλας,ο ´Αρης Αλεξάνδρου,ο ΑΘ Νικολαίδης,ο Τίτος ΠατρίκιοςΚαι από κοντά οι νεώτεροι: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Θωμάς Γκόρπας,Ανέστης Ευαγγέλου,Τάσος Πορφύρης , Γιάννης Νεγρεπόντης , Χρίστος Ρουμελιωτάκης

´Ετσι,αν μπορεί να συσταθεί κάποιο είδος κανόνα που συγκεντρώνει στα επόμενα χρόνια τα χαρακτηριστικά της νεώτερης ποίησης θα πρέπει να ομολογηθεί πρωτ’ απ’ όλα η εσωστρέφειά της •η γνωστή πατρική προστακτική «ένδον σκάπτε» που ακουγόταν συχνά από τους στοχαστικότερους της ποιητικής μας παράδοσης εδώ κυριολεκτούσε απολύτως Μετά το ‘ 60 όχι μόνο αρχίζει να επικρατεί ο τύπος της μικρής και όλο και πιο ελλειπτικής ποιητικής σύνθεσης ,όχι μόνο συρρικνώνεται η διάρκεια και η έκταση της λυρικής ομιλίας και μειώνεται η συναισθηματική της θερμοκρασία-πράγμα που σημαίνει ότι υποχωρεί έως εξαφανίσεως η πολιτική της εξωστρέφεια-αλλά επίσης αλλάζει δραστικά η προηγούμενη εποπτική θέση του ποιητήΗ φωνή που ακούγεται στο ποίημα συνήθως τώρα δεν έχει την οδηγητική έπαρση του Ρίτσου,την οδυσσεϊκή αναζήτηση και την τραυματική επίγνωση των μύθων του Σεφέρη ,τη μέθη και την αλκή του πληθυντικού λόγου του Γκάτσου• και δεν είναι κυριευμένη ούτε από την επική δόνηση του αναμενόμενου να συμβεί θαύματος του ΕλύτηΑντίθετα,«γονατίζει» ελεγειακά πάνω από ένα λατομείο αθεράπευτων καθημερινών πληγών που βασανίζουν το ελάχιστο ανθρώπινο σώμα Η εσωστρέφεια ,η οποία μάλιστα εντάθηκε όσο πλησιάζαμε στο κλείσιμο του 20ού αιώνα, παρά τα ιστορικά γεγονότα που άλλαξαν άρδην τον διεθνή γεωπολιτικό χάρτη,παρουσιάζεται ,ιδίως ως προς την προοπτική της συμμετοχής στη δημόσια ζωή,  ως γενικευμένη τάση απόσχισης Αλλά και ως προς την ποίηση,ειδικά, το μυθολογικό της περίγραμμα είναι εμφανώς διάτρητο • παρά το ότι εξακολουθούν να εμφανίζονται φωνές ,συγκερασμένες έντεχνα και «σωστές» στο ρυθμό τους, στην ουσία συνεχίζουν την ελεγεία μιας φθοράς που δεν λέει να τελειώσει : ομονοούν ως προς την προσωπική θλίψη για ό,τι ζωηφόρο διέρρευσε,ως προς ό,τι σταθερό χάθηκε οριστικά

´Οπως έχω σημειώσει,με άλλες ευκαιρίες,μετά το ‘ 60 η οργισμένη και αιχμηρή γλώσσα αρκετών σύγχρονων ποιητών-του Βασίλη Στεριάδη,του Γιάννη Κοντού,του Λευτέρη Πούλιου,της Τζένης Μαστοράκη,του Στέφανου Μπεκατώρου,του Ντίνου Σιώτη,της Γιάννη Πατίλη,του Γιώργου Μαρκόπουλου,του Νίκου Λάζαρη,και άλλων της ομάδας του ‘ 70-μετασχηματίζεται ταχύτατα σε τραυματική γλώσσα, με εμφανή τα ίχνη της συναισθηματικής κόπωσηςΚαι εδώ,στην ποίηση που παράχθηκε κατά την τελευταία τριακονταετία,η ταχύτατα επεκτεινόμενη συναισθηματική κόπωση δεν προέρχεται ,όπως σε άλλες εποχές, από το πέρασμα του χρόνου,την υποχώρηση της ερωτικής διαθεσιμότητας, την παρακμή των άλλοτε κραταιών ιδεών και την εύλογα στοχαστική ενατένιση της ζωής που φεύγει και που αφήνει πίσω της ως τεκμήριο ένα ορυχείο αναμνήσεωνΝα την η προσήλωση στη φθορά,η προσκόλληση έως λαγνείας σ’ έναν κόσμο φασματικό, η φαντασία του θανάτου ,τα μόνιμα στοιχεία στην ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη,του ΚΓΠαπαγεωργίου,του Αντώνη Φωστιέρη , της Βερονίκης Δαλακούρα,του Γιάννη Ζαρκάδη,της Μαρίας Λαϊνά,του Δημήτρη Χουλιαράκη,της Μαρίας Κούρση , του Βαγγέλη Κάσσου,του Ηλία Κεφάλα´Οσα έχουν θεωρηθεί από ορισμένους μελετητές ως εξεζητημένη έκφραση ενός διογκωμένου συναισθήματος - ένας καθυστερημένος ας πούμε  ψευδο-ρομαντισμός´Ομως, αυτή η στροφή προς την ιδιώτευση πιστεύω πως δεν προέρχεται από τη μίμηση της πόζας που χαρακτήριζε τις  λυρικές δημιουργίες  άλλων εποχώνΘα έλεγα ότι ,από τη στιγμή που η ποίηση, ως γραφή και ως ακρόαμα, ίσαμε τα χρόνια του Παλαμά,του Σικελιανού και του Βάρναλη,έπαψε να είναι άσκηση μιας ανάλογης τελετουργικής τεχνικής ή μιας οδηγητικής πνοής ,και πέρασε απολύτως στον προσωπικό χώρο, άλλαξε τον επικοινωνιακό της κώδικα´Οσο ερχόμαστε προς τις μέρες μας η μεταφορική γλώσσα και το εννοιολογικό της σύστημα παίρνουν όλο και λιγότερο υπ’ όψη τους τα κοινά σημεία που άλλοτε έδεναν τον εκφερόμενο λόγο με το δημόσιο αίσθημα ´Ετσι, ιδίως μετά τον Β´ Παγκόσμιο πόλεμο, αυτές οι συγκλίσεις του προσωπικού με το συλλογικό αρχίζουν να γίνονται όλο και πιο σπάνιες,ακριβώς λόγω του ότι δεν «συνομιλεί» η κοινή έκφραση με την ατομική –σε σημείο που να απομακρύνονται αντί να προσεγγίζουν η μια την άλλη

      Η γραμμή της ελεγειακής αναδίπλωσης που συνδέει το έργο πολλών ποιητών του λήγοντος προηγούμενου αιώνα, δεν οφείλεται λοιπόν σε σύμπτωση Τροφοδοτείται από την κοινή δεξαμενή μιας βασικής υπαρξιακής εμπειρίας που συν τω χρόνω έχουν αποκτήσει οι πιο ευαίσθητες συνειδήσεις και που αναπτύσσεται γύρω από το αίσθημα της αποξένωσης Το σύμπαν της χαμένης οριστικά πατρίδας ,η Ασίνη του Σεφέρη και τα σπασμένα αγάλματα των θεών  όσα προϋποθέτουν δηλαδή ένα άλλο σύμπαν,της κάποτε αισθητής ενότητας και πληρότητας των πραγμάτων , πολύ γρήγορα έχασε ακόμα και τη δυνατότητά του να μεταδίδει την ελάχιστη  σωματική αφή Γι’ αυτό και ήταν αδύνατο να περάσει στην ψυχή του μεταπολεμικού λυρισμού  , τουλάχιστον ως εμπειρία άμεσης αφής ,η γραμμή του ορίζοντα γύρω από την οποία σχηματίζεται το ελυτικό τοπίο Το όνειρο γινόταν μια διάτρητη ,κουρελιασμένη εικόναΚαι η σωματική εμπειρία της απουσίας,του κενού, μεταβλήθηκε μερικές δεκαετίες αργότερα- όταν η ήττα εδραιώθηκε παντού- σε πανίσχυρη αντίληψη :δηλαδή,σε έμμονη ιδέα και βεβαιότητα ότι ζούμε πλέον σ’ έναν κόσμο θραυσμάτων Από αυτή την άποψη μάλιστα ο ίδιος ο μεταμοντερνισμός,ως φιλοσοφική και αισθητική κατόπτευση , δεν μας λέει κάτι το διαφορετικό ή το πρωτότυποΔεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να προσπαθήσει να φτιάξει μια ανομοιογενή σύνθεση όπου οι απούσες ψηφίδες και τα κενά τής σύνθεσης αποτελούν συστατικό της  μέρος 

 Επομένως, τι άλλο υποδηλώνει η απαξίωση της νεώτερης ποίησης για την για ό,τι ονομάζουμε πραγματικότητα, η οποία εξακολουθεί να υψώνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα γύρω μας, εκτός από την πεποίθηση ότι πρόκειται για μια πραγματικότητα ακατανόητη• μη ανθρώπινη; Είτε με ελεγειακό τρόπο περιγράφεται αυτό,όπως στις περιπτώσεις που ήδη αναφέραμε,είτε με μια τελετουργία του πένθους λχ στα ποιήματα του Χριστόφορου Λιοντάκη, της ´Αντειας Φραντζή, του Στρατή Πασχάλη, του Μανόλη Πρατικάκη, του Γιώργου Μπλάνα, του Κώστα Μαυρουδή, της Αθηνάς Παπαδάκη, του Θανάση Χατζόπουλου, του Χάρη Βλαβιανού,του Παναγιώτη Κερασίδη, του Αντώνη Σκιαθά, του Σπύρου Βρεττού,του Ηλία Γκρη) η ζωή ως σταθερή και θετική αξία εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο ματαιωμένη και εκμηδενισμένηΗ ιστορία γελοιοποιεί τα ανθρώπινα πάθη•τα οράματα καταλύονται μέσα στην απιστία του μέλλοντος Το ανθρώπινο πλάσμα έχοντας ωστόσο απόλυτη ανάγκη ενός λόγου ικανού να ξαναδώσει ένα νόημα στη ζωή του,ενός μύθου που πιστεύει ότι μπορεί να ξαναδώσει φτερά στα όνειρά του ,αναγκάζεται να προσηλωθεί στα ελάχιστα,νομίζοντας πως εξακολουθούν να είναι δικά του : η ψευδαίσθηση των ερωτικών σωμάτων, το αινιγματικό βλέμμα του άλλου,τα οικεία αντικείμενα που “έζησαν” μαζί του και πήραν τη μυρωδιά του, τα αγαπημένα πρόσωπα που έφυγαν και που τώρα τα ανακαλεί με μια απύθμενη απελπισία

[2003,2008]      Αλέξης Ζήρας