Εκτύπωση του άρθρου
EΛΛΗΝΙΚΟ ΣΟΝΕΤΟ
(Ανθολόγηση: ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ)
 
                                                                                                   Το σονέτο είναι το μνημείο
                                                                                                    μιας στιγμής
                                                                                                    Ντάντε Γκραμπιέλ Ροσέτι

 
 
 
KΥΠΡΙΩΤΙΚΑ ΕΡΩΤΙΚΑ (16ος αιώνας)
Ανωνύμων ποιητών
                    
                 17.
 
Αν εν’ πικρός ο πόθος, γοιόν λαλούσιν,
πώς εν’ γλυκιά τα πάθη τα δικά του;
κι αν εν’ γλυκύς πώς εν σκλερή η καρδιά του;
κι αν εν’ σκλερός, πώς όλοι τον ποθούσιν;
 
Αδ δεν εν’ έμπιστός γοιόν τον θωρούσιν,
για τίντα να μετέχουνται μιτά του;
αν εν’ κι είναι φτηνός εις τα καλά του
γιατί παραπονούνται όσοι αγαπούσι;
 
Ανίσως και τον κάθαναν πληγώννη,
πώς δεν είναι μιτά του κακιωμένοι,
αμμ’ όλοι τ’ ακλουθούν όσους κορπώννει;
 
Έννοια γλυκιά με την πικριά σμιμένη
τους αγαπούν εις τούτον αποσώννει
και δεν νιώθουν πως ζουν αποθαμμένοι.
 
                    22.
 
Κοντεύγ’ η ώρα κι ο καιρός, κυρά μου,
που μέλλει να μισέψω από ξαυτόν σου,
όμως αφήννω δα στον ορισμόν σου
όλον τον εμαυτόν μου, αγγέλλισά μου.
 
Μηδέ απορής, αν εμπορώ, θεά μου,
μισεύγοντα ν’ αφήσω εμέν σ’ αυτόν σου:
μισεύγω αμμ’ όπου πάγω, γοιόν δικός σου,
μένουσιν μετά σεν τα πνεύματά μου.
 
Πάγω, κι αν ένωσες ποτέ σ’ εσέναν
πάθος αγάπης, βλέπε την καρδιάμ μου
πας και το σώμαν πιόν δε σε βιγλίση.
 
Αν πη κανένας κι άλλην παρά σέναν
αγάπησα ποτέ, πε αχ την μεριάμ μου:
με δίχως την καρδιάν, πώς ν’ αγαπήση;
 
 
ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΡΩΙΛΟΣ (17ος αιώνος)
 
Από την τραγωδία «ΒΑΣΙΛΕΥΣ Ο ΡΟΔΟΛΙΝΟΣ»
 
ΧΟΡΙΚΟΝ Γ ΠΡΑΞΕΩΣ
 
Στον Ουρανόν η Γνώση κυριεύγει
και κυβερνά το φως τση όλη τη κτίση,
εις την υποταγή τζη στεκ’ η φύση
κ’ αυτήνης το Μελλούμενο δουλεύγει.
 
Τούτο το φως πασ’ αγαθό ερμηνεύγει,
φως άξο, απού ποτέ δε κάμνει δύση,
φως οπού κάμνει αθάνατη τη ζήση,
κι απού κι ο ίδιος ήλιος του ζηλεύγει.
 
Ετούτο δόξες άψευστες χαρίζει,
κι απ’ όλους, που τσι ακτίνες του ακλουθούσι,
μηδ’ ένας τύχης φόβο δε γνωρίζει.
 
Αμ’ όσοι τέτοιες χάρες δεν ποθούσι
και τσ’ Αγνωσιάς το σκότος αμποδίζει,
σκοντάφνουσι κ’ εις βάραθρα γλιστρούσι.
 
 
ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΚΟΛΟΜΠΗΣ (1690– ; )
 
EIΣ ΤΗΝ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΝΟΥ
 
Σαν εις άρμα λαμπρόν, στα Χρυσωμένα
των Αγγέλων φτερά, επέτα η θεία
Μητέρα του θεού, εις την οποίαν
ήτον όλα τα κάλλη μαζωμένα.
 
Τούτα βλέπουσ’ η Γη με πικραμένα
μάτια, με στεναγμούς, είπε, Μαρία,
πού μ’ αφήνεις εδώ στην ερημίαν;
Ή πώς να ζήσω εγώ χωρίς εσένα.
 
Είναι πολεμικός νόμος να σέρνει
πίσω τ’ ο νικητής τους νικημένους
όταν θριαμβικό δόξαν λαβαίνει.
 
Και με και τους υιούς μου υποκειμένους
έκαμες Μαριάμ, λοιπόν τυχαίνει
Να μας σύρεις αυτού γλυκά δεμένους.
 
 


ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ (1708–;)
 
 OTI O ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ ΕΣΤΑΘΗ
           Η ΘΕΪΚΗ ΑΓΑΠΗ
 
Είχε λαμψ’ η αυγή, εις την οποίαν
ώρισεν ο Θεός ν’ αποσηκώσει
στ’ άστρα από τον κόσμον την Μαρίαν
κι ως Κυράν του παντός να στεφανώσει.
 
Απείκασεν ευθύς νεύσις την Θείαν
ο έρωτας, γοργά όθεν να σώσει,
Χρυσόπτερος πετά στην Παναγίαν,
και θάνατον γλυκύν αυτής να δώσει.
 
Τοτ’ ευλαβής βέλος χρυσόν τεντώνει,
και κείνην την καρδιάν, την αναμμένην
με φλόγες θεϊκές γλυκά πληγώνει.
 
Αν η Κόρη νεκρά έτζι απομένει,
τούτο τον νουν τινός ας μη θολώνει,
γιατί πόθον θανή δεν υπερβαίνει.
 
 
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (1798-1857)
 
ΤΟ ΡΟΔΟ
      (γραμμένο στα ιταλικά -μετάφραση
       από τον  Γ. Κολοσγούρο)
 
Όταν στον ουρανό προβαίνοντας το βράδυ
σ’ αγνές αγάπες κι’ άγιους στοχασμούς καλούσε
σε κλειστό μπήκα περιβόλι, που στο σιάδι
σιμά του ποταμιού με τ’ άνθη του ευωδούσε.
 
Κι’ εκεί θωρώ το ρόδο, που χωρίς ψεγάδι
πρώτο στες πρώτες ομορφιές λαμποκοπούσε,
αλλά το ερωτικό του κόρφου κοκκινάδι
στο γλυκό πόθο του ματιού μου ακόμη εκλειούσε.
 
Ζεφύρου μαλακή φτερούγα του χαϊδεύει
τ’ απάρθενο στελέχι· θέλει αυτό ν’ ανοίξη,
αλλά δειλό, το κεφαλάκι του σαλεύει.
 
Ανοίγει τέλος σα χειλάκι ερωτευμένο
πρώτη φορά, κι από τον πόθο του να δείξη
τα κάλλη του, γλυκά σα φλόγα είναι βαμμένο.
 
ΤΟ ΠΕΣΙΜΟ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ
       (γραμμένο στα ιταλικά –μετάφραση
         από τον Γ. Κολοσγούρο)
 
Πέφτει ο περήφανος, κ’ η φύσις εχαιρότουν,
στον τόπο π’ άστρου φως ποτέ δεν τρεμουλιάζει.
Με πρόσωπ’ όπου κάλλος πλιά δεν εσωζότουν,
γιατί του πάρθηκε ο ουρανός, αγριοκοιτάζει.
 
Το πρόσωπο του Υψίστου πλιά σ’ αυτόν κρυβότουν·
έτσι στο έργο του το κάκιστο ταιριάζει
κι’ είναι τούτο π’ ο αχρείος δαίμονας φοβότουν,
κι’ όμοια τρομάρα ουδέ κ’ η Κόλασι του βάζει.
 
Ζαφείρι αθάνατο φορώντας η Ευσπλαχνία
παντού συλλογισμένη επρόβαινε τριγύρου,
σε σκέπη κρύβοντας τα φέγγη της τα θεία.
 
Και λέγοντας τον πόνο που βαθιά γροικάει
σ’ όλους τους ουρανούς θρηνολογούσε γύρου·
«Ωιμέ! να κατοικιέται η Κόλαση αρχινάει!».
 
ΓΙΑ ΓΑΜΟ
      (γραμμένο στα ιταλικά –μετάφραση
        από τον Γ. Κολοσγούρο)
 
Δίνει τον όρκο η Κόρη κι’ έμειναν κρυμμένα
τα κρίνα της θωριάς σε πύρινη πορφύρα·
αύρα, που τον ακούς, στα ολόχαρ’ απλωμένα
γοργά φτερά σου φερ’ τον στη θεά Κυθήρα.
 
Στοχαζόμενη αυτή τ’ αγνά χαριτωμένα
χειλάκια, που του ωραίου εγίναν όρκου η θύρα,
θα χύση βλέμματα σπιθόβολα σ’ εσένα
του αθανάτου ματιού, που’ναι του κόσμου η πύρα.
 
Ξαναγύρε κατόπι αχτινοβολισμένη
τα ζεφυράκια σου να βρης και με καμάρι
πες τους γιατί γυρίζεις έτσι στολισμένη.
 
Και θα ιδής άλλο δρόμο και την αυρ’ ακόμη,
καλότυχη μηνύτρα, με θυμό να πάρη,
πώφερε τη χρυσή της Βερενίκης κόμη.
 
 
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΑΛΛΗ-BARTHOLOMMEI (1798-1875)
 
ΕΛΕΓΕΙΑ
 
Νεαρού κάλλους μ’ άνθη όταν σε είδα
στεφανωμένον, πριν σ’ αρπάξ’ η μοίρα,
είπα: Ω Χαρίτων και Μουσών φροντίδα,
θελγ’ η φωνή σου, ω του πατρός η λύρα.
 
Ήστραπτον οι οφθαλμοί δόξης ελπίδα.
Απλώνουσα προς σε την σεπτήν χείρα
εις τον Αγώνα σ’ έκραζ’ η Πατρίδα,
δεικνύουσα Ηρώων του ναού την θύρα.
 
Εμελετούσ’ η πατρική καρδία
δάφνας, ύμνους χαράς. Με πόσους θρήνους
απάτην εκφωνεί την ευτυχία!
Εσύ κοιμάσαι ύπνον θανάτου, η θεία
φωνή πατρίδος εις σκληρούς κινδύνους
του τάφου δεν κινεί την ηρεμία.
 
 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΖΟΣ ΡΑΓΚΑΒΗΣ (1809-1892)
 
Ο ΑΔΑΜ
 
Και τι σοι έλειπεν, Αδάμ, εντός του παραδείσου;
Ανθών δεν είχες τάπητα και στέγην νεφελών χρυσών;
Εις δρόσον μη δεν σ’ έλουεν ο γλυκύς ζέφυρος φυσών,
κι η αηδών δεν σ’ έψαλλεν: «Εγώ φρουρώ· κοιμήσου».
 
Δεν σ’ ήκουε προστάζοντα έρπων ο λέων των δασών,
o αετός των ουρανών, ο δράκων της αβύσσου;
Kι εξαίφνης, στηριζόμενον εις σε, οι οφθαλμοί σου
βλέμμα δεν είδαν, άβυσσον φωτός, και ην το βλέμμα σον;
 
Δεν σ’ έφθανε του βλέμματος του πανεράστου η τρυφή;
δεν σ’ ήρκει να σε προσκυνούν μονάρχην των τα όντα·
την απληστόν σου όρεξιν άλλη εκέντησε τροφή.
 
Είδες πως μήλον πάγκαλον μηλέα έφερε χρυσή,
και επ’ αυτό εκίνησας τον λαίμαργον οδόντα.
Αλλ’ έξω τώρα των πυλών οδύρεται, και πταίεις συ.
 
 
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ (1811-1901)
 
ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ
 
Ο Θεός ο παντοδύναμος εις τα άνω,
αντίδικο έχει δυνατώτερόν  του,
κάτου στη Γη μας, όπου, αν δεν λανθάνω,
Ετούτος έχει Εκειόν κατώτερόν του.
 
Το Συμφέρον! Το μέγα εκείνο πλάνο,
που δεν αναγνωρίζει ανώτερόν του
Θεόν! που εμπρός σ’ Αυτό, ο Θεός ο απάνω
καταπίνει συχνά το δίκαιόν του.
 
Και δε ’μιλεί· και αφήνει ν’ αδικούμε.
Έτσι εμείς οχ το σύμφερο φερμένοι,
απάνθρωπα, μωρά κερδοσκοπούμε,
 
τόσο που κ’ η αθρωπιά μας να παθένη·
και το ίδιο μας συμφέρον να χαλούμε,
οχ το πολύ συμφέρον τυφλωμένοι.
 
ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ
 
Έρωτα, α θες ναν τα ’χομε καλά,
στο σπίτι μου να μη ματαπατήσεις.
Αϊ που στο λέω· κι α θέλεις να με αφήσεις
αναπαμένον, πάει πολύ καλά.
 
Εγώ, μ’ έκαψε η πρώτη κουμπαριά.
Κι αν εσύ τώρα δεν αποφασίσεις
να πας στο διάολο και να μη γυρίσεις,
θα ’ρτομε καμμιά μέρα στα χοντρά.
 
Για δαύτο να με λείπεις, κουμπαρόπουλο·
μη σου μαδήσω ευκείνες τση φτερούγες,
και σε κάμω να σκούζεις σα γαλόπουλο,
 
και να τρέχεις κουτσόφτερο ’ς τσι ρούγες.
Κι ευκείνες τσι σαΐτες οπού φέρεις
σου τση βάνω όλες μάτσο εκεί που ξέρεις.
 
 
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗΣ (1818-1899)
 
ΣΟΝΕΤΑ ΕΙΣ ΒΕΝΕΤΙΑΝ
       Α.
 
Ραγδαία καταπίπτουν αι ρανίδες
του όμβρου, κ’ αι ακτίνες κεκρυμμέναι
με λέγουν: εις το πλοίον μέσα μένε.
μη έξω αποβής· ό,τ’ είδες, είδες.
 
Αν ηδονών ευπτέρυγοι ελπίδες
σε έφεραν, απόθεσέ τας, ξένε.
Ιδού, ως τώρα δακρυοβρεγμέναι
αι των σεμνών κτιρίων κορωνίδες
 
θρηνούν, ούτω θρηνούν, και αενάως,
χαράς δε πάσης άμοιρ’ οι πολίται
το όμμα κάτω νεύοντες βαδίζουν,
 
και μόνοι εις το πάτριόν των χάος
ως ξένοι περιφέρονται πλανήται,
και, φευ, των πόνων τέλος δεν ελπίζουν.
 
 
ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ (1825-1896)
 
ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗΣ
 
Όταν στα βάθη της νυκτός με περιζώνει
άκρα της θαλάσσης, ουρανού και γης ειρήνη
το πνεύμα οπού στην ταραχή του κόσμου σβήνει
σιγά την μυστική ζωή του ανανεώνει.
 
Των πόθων όλων και παθών αγάλι οι πόνοι
παύουν, καθώς στο νουν απλώνετ’ ευφροσύνη,
ο αιθέρας, οπού αρχήθεν η ψυχή μου κλίνει,
ήσυχη ορμή προς κόσμον άλλον με φτερώνει.
 
Και όσα πνεύματα εδώ στα πλάσματά τους είδα,
ακαθρέφτιστα εκεί θωρεί τα η φαντασία
κι όταν θαρρώ πως την χρυσήν πατώ βαθμίδα,
 
οπού αντηχεί ψηλάθε απέραντη αρμονία
θαμπή στιγμή την ιλαρή μου παίρνει ελπίδα
με ουράνιο λάλημα να ειπώ τραγούδια θεία.
 
 
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΟΡΑΣ (1826-1911)
 
ΠΑΤΡΙΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ
 
Το βράδι βράδι από βουνίσια μέρη
κουρασμένος ο Αδάμ γυρνούσε αγάλι
και ετήραε θλιβερά το πρώτο αστέρι
που αντίκρυ του καθάριο είχε προβάλει.
 
Των αγγέλων στο νου του αυτό να φέρει
τ’ αγνά δυνήθη αγαπημένα κάλλη,
κι είπε ξυπνώντας του βραδυού τ’ αστέρι,
πότε θα ιδώ τη θεία τους λάμψη πάλι;
 
Πλην όλα τα βαθιά της πίκρας ίχνη
σβυώνται μέσα του ξάφνου, ως κατεβαίνει.
Μια ματιά – μία μονάχη ομπρός του ρίχνει,
 
και την Εύα θωράει, που, καθισμένη
σε στρώμα χλόης, πρώτη φορά του δείχνει
αφτέρωτο αγγελούδι οπού βυζαίνει.
 
ΔΥΟ
 
Μείναμε δύο! Ποιος παρακάτου ξέρει
για μας τι λέει της Μοίρας το βιβλίο!
Ποιος πρώτος θε να πάει στ’ ανήλια μέρη,
ποιός μόνος του θα μείνει από τους δύο!
 
Αν οι μαύροι να ζούμε άτεκνοι γέροι
επρόσταξε αυστηρά θέλημα θείο,
το χέρι ενός τ’ άλλου ας βαστάει το χέρι,
ως να τ’ ακούσει αναίσθητο και κρύο.
 
Μια τέτοια χάρη –ας μη ζηλέψωμ’ άλλη-
στη λάβρα που βαθιά μας έχει κάψει
είναι, αδελφή, παρηγοριά μεγάλη.
 
Α! την ημέρα οπού και τούτη πάψει,
αν ένα μόνο δάκρυ ο κόσμος βγάλει,
το ζωντανό, όχι τον άλλο, ας κλάψει.
 
 
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΝΟΥΣΟΣ (1828–1903)
 
ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΣ
 
Έρωτα, στάσου…, πού πετάς;… μη φεύγεις!
Δέσε με πάλι, τι έλπιζα ο καημένος
ότι θα βρω λίγη άνεση λυμένος
αλλ’ είμαι χείρου, και συ το ξανοίγεις.
 
Φωτιά μεσ’ στη φωτιά μου εσύ να σμίγεις
δεν έπαψες ποτέ· λυτός, δεμένος,
όπως κι αν είμαι, πάντα, ο πικραμένος,
στο στεναγμό, στο δάκρυ θα με πνίγεις.
 
Εδώ είναι στόμα και καρδιά και μάτια·
εδώ τα σπλάχνα, ο νους μου κ’ η ψυχή μου·
εδώ της νίκης σου έχει το βραβείο!
 
Δεσ’ τα σφιχτά κι ας γίνουνε κομμάτια,
τι δεν αντέχει τ’ άραχνο κορμί μου
να πολεμιέται από ένα πλάσμα θείο.
 
ΕΝΑ ΣΟΥ ΔΑΚΡΥ
 
Αν ακούσεις δροσόφτερο αγεράκι
στα ξέπλεγα μαλλιά σου να στενάζει,
ή με καρδιάς παράπονο αηδονάκι
μελωδικά λαλώντας να σε κράζει·
 
αν ιδείς άνθι, χόρτο ή λουλουδάκι
γλυκά να σε θωρεί και να χλωμιάζει,
ή ψηλό δέντρο, ή φουντωτό κλαράκι
τσ’ αγκάλες σου μεμιάς ν’ ανθοσκεπάζει!
 
Πες που ’μαι εγώ, πες μου ’μαι εγώ, ψυχή μου,
που μ’ έχει η σκληρή μοίρα μαγεμένο,
γιατί σου ’καμα δώρο τη ζωή μου.
 
Τον λατρευτή σου πάλι ενσαρκωμένο
τωρ’ αν θέλεις να ιδείς, αγαπητή μου
χύσε ένα μόνο δάκρυ ερωτεμένο.
 
 
ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ ΒΕΝΕΡΙΟΣ (……)
 
ΕΙΣ ΕΝΑΝ ΑΜΟΥΣΟΝ ΠΟΥ ΕΛΟΓΙΑΖΕΝ
ΝΑ ΨΑΛΛΕΙ ΕΥΜΟΡΦΑ
 
Ω μελωδία φωνής, ω πώς βαδίζει
ο λάρυγγας καλά, πώς μολυβώνει
κ’ ερεύγεται φωνήν… Ω, να ζεις, σώνει!
Κάποιες φορές κι ο κύκνος κορακίζει.
 
Κύκνος είσαι κι εσύ, μα σ’ εξορίαν,
οπόταν ψαλμωδείς, πέμπεις ανθρώπους.
Άμε, να ζεις, μακράν, άλλαξε τόπους.
Οι κύκνοι κατοικούν στην ερημίαν.
 
Τούτων και την φωνήν μον’ οι ψαράδες
ακούουσι συχνά, μα συ την Χώραν,
αδελφέ μ’ ερημώνεις πάσαν ώραν.
 
Πάντα θνήσει τινάς, λέγουν οι γριάδες,
αν ψάλλει εις γειτονιάν νυκτός ο κόραξ,
μ’ αν συ ψάλλεις, ψοφά ο νυκτοκόραξ.
 
 
AΓΓΕΛΟΣ ΒΛΑΧΟΣ (1838-1920)
 
ΑΣΜΑΤΙΟΝ Δ!
 
Κατέβη, φίλη, τ’ άστρον της ημέρας,
εις το του πόντου κάτοπτρον τ’ ωραίον,
αφώτους καταλείπον τους αιθέρας,
και ομιχλώδη τ’ άκρα των ορέων.
 
Μόνον σιγή και σκότη μένουν πλέον
επί της γης, ενώ ο της εσπέρας
λάμπων φανός ανέτειλε και πλέων
σβύνει ταχύς εμπρός του τους αστέρας.
 
Ω φίλη! αν ανέτειλ’ η Σελήνη,
και σβύνη τ’ άλλα άστρα με το φως της,
πιστεύεις δεν θα σβύση και εκείνη,
 
αν ανατείλη ως αντίπαλός της
ο οφθαλμός σου αίφνης μόνος, όστις
ως βλέμματα φωτός χειμάρρους χύνει;
 
Η ΓΡΑΙΑ ΝΕΟΤΗΣ
 
Πόσας καρδίας νεαράς, ακμαίας μόλις είδον,
να τας κομίζει εύλαλος Μαϊου αηδών,
να τας κυκλώσιν εύθυμοι σωρείαι χρυσαλλίδων,
να τας μεθύσκει της ζωής ο εύοσμος ροδών·
 
και όμως με το μέτωπον πλήρες ωχρών ρυτίδων
μελαγχολούσαι να πατούν του γήρως τον ουδόν
και κατηφείς, αντί χρυσών και χαρωπών ελπίδων
με μνείας να διέρχονται του βίου την οδόν.
 
Ω, ναι! Οδούς δυστυχιών είχεν αυτάς εγγίσει,
και πρώιμον ωρίμασαν, το θέρος των πριν φθάση,
γηράσασαι πριν ή χαρούν το έαρ το γλυκύ!
 
Ούτως εν μήλον εύχαρι, πριν ή το έαρ σβήση,
πίπτει πολλάκις ώριμον χωρίς να ωριμάση,
διότι… εις τα στήθη του εις σκώληξ κατοικεί.
 
 
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ (1843-1873)
 
ΑΣΜΑΤΙΟΝ
Γαλήνιος εθαύμαζον ανά την παραλίαν
την της θαλάσσης σιωπήν. Το γαλανόν της όμμα
εικόνιζε τον ουρανέ επάνω με μάγεψαν,
όστις εταλαντεύετο εις το υγρόν του στρώμα.
 
Ήτο νεκρά η θάλασσα· και όμως χθες ακόμα
έζη, ή μάλλον έσπαιρεν υπό την τρικυμίαν,
αλλ’ ήδη είναι άφωνον το αχανές της στόμα
και έχει την ανέκφραστον του τάφου ηρεμίαν.
 
Και ήμην ήρεμος, καθώς η θάλασσα εκείνη,
μίαν στιγμήν, και έπειτα διηνεκής οδύνη,
              ναυάγια και ωρυγή.
 
Αλίμονον! εν τη ζωή η μοίρα δεν αφήνει
ή σάλον, ον εκτρέφουσι διηνεκείς οι θρήνοι,
              ή θάνατον εν τη σιγή.
 
 
ΒΙΖΥΗΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ (1849-1896)
 
ΠΡΟΣ ΝΕΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΙΗΤΗΝ
         (εξ’ αλληλογραφίας 1876-1879)
 
Αν δεν επλάσθης όμοιος προς τον βαθύν ωκεανόν,
όστις συνθραύει τα δεσμά τ’ ωσεί αράχνης νήματα,
κι’ αλέθει μετά βρυχηθμών ηπείρους εις συντρίμματα,
παν όριον βροτόθετον αγέρωχος περιφρονών.
 
Αν ως ο Γάγγης δεν αντλής την δωρεάν σ’ εξ’ ουρανών,
αποκαθαίρων τας ψυχάς εις τα γλυκά σου κύματα.
Αν δεν κυλάς ως Πακτωλός χρυσού κ’ ηλέκτρου θρύματα,
πηγάζων μυστηριωδώς από κευθμώνων σκοτεινών.
 
Καν έσο ρύαξ διαυγής την δίψαν μας δροσίζων
παν νέφος επί τ’ ουρανού, παν της ακτής σ’ ανθήλιον
εις τα υγρά σου κρύσταλλα πιστώς εγκατοπτρίζων.
 
Και δος ημίν της Φύσεως εν προσιτόν ειδύλλιον,
αριστοτέχνης ένθεος, με τόνους εικονίζων
του πένθους τα ψυχράς σκιάς και της χαράς τον ήλιον.
 
 
ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ (1849-1923)
 
ΑΓΑΠΗΣ ΛΟΓΙΑ
 
         Ι
Η ξενιτιά κι ο χωρισμός –παλιοί μου πόνοι–
πασχίζουν να σαλέψουνε το νου μου πάλι!
Πάλι ένα θάμα γίνεται και με γλιτώνει
απ’ του καημού τη φοβερή ανεμοζάλη!
 
Πάλι με μάτια σφαλιχτά και τρομασμένα
θε να κλειστώ μες στης καρδιάς αυτής τα βάθη,
θε να την κάμω σπιτικό στα μαύρα ξένα,
και θε να τραγουδώ παλιές χαρές και πάθη.
 
Κι όποιος περνά και γι’ άπονη καρδιά την παίρνει
δεν ξέρει τι καλοτυχιά και τι γαλήνη
η αγάπη στη φουρτούν’ αυτή απάνω φέρνει,
τι λάδι πα στα κύματα σωτήριο χύνει.
 
Κι αρχίζω πάλι, αγάπη μου, να σου το λέγω,
πως ζω και χαίρομαι για σε, για σε σαν κλαίγω.
 
 
ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΗΣ ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΣ (1851-1936)
 
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΝ
 
Μετά του θέρους την μονοτονίαν
και τον ανέφελον τον ουρανόν,
μετά τον του φωτός ωκεανόν
και την φαιδρότηταν την αιωνίαν,
 
μ’ ευφρόσυνον ασπάζομαι καρδίαν
το πρώτον νέφος φθινοπωρινόν,
τον ήχον της βροντής τον μακρινόν
και της βροχής την δρόσον την αγίαν.
 
Ούτω επλάσθημεν! Ο σταθερός
της ευτυχίας ήλιος κουράζει,
το σθένος της ψυχής μας παραλύων.
 
Ο πόνος μας εγείρει ο σφοδρός,
όστις με νέφη την ψυχήν σκιάζει
και την κρατύν’ εις βάπτισμα δακρύων.
 
 
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ (1856-1910)
 
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
 
Εις τα ολίγας θα ευρής αυτάς εδώ σελίδας
της πρώτης μου νεότητος τους χρόνους τους τρελούς,
τους χιμαιρώδης έρωτας καρδίας αφελούς,
το μίσος, την ανίαν μου, τους πόθους, τα ελπίδας.
 
Δεν κρύπτομαι υπό ψευδείς ποικίλας αλουργίδας:
εις στίχους εκτυλίσσεται αξέστους και απλούς
ό,τι κοχλάζει εν εμοί, και θα ιδής πολλούς
πρασίνους σκώληκας αλλά… και μάγους χρυσαλλίδας.
 
Ηγάπησα τους μυστικούς της αύρας στεναγμούς,
τα άνθη, την απάτητον γλαυκής θαλάσσης θίνα,
και του Εσπέρου την δειλήν και τρέμουσαν ακτίνα.
 
Αλλ’ όμως εις τους μαύρους σου ομνύω οφθαλμούς,
πως αγαπώ πλειότερον πολύ, ωχρά μου φίλη,
τας τρυφηλάς ωλένας σου και τα υγρά σου χείλη!
 
 
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (1859-1943)
 
ΠΑΤΡΙΔΕΣ
 
                            *
Σαν των Φαιάκων το καράβ’ η Φαντασία,
χωρίς να τη βοηθάν πανιά και λαμνοκόποι,
κυλάει· κ’ είναι στα βάθη της ψυχής μου τόποι
πανάρχαιοι κι ασάλευτοι σαν την Ασία,
 
πεντάγνωμοι κι απόκοτοι σαν την Ευρώπη,
σα μαύρη γη Αφρική με σφιγγ’ η απελπισία,
κρατώ μιαν άγρια μέσα μου Πολυνησία,
και πάντα ένα Κολόμβο παίρνω το κατόπι.
 
Και τα τεράστια της ζωής και τα λιοπύρια
των τροπικών τα γνώρισα, και με των πόλων
τυλίχτηκα τα σάβανα, και χίλια μύρια
 
ταξίδια εμπρός μου ξάνοιξαν τον κόσμον όλο.
Και τ’ είμαι; Χόρτο ριζωμένο σ’ ένα σβώλο
απάνου, που ξεφεύγει κι απ’ τα κλαδευτήρια.
 
                            *
 
Αμαρτωλός καλογερεύω στ’ Αγιονόρος
με καίει ο Σατανάς κ’ η Κόλαση με τρώει,
σε βαθύ πλάνο ρέμα πνίγομαι οδοιπόρος,
ειν’ η ψυχή μου χαλασμός και μοιρολόι.
 
Το Αιγαίο γαλάζιος θησαυρός σμαραγδοφόρος
ο ουρανός και η γη σα Δάφνης και σα Χλόη,
φυτρώνει της ζωής λαχταριστός ο σπόρος,
βυζαίνεται απ’ των Όντων το μελισσολόι
 
των Όλων ο χυμός. Όλυμπος,  Πήλιον, Όσσα,
πελάγου κάθε κόρφος, κάθε στεριάς γλώσσα,
η λιμνοφάνταστη Κασσάντρα, η Θράκη, γάμου
 
φορούνε φόρεμα, κ’ εγώ; «Κύριε, γίνου
Σωτήρ μου!» Και θολώνω με τα δάκρυά μου
το θείο Βρέφος, ζωγραφιά του Πανσελήνου.
 
ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ
 
Στο πλάι σου να με!
Οι δρόμοι! Οι δρόμοι!
Ω γλύκα! ω τρόμοι!
Και περπατάμε.
Θεός κυβερνά με,
μιας μάισσας γνώμη
του κόσμου οι νόμοι.
Πάμε; Πετάμε.
Του ονείρου η χώρα
Στο πλάι σου τώρα,
όλα άλλα, ξένα·
και δε γνωρίζω
πού πάω, τι ορίζω·
το φως ή εσένα!
 
ΤΑ ΔΕΚΑΤΕΤΡΑΣΤΙΧΑ
 
                  37.
 
Τα πόδια φτερωτά στα μονοπάτια,
   του βισσυνή ακριβόκαρπου στ’ αλώνια
   μοσκοβολούσε το άπλωμα τα πλάτια.
   Τ’ αχλάδια βαριά λύγιζαν τα κλώνια,
ροδοσκάζαν τα σύκα, και στα μάτια
    φαντάζαν του παιδιού, καθώς τ’ αηδόνια
    στ’ αυτιά του ερωτεμένου. Εδώ δεμάτια,
    κοφίνια εκεί, παντού ο καρπός. –Ω χρόνια
που ζήτε πάντα μέσα μας όπου και όπως,
    δε σβύνει εσάς κανείς καιρός ή τόπος,
    πάντα ’χω εμπρός μου το λερό ντραγάτη
με το κλέφτικο επώμου καρυοφύλλι,
   και τον ξωμάχο ηλιοκαμένο αργάτη
   στο ηλιόξανθο σκυφτό δροσοσταφύλι.
 
                  87.
 
Πώς να σε πω ημερόφαντη οπτασία!
   Περπατούσα, σταμάτησες μπροστά μου
   γύρω αθηναία ηλιοφωτοχυσία,
   η γη εκκλησιά, για τη χαρά ενός γάμου.
Σ’ έφερνε στων νεκρών την κοινωνία
   κρυφή ορμή, προς τους τάφους και –ω χαρά μου!–
   σμίξαν, άμοιαστων ήχων αρμονία,
   το βήμα σου και το περπάτημά μου.  
Στου θλιβερού περιβολιού τη θύρα
   χωρίσαμε, γραμμένοι από τη μοίρα
   σ’ άλλο εσύ κ’ εγώ σ’ άλλο αραξοβόλι.
Ζωή εσύ και ηδονοστάλαχτη ομορφιά
   στου πεθαμένου πας τη συντροφιά.
   Ίσκιος γυρνώ στου ζωντανού την πόλη.
 
ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΣ
 
Κάμπιες και σκόροι
και παπαγάλοι
κι εσείς, δασκάλοι,
κι εσείς, ρητόροι,
τι; Με το ζόρι,
και τη μεγάλη
τη Γλώσσα κόρη,
τα γυμνά κάλη
να τα ντροπιάστε
ζητάτε; Να ’στε
καταραμένοι!
Πέρνα, μπαμπούλα!
Μα ο Στίχος, βούλα
πυρή και μένει.
 
 
ΛΟΡΕΝΤΣΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ (1860-1912)
 
ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ
 
Με κοίταξε ένα σούρουπο το Μάη,
το μοσχοβολισμένο Μάη το μήνα,
και η ματιά της για πάντα μου επρομήνα
ευτυχία, που το ουδέν δεν πεθυμάει.
 
Μα ο πόθος δε χορταίνει, όσο κι’ α φάη,
μες την καρδιά μου μπήγεται σα σφήνα·
σα διψασμένη λυόνεται αλαφίνα
η ψυχή μου, όση γλύκα κι’ α ρουφάη.
 
Μάγο ανέσπερο φέγγος του θανάτου,
εσύ, ναι, με γλυκειά παρηγορία
πραϋνεις καθενός τα βάσανά του.
 
Μες απ’ την αλαβάστρινην υδρία
ό,τι κι’ αν τάζης δίνεις· αφανίζεις
την πεθυμιά, τους ύπνους αιωνίζεις.
 
ΚΕΡΚΥΡΑ
 
H Θάλασσα εσπαρτάρησε ως τον πάτο
κι άφρισε σαν εδέχτηκε στον κρύο
κόρφο ακόμα ολοζώντανο το θείο
σπόρο, απ’ τον ουρανό σταγμένον κάτω.
 
Τότες βγήκε απ’ το πέλαγο τ’ αφράτο,
τέρας της ομορφάδας και σημείο,
τ’ άγιο της Αφροδίτης μεγαλείο,
γλύκες ερωτικές όλο γιομάτο.
 
Μα το δρεπάνι, που ’χε αυτού σκορπίσει
του θεού τ’ αμελέτητα, κ’ εκείνο
μες το γιαλό μελότουν να καρπίση.
 
Κ’ έτσι, Αφροδίτη των νησιών, με κρίνο
και ρόδο πλουμιστή, γιομάτη γλύκες,
Κέρκυρα, απ’ του Ουρανού το αίμα εβγήκες.
 
EXCELSIORI
 
Κρύο κρούσταλλο νερό τα ηλιοφρυμένα
χείλια θα ογράνει· ευγενικιά ανθρωπότη
θα τους φιλέψει πλούσιο φαγοπότι·
κορμιά απ’ την πλήθια χάρη αλαφρημένα,
 
αγάλματα θεϊκά ζωντανεμένα
θ’ αγναντέψουν στην Νίμπρο· εκεί την πρώτη
της λευτεριάς αστραφτερή λαμπρότητα
τα στήθια θα χαρούν τα πονεμένα.
 
Και το περνούν οι βλάμηδες λεβέντες
τ’ ατέλειωτο φαράγγι όλο χαλίκι
μονοσκοίνι με γέλια και κουβέντες.
 
Μα έχουν ποδάρια και καρδιές τσελίκι·
μα τους θεριεύει ο πόθος του θανάτου
με τ’ αγιασμένα δαφνοστέφανά του.
 
ΕΙΔΩΛΑ
 
Άχαρή μου χαρά, φτωχοί μου στίχοι,
της ζωής μου ακριβό, κρυφό καμάρι,
από καθάριο βγαίνετε ζυμάρι
κ’ είσαστε γεννημένοι όχι όπως τύχει.
 
Δεν κελαηδάτε ανούσιοι κι’ άσκοπ’ ήχοι
σαν τραγούδια ελαφρόμυαλου ερωτάρη,
μα κι ούτε παραιτάτε το συρτάρι
να βρείτε αγοραστή τόσο τον πήχη.
 
Γιατ’ είσαστε ψυχούλες και κορμάκια
των πόθων και των πόνων μου, που πλήθια
πικρά μ’ εσυχνοπότισαν φαρμάκια·
 
είδωλα είναι οι χαρές, καημός η αλήθεια,
και αλήθεια ειν’ η ζωή! Μα τι με μέλει·
θωρώ εσάς κι ο καημός γίνεται μέλι.
 
 
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ (1863-1933)
 
ΛΑΓΙΔΟΥ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ
 
Ο Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ εστιά
βασιλικώς τον Μέδονα τον σοφιστήν –
των ψυχικών δυνάμεων ερευνητήν.
Ο βασιλεύς επί τω ξένω γαυριά.
 
Άλλοτε ο σοφιστής εν τη φθοροποιά
Ρώμη πτωχός εις μέγαν εξουσιαστήν
προσφέρει το έργον του. Ο δε: «Αυτήν
λάβε την μναν και άγε. Λήρος μ’ ανιά».
 
«Ω ύβρις, ύβρις! Μελετών το άπειρον
έχάραξα παν αίσθημα διάπυρον,
πάσαν μου την καρδίαν εις τον πάπυρον
 
τούτον…» Αλλά οικτείρων τον δικτάτορα,
διέκοψε τα έπη τα διάτορα.–
Τίμα τον Πτολεμαίον Φιλοπάτορα.
 
ΘΕΑΤΗΣ ΔΥΣΑΡΕΣΤΗΜΕΝΟΣ
 
«Απέρχομαι, απέρχομαι. Μη κράτει με.
Της αηδίας και ανίας είμαι θύμα».
«Πλην μειν’ ολίγον χάριν του Μενάνδρου. Κρίμα
τόσον να στερηθής». «Υβρίζεις, άτιμε.
 
Μένανδρος είναι ταύτα τα λογίδια,
άξεστοι στίχοι και παιδαριώδες ρήμα;
Άφες ν’ απέλθω του θεάτρου παραχρήμα
και λυτρωθείς να στρέψω εις τα ίδια.
 
Της Ρώμης ο αήρ σ’ έφθειρεν εντελώς.
Αντί να κατακρίνεις  επαινείς δειλώς
κι επευφημείς τον βάρβαρον – πώς λέγεται;
 
Γαβρέντιος, Τερέντιος; – όστις απλώς
δια Λατίνων ατελλάνας ων καλός,
την δόξαν του Μενάνδρου μας ορέγεται».
 
ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΘΑΝΑΤΟΣ
 
Το χέρι του ο θάνατος απλώνει
κι ενός ενδόξου στρατηγού το μέτωπον αγγίζει.
Το βράδυ μια εφημερίς το νέον φανερώνει.
Το σπίτι του αρρώστου με πλήθος πολύ γεμίζει.
 
Εκείνον τον παρέλυσαν οι πόνοι
τα μέλη και την γλώσσα του. Το βλέμμα του γυρίζει
και ώρα πολλή σε πράγματα γνώριμα προσηλώνει.
Ατάραχος, τους παλαιούς ήρωας ενθυμίζει.
 
Απ’ έξω – τον εσκέπασε σιγή κι ακινησία.
Μέσα – τον σάπισεν ο φθόνος της ζωής, δειλία,
λέπρα ηδονική, μωρόν πείσμα, οργή, κακία.
 
Βαριά βογκά.– Ξεψύχησε – Θρηνεί κάθε πολίτου
φωνή: «Την πολιτεία μας ερήμαξ’ η θανή του!
Αλλοίμονον η Αρετή απέθανε μαζί του!»
 
Ο ΟΡΑΤΙΟΣ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
 
Εις της εταίρας Λέας το δωμάτιον,
όπου κομψότης, πλούτος, κλίνη απαλή,
νέος με ιάσμους εις τας χείρας ομιλεί.
Κοσμούσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί,
 
κι εκ συρικού λευκού φορεί ιμάτιον
με ανατολικά κεντήματ’ ερυθρά.
Η γλώσσα του ειν’ αττική και καθαρά,
αλλ’ ελαφρός τις τόνος εν τη προφορά
 
τον Τίβεριν προδίδει και το Λάτιον.
Ο νέος την αγάπην του ομολογεί
κι η Αθηναία τον ακούει εν σιγή
 
τον εύγλωττόν της εραστήν Οράτιον·
κι έκθαμβος βλέπει νέους κόσμους του Καλού
εντός του πάθους του μεγάλου Ιταλού.
 
ΕΠΙΤΑΦΙΟΝ
 
Ξένε, παρά τον Γάγγην κείμαι Σάμιος
ανήρ. Επί της τρισβαρβάρου ταύτης γης
έζησα βίον άλγους, μόχθου, κ’ οιμωγής.
Ο τάφος ούτος ο παραποτάμιος
 
κλείει δεινά πολλά. Πόθος ακήρατος
χρυσού εις εμπορίας μ’ ώθησ’ εναγείς.
Εις ινδικήν ακτήν μ έρριψ’ η καταιγίς
και δούλος επωλήθην. Μέχρι γήρατος
 
κατεκοπίασα, ειργάσθην απνευστί –
φωνής Ελλάδος στερηθείς, και των οχθών
μακράν της Σάμου. Όθεν νυν ουδέν φρικτόν
 
πάσχω, κ’ εις άδην δεν πορεύομαι πενθών.
Εκεί θα είμαι μετά των συμπολιτών.
Και του λοιπού θα ομιλώ ελληνηστί.
 
 
ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ 1868-1894)
 
ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΜΟΥ
 
Όλου του κόσμου τα νερά θάλασσα εσύ τα πίνεις
και γίνεσαι πλατειά-πλατειά κι ολούθε βασιλεύεις.
Και το δικό μου δάκρυ πιέ, πλατύτερη να γίνεις
και στοίχειωσέ το, θάλασσα, κι όσες φορές αγριεύεις
και φουρτουνιάζεις και βογγάς, κάμε το μύρο κύμα
όθε καράβι τούρκικο απαντά μαύρο ν’ ανοίξει μνήμα.
Και να μαζώνει τα κορμιά σα σίφουνας, σα μπόρα,
να τα ξερνάει μεσ’ του Σουλιού τη σκλαβωμένη χώρα.
Να ματωθούν οι βράχοι της, να βάψουν τ’ ακρογιάλια,
να κατεβούν τα όρνια της, οι λύκοι, τα τσακάλια,
να φαν και να χορτάσουνε και να σχωρνούν εμένα.
Κάμε το θαύμα, θάλασσα, να πέσω εδώ μπροστά σου,
να σου φιλώ τα κύματα. Κάμε το αυτό, στοχάσου:
Ίσως λιγότερο βαριά να μου φανούν τα ξένα.
 
 
ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ (1869-1920)
 
                 -
Από το μέτωπο, κρίνο λες που ανθίζει,
από της κόμης το χρυσό στεφάνι
ως το ωραίο πόδι που φτερούγια κάνει
και μες στ’ άνθη περνά και δεν τα ’γγίζει,
 
όλο το θείο της σώμα τριγυρίζει,
ωσάν να το ’χη η ίδια αυγή μοιράνει,
ένα φως που απ’ τα ουράνια λες και φτάνει
και σαν ο αυγερινός λευκοφεγγίζει.
 
Και μια πνοή από γύρω της χυμένη
μοσχοβολιές γεμίζει την ημέρα·
ό,τι βαθιά κι εμένα αγνό μου μένει,
 
ό,τι η καρδιά μου αμόλυντο κι αν κλείγη,
σαλεύει σιγαλά και στον αέρα
σαν ευωδιά και φως μαζί της σμίγει.
 
 
ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ (1870-1942)
 
ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΝΗΣΙ
 
Το ωραίο νησί που ο πόθος σου με ανάβει,
φαντάζομαι πως φεύγει κι αρμενίζει·
σαν πλώρες στον αφρό σκιρτούνε οι κάβοι
στων δέντρων τους ιστούς ο αγέρας τρίζει.
 
Το δρόμο που ξεκίνησε δεν παύει,
κι αν ούτε πάει εμπρός ούτε ποδίζει,
μα πάντα σαν ορθόπλωρο καράβι
δίχως εμέ του Αιγαίου το κύμα σχίζει.
 
Δίχως εμέ! Και μέσα τη χαρά μου
σα νύφη από τα στέφανα του γάμου
πήρε το πλοίο και πάει και δε γυρνά,
 
ενώ απ’ το βράχο, που έρημο και μόνο
μ’ έριξε η μοίρα, βλέπω να περνά
και μ’ άκρη απελπισία τα χέρια απλώνω.
 
ΚΡΙΝΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ
 
Ψυχή φρουμάζει, κόκκινη Ψυχή σαν αιμοστάτης!
στρώμα ζητάει του ύπνου της τη μυροφόρ’ αγκάλη
κρίνου, που περιλάμπιζε με τ’ αναφτέρισμά της,
κρίνου, πόχει γι’ αυτήν κλειστά τ’ανέσυρτά του κάλλη.
 
Τέτοιος και μες στη σιγαλιά της νύχτας της δροσάτης
σε Σε πετάει ολόψυχος κι ο λογισμός μου πάλι·
μη σου ταράζει τα όνειρα; κ’ ίσως θαρρείς ο μπάτης
πως σου χαϊδεύει ανάλαφρα τ’ ωραίο σου το κεφάλι;
 
Θα σ’ ανανοιώσει η φλόγα του στο πιο γλυκό σου βύθος
που η μαγιωμένη ξάπλωσε βραδιά στο αγνό σου στήθος
κάτω απ’ τα πεύκα τα παλιά ή κάπου σ’ έρμο βράχο.
 
Κι αν κάτι μάθης γύρω σου θερμά να φτερουγίζη,
–με ουδ’ όσον ήχο θ’ άκουες σαν ξένο αυτί βουϊζη–
θα πης το χέρι φέρνοντας στο μέτωπο: «Τι νάχω;»
 
ΤΡΕΛΛΗ ΧΑΡΑ
 
Με γυμνό πόδι στα πλούσια τα λουλούδια
με ξέπλεγα στις αύρες τα μαλλιά της
πετά η τρελλή Χαρά με τα τραγούδια
παιδούλα δροσερή σα μοσχομπάτης.
 
Σαν πεταλούδα βελουδένια χνούδια
τινάζει απ’ τα πολύχρωμα φτερά της
και στα τετράξανθά της τα πλεξούδια
κάτι αντιφέγγει σα μεσημεριάτης.
 
Και τη χαρά της δεν κρατάει στα στήθια,
μα εκεί που τρελλά κράζει: τι μου λείπει;
νά σου πετιέται από τα κουφολίθια
 
Η γριά η Ηχώ και της φωνάζει: η λύπη!
είμαι γριά και ξέρω· μόνον αν πάθης
μπορείς και τι’ ναι η χαρά να μάθης.
 
 
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ (1872-1923)
 
ΣΟΝΕΤΟ 5
 
Το σπάνιο μπλάβο ρόδο που μπροστά σου
         Στην ερμιά, μες στ’ αγκάθια του κλεισμένο
         Το είδες, φαινότουν να σου λέει: «Προσμένω
Τ’ άσπρο σου χέρι να με κόψει. Στάσου!»
Το τήραξες, κυρά, κι ολόγυρά σου
         Τ’ άχραντο βλέμμα ρίχνεις το βλοημένο
         Κι όλο τον κάμπο βλέπεις ανθισμένο
–Γεννά λουλούδια η γη για τη χαρά σου–
Και παίρνεις από τούτα και τ’ αφήνεις,
         Γιατί φοβάσαι μήπως σ’ αγκυλώσει
Μονάχα ακόμη μια ματιά του δίνεις
         – Πόνος αψύς μπορεί να σε λιγώσει–
Πέρα στο λόγγο η ροδαριά εξεράθη:
Καημένο μπλάβο ρόδο που εμαράθη!
 
ΑΤΙΤΛΟ
 
Στους στίχους σας, τραγούδια μου, έβαλα όλη
της ψυχής μου τη δύναμη, κ’ επήρα
στ’ αδέξια χέρια δοξασμένη λύρα
της κυράς σας να ευφράνω έτσι τη σκόλη.
 
Στ’ ανθιστό της ζωής της περιβόλι
πουλιά είσαστε, βγαλμένα από την πύρα
και τον καημό μιανής καρδιάς που η Μοίρα
με της αγάπης πλήγωσε το βόλι.
 
Στη μέθη του ρυθμού βρίσκει το θάρρος
η ελεύθερη λαλιά σας απ’ το βάρος
κρυμένου μυστικού να μ’ αλαφραίνει.
 
Μα άσκοπα την αλήθεια κελαδάτε
και από κλάδο σε κλάδο κυνηγάτε
ελπίδες που η φωνή σας ξεμακραίνει.
 
 
ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΚΙΠΗΣ (1879-1952)
 
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ
 
Δεν είναι μια… πολλές ειν’ οι Κολχίδες!
Και σ’ όλες, ω αργοναύτη, ένας αγέρας
σ’ έσπρωξε ανησυχίας, μ’ ωραίες ελπίδες
πως θαύρεις το Χρυσόμαλλο το Δέρας.
 
Μα το Χρυσόμαλλο το Δέρας, είδες
πως σε καμιά γωνιά τούτης της σφαίρας
δε βρίσκεται. Και ξενητιές, πατρίδες,
είδες σκιές πώς είναι της Χιμαίρας.
 
Μα τάχ’ από τα πριν – καθώς τόσοι άλλοι–
δεν τόξερες αυτό; Κι όμως στιγμή
η ψυχή σου δε δίστασε η μεγάλη.
 
Κ’ είπες: – Ακόμα ένας Χαμός τι βλάφτει!–
Ο,τι στο βάθος εποθούσες, μη
δεν είταν τάχα ο τίτλος του Αργοναύτη;
 
 
ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ (1879-1932)
 
ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
 
Πήραν στρατί στρατί το μονοπάτι
βασιλοπούλες και καλοκυράδες,
από τις ξένες χώρες βασιλιάδες
και καβαλάρηδες απάνω στ’ άτι.
 
Και γύρω στης γιαγιάς μου το κρεβάτι
ανάμεσ’ από δυο χλωμές λαμπάδες,
περνούσανε και, σαν τραγουδιστάδες,
της τραγουδούσαν –ποιος το ξέρει;– κάτι.
 
Κανείς για της γιαγιάς μου την αγάπη
δεν σκότωσε το Δράκο ή τον Αράπη
και να της φέρει το αθάνατο νερό.
 
Η μάνα μου είχε γονατίσει κάτου·
μ’ απάνω –μια φορά κι έναν καιρό
ο Αρχάγγελος χτυπούσε τα φτερά του.
 
 
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΟΙΝΟΣ (1880-1952)
 
ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ
 
Ήμερα
στη χλόη
που εθρόει
σύραμε τη χίμαιρα
Κι’ όπου
βόσκει
μόσκοι
τόνειρο τανθρώπου
 
σ’ ό,τι βρίσκει,
οι ήσκιοι
τα μύρα,
τα θροήσματα
στου Ήλιου τη λύρα
στέλνουν χαιρετίσματα.
 
 
ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ (1881-1962)
 
ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ
 
Γλεντάμε στις αυλές, κ’ είμαστε χίλιοι
μνηστήρες, κ’ η βουή μας όλο φτάνει
στα δώματά της, που βουβά τα κάνει
ο πόνος που έχουν τα σφιχτά της χείλη.
 
Ολημερίς υφαίνει, και το δείλι
ό,τι έπλεξε στον αργαλειό ξεκάνει.
Αχνογελούν στη δολερή πλεκτάνη
οι μαύροι λογισμοί της οι ανήλιοι.
 
Μα ο πόθος μας εμάς, κισσού στεφάνι.
τα μέτωπά μας ζώνει, και σαν ήλιοι
αστράφτουνε, κι ο νους μας δεν το βάνει,
 
πως ο κισσός θε να γενεί ασφοδίλι.
Ο ξένος όπου να ’ναι στο λιμάνι
αράζει· χαρωπά αλυχτούν οι σκύλοι.
 
 
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (1884-1951)
 
ΣΤΟΝ ΑΚΡΟΚΟΡΙΝΘΟ
 
Στον Ακροκόρινθο έπεφτεν η δύση
πυρώνοντας το βράχο. Κ’ ευωδάτη
φυκιού πνοή, απ’ το πέλαο, είχε αρχίσει
να μεθά το λιγνό βαρβάτο μου άτι…
 
Αφροί στο χαλινάρι· κι απ’ το μάτι
τ’ ασπράδι όλο φαινόταν· και να λύσει
τη φούχτα μου, απ’ τα γκέμια του γεμάτη,
πάλευε προς τα πλάτη να χυμήσει…
 
Ήτανε η ώρα; Ήτανε τα πλήθια μύρα;
Ήτανε βαθιά του πελάγου η αρμύρα;
η αναπνοή η απόμακρη του δάσου;
 
Α! λίγο ακόμα αν κράταε το μελτέμι,
ήξερα εγώ πως σφίγγεται το γκέμι
και τα πλευρά του μυθικού Πηγάσου!
 
 
KΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (1884-1974)
 
ΤΑΝΙΑ
 
Χειλάκια μισανοίγοντας φλογάτα,
δαχτυλίδι, που σ’ όλα το ταιριάζεις
τα στόματα, χαμογελάς και βγάζεις
τη γλωσσίτσα σου κόκκινη, σα γάτα.
 
Τ’ απλερά σου χαιράμενη μικράτα
σ’ όλους δεξά ζερβά σου τα μοιράζεις
αξεθύμαστα κι άσωστα! Ω! που βράζεις
σε πυροστιές γονάτων, ίσα κράτα.
 
Την κνήμη και δοντάκια σαν το ρύζι
γελώντας δείχνε! Αιώνιο πορφυρίζει
το ποίημα των ποδιών σου σε σκαρπίνι
 
μεταξωτό κι ως την ψυχή βυθούνε
των σφυρώ σου τα δίστιχα κι ανθούνε,
κολλύβρι, που το φως σε καταπίνει!
 
ΠΙΕΡΟΤΙΝΑ
 
Στη φαντασία μου μέσα έχουνε μείνει
τ’ αγκώνα σου όλο μέλι τα λακκάκια,
και το κακό που εκάναν δίχως κάκια
τα χείλια σου, βαμμένα με καρμίνι.
 
Κι ακόμη τα χρυσά σου κουδουνάκια
σαν καναρίνι αχούν, και μ’ αξιοσύνη
στον κούκο σου ψηλά λυγάει και κλίνει
το φτερό του κοκόρου όλο κανάκια.
 
Κι ανθίζει το πηγούνι σου, χιονάτο
τριαντάφυλλο στη μάσκα σου αποκάτω·
και βαθιά μου κυλάει, καθώς εκύλα
 
τότε με του βοριά, ω Πιεροτίνα,
το φύσημα, και, με την πρώτη αχτίνα
του ηλιού, της απιστίας σου η φαρμακίλα.
 
ΟΡΕΣΤΗΣ
 
Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα, να φανείς, ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα
 
τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα
χαμόγελον, ιδές πώς σ’ έφερ’ έως
στ’ Άργους την πόλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.
 
Κανείς δεν σε γνωρίζει εδώ· και συ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον, κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια
 
και το έργο σου, σα να ’ταν άλλος, κάμε·
έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
για το αίμα της μητρός σου για η ντροπή σου.
 
ΤΟ ΣΟΝΕΤΟ
 
Σαν άστρ’ ο πάγος μες το κοκκινέλι
τρεμολάμπει· μοσκοβολάν, κοράλλια
σγουρά, στο δίσκο οι φράουλες. Μαϊστράλια
θυμητικά ξυπνώντας, άγουρη Έλλη,
 
της καρδιάς μου το χάρτινο καστέλι
σαλεύεις· κι ω θαμπωτική μου ντάλια,
Ρίκα, γελάς οπίσω απ’ τη βεντάλια·
και παίζει με τον ήλιο, ως χρυσό τέλι,
 
κοκέτ’ Ανθή, του πνεύματός σου η χάρη!
Βλογημένη ολονώ σας η σκληράδα!
Στης έμπνευσης τα ηλύσια καβαλάρη
 
με πάει, που του σονέτου η βρυσομάνα
τρέχει, με δεκατέσσερις αράδα
κάνουλες, μέλι, γάλα, ουράνιο μάνα.

 
ΜΑΡΙΝΟΣ ΣΙΓΟΥΡΟΣ (1885-1961)
 
O ΑΝΤΕΡΩΤΑΣ
 
Στης Γνώσης εκοιμήθηκα το δέντρο κάτου
κι αλήθεψε κρυφή χαρά μες στ’ όνειρό μου
καθώς περνούσε απ’ την άκρη του έρμου δρόμου
ο Αντέρωτας, σαλεύοντας τα θεία φτερά του.
Έφεγγε λάμψη μαγική στο ανάβλεμμά του
κι ανάλαφρος ήρθε κι εστάθη στο πλευρό μου
διώχνοντας το βουβό φάντασμα του άγριου τρόμου
που με παράστεκε σαν ίσκιος του θανάτου.
 
Σε όλη την πλάσην έλαμψεν ουράνια χάρη!
ο πόθος στην ψυχή μου κελαηδούσε πάλι
το σκοπό της Αγάπης. Κι είδα αγάλι – αγάλι
ψηλά να σειέται ολάνθιστο κάθε κλωνάρι,
κι άκουσα τη Ζωή με το ρυθμό της νιότητς
ν’ αντιλαλή, μα να μη λέει το μυστικό της.
 
ΟΝΕΙΡΟ
 
Ήμουν τάχα νεκρός; ή κοιμισμένος
στης Μοίρας το ανθοστόλιστο κλινάρι;…
Ένας ίσκιος ήρθε σ’ εμέ σταλμένος
ωραίος σαν κόρη και σαν παληκάρι!
 
–«Ω αγγελική μορφή, (του είπα ο θλιμμένος
και του άπλωσα τα χέρια), σαν θεία χάρη
μ’ ένα φιλί κι ο πόθος φτερωμένος
θέλει το στερνό πέταγμα να πάρει…
 
Μιαν ουράνια χαρά στη γη προσμένω…
Σε όνειρο μυστικό κι αγαπημένο…
Κι άλλο δώρο δε ζήτησα ποτέ μου»–
 
Και παραιτώντας του κορμιού το βάρος
o ίσκιος μ’ επήρε σαν πνοή του ανέμου…
Ήταν η Δόξα; ο Έρωτας; ή ο Χάρος;
 
 
ΟΜΗΡΟΣ ΜΠΕΚΕΣ (1886-1970)
 
ΤΟ ΧΑΛΙ
 
Έβαλε διάτα ο δυνατός Βεζύρης απ’ την Πόλη
κ’ υφαίνουν άταιρο χαλί ραγιάδισσες κυράδες.
Της ξακουστής Αγιά Σοφιάς θα το χαρούν οι θόλοι
κι απάνω του θα σκύψουνε προφητικοί χοτζάδες.
 
Παίρνουν οι κόρες το άλικο που έχουν στα χείλη, κι όλη
τη φλόγα που έχουν στην καρδιά τη χύνουν σ’ εμορφάδες
και μέρα νύχτα υφαίνοντας, δίχως σταμό και σκόλη,
χλωμιάζουν, σα να λυώνουνε μαρμαρωτές λαμπάδες.
 
Περνούνε μήνες και χρονιές και σώνει το χαλί.
Κ’ η πιο τρελλή της συντροφιάς πετιέται, η πιο τρελλή,
Και λέει: «– Ό,τι ξέρει ο δουλευτής, δεν ξέρει ο νοικοκύρης.
 
Στο πόδι!» Και με χάχανο, που αντήχησε ηχηρό,
Πάνω στ’ αγιόπρεπο χαλί ζυγιάζουν το χορό!
–        Να τόξερε ο Βεζύρης!
 
 
ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ (1888-1942)
 
ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
 
Το δρόμο, όπου ψωνίζουν οι κοπέλλες,
φορεματάκια πλούσια, βελουδένια,
περκάλια και μετάξια και νταντέλες,
για τα κορμάκια τους τα φαρφουρένια.
 
Ανηφόριζε ο πλάνος σαν σε τρέλλες
να τον τρίκλιζε η θεία η ασημένια
Πανσέληνη φεγγοβολή, ως κορδέλλες
που ξεδίπλωνε μάγια πουπουλένια.
 
Στον πλανταγμένο και παντέρμο δρόμο,
η ανάκρουση του πιάνου κατεβαίνει,
επάνω απ’ το τετράκλειστο το σπίτι.
 
Η εμποροπούλα τον καημό της βγαίνει
κι ένα τρελλός στου Έρωτα το νόμο,
την ψάλλει απ’ την Υπάτην ως τη Νήτη.
 
Σ’ ΕΚΕΙΝΕΣ
 
Δεν ήταν πόθου ή νοσταλγίας μεθύσι
μονάχα που μ’ εκύλησε μαζί σας
απ’ της σπουδής να πιω τη λάλα βρύση,
τάχα για να ’βρω τ’ ήταν η ψυχή σας.
 
Χύθηκα, βρύση αγάπης, μ’ εσάς, βρύση,
να σμιχθώ σαν στοιχείο με την ειδή σας,
της ομορφιάς η γνώση να μου αυξήση
τη λαχτάρα, μες στο γλυκό φιλί σας!
 
Κι αν τ’ απόσταγμα σύναξα, μελίσσι,
αιώνια να φυλάξω σε κυψέλη,
το κερί λιώνει κι αργοστάει· το μέλι
 
στα κύπελλα του Στίχου, να μελίση,
στης Ρίμας να γλυκάνη τη μαγεία,
την πικρή της ζωής μας ιστορία.
 
ΠΡΕΛΟΥΝΤΙΟ
 
Επάνω από της ντάμας το κουτί
στάθηκες τάχα σαν αφηρημένη:
είχαν παίξει δυο νέοι και ξεχαστεί
σε πολυθρόνες δίπλα καθισμένοι.
 
Τυχαίοι, ασύνδετοι κι αυτός κι αυτή,
ως κι εμείς σε ματιά στιγμής και ξένη·
κι όμως ανάμεσα στους δυο μας, τανυστή,
άγγιγμα, κόρδα ηχόδιψη, προσμένει.
 
Το χέρι σου αναδεύει και γλιστρά
τα πούλια επάνω στ’ άσπρα και στα μαύρα:
όλη μου μες τη συλλογή σου η λαύρα
 
χύνεται να μαντέψει, και μετρά
το κάθε ανάβλεμμά σου και την έννοια,
δική της, μ’ άυλα ζύγια, ω μυγδαλένια!
 
ΙΔΑΛΓΟΣ
 
Πάντα κλωθογυρίζει μεσ’ τα φρένα
και στ’ όνειρο συχνά με βασανίζει
κι’ έρχεται και γυρνάει σα ρεφρένα
την αλησμόνητη ώρα να θυμίζη.
 
Έφυγε σε ταξείδια ονειρεμένα,
κι’ αν η γολέττα μου καιρό αρμενίζη,
σε λιμάνι δεν ηύρε την κανένα,
όσο κι’ αν τα πελάη του ύπνου σχίζη.
 
Κι’ αν στο καπέλλο χθες φτερό ελυγούσε,
Κι’ αυτή, μαντίλλια στα μαλλιά εφορούσε,
ιππότης ιδαλγός και Ανδαλουσία.
 
Περνούσε στο πλευρό μου όπως και πρώτα,
σα νάφευγε προς την Αχερουσία,
με τα μάτια στηλά προς άυλα φώτα!
 
ΔΩΡΟ ΘΕΩΝ
 
Ό,τι κι αν είπα το κακό, ήταν ξένο,
ό,τι σκληρό, βαρύ κι αν ψιθυρίσω,
μοιάζει από χείλη άλλα ειπωμένο,
που και σ’ αυτά σα να γυρίζει πίσω.
 
Αγνό, γαλάζιο, διάφανο, αγιασμένο,
σαν φυλαχτό η καρδιά μου παραδείσο,
σκιρτά και για τ’ ωραίο και το θλιμμένο
για το πλατύ, το μακρυνό και το ίσο.
 
Μα τάχα κι αν το λέω, τι θα σημαίνει;
συναίσθημα καθάριο που όλοι νοιώθουν
κάποιες στιγμές ιερές που οι Μοίρες κλώθουν.
 
Και για τους ταπεινούς μια μυρωμένη,
μιάν άυλη, ολογάλανη ατμοσφαίρα,
στου ψυχικού των κόσμου την εσπέρα.
 
 
ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ ΣΙΤΣΑ (…..)
 
ΟΛΑ ΕΙΝΑ ΑΓΑΠΗ
 
Τα χρυσαστέρια
τα ωραία βράδυα,
φιλιά και χάδια.
Πιασμένα χέρια.
 
Και τ’ άνθια ταίρια
ρουμπίνια ασπράδια,
φιλιά και χάδια,
Μες στα πανέρια.
 
Πλάι στο παρτέρι,
Έλα αγαπούλα,
με τη δροσούλα.
 
Το μαγιονέρι
θα σε ποτίσω,
σαν σε φιλήσω.
 
 
KΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ (1890-1953)
 
ΠΕΡΑΣΤΙΚΕΣ
 
Γυναίκες που σας είδα σ’ ένα τρένο
τη στιγμή που κινούσε γι’ άλλα μέρη·
γυναίκες, που σας είδα σ’ άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο·
 
γυναίκες, σε μπαλκόνια, να κοιτάτε
στο κενό μ’ ένα βλέμμα ξεχασμένο
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ’ ένα μαντήλι αργό να χαιρετάτε·
 
να ξέρατε με πόση νοσταλγία
στα δειλινά τα βροχερά και κρύα
σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,
 
ω εσάς που επεράσατε μιαν ώρα
απ’ τη ζωή μου μέσα και που τώρα
στα ξένα έχετε πάρει την ψυχή μου.
 
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
 
Ατσάλινος και σοβαρός απάνω στ’ άλογό του
το αχαμνό, του Θερβαντές ο ήρωας περνάει·
και πίσω του, στο στωϊκό γαϊδούρι του καβάλα
ο ιπποκόμος του ο χοντρός αγάλια ακολουθάει.
 
Αιώνες που ξεκίνησε κ’ αιώνες που διαβαίνει
με σφραγισμένα επίσημα, ερμητικά τα χείλια
και με τα μάτια εκστατικά, το χέρι στο κοντάρι,
πηγαίνοντας στα γαλανά της Χίμαιρας βασίλεια…
 
Στο πέρασμά του απ’ τους πλατιούς του κόσμου δρόμους, όσοι
τον συντυχαίνουν, για τρελό τον παίρνουν, τον κοιτάνε,
τον δείχνει ο ένας του αλλουνού – κ’ ειρωνικά γελάνε.
 
Ω ποιητή! Παρόμοια στο διάβα σου οι κοινοί
οι ανθρώποι χασκαρίζουνε. Άσε τους να γελάνε:
οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κ’ οι Σάντσοι ακολουθάνε!
 
 
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ (1890-1964)
 
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΤΣΙ ΜΙΛΗΣΕ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΨΩ
ΣΑΝ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΝΑ ΤΗΝ ΕΓΚAΤΑΛΕΙΨΕΙ
 
Στη θαμπερή βραδιά φαντάζει χιόνι
το διάφανο κορμί σου. Μ’ αφροδίσια
λαύρα ερπετού η αγάπη σου η φιδίσια
σφίγγει βαρύ τη μέση μου βραχιόνι.
 
Του φιλιού σου τ’ ασώπαστο τριζόνι
κ’ η ματιά σου μου χάρισαν τα ηλύσια.
Δε βλέπω· δεν ακούω· σαν τα μελίσσια
η θύμιση η παλιά με περιζώνει.
 
Με κράζουν γλάροι. Η θάλασσα φωνάζει,
αφρό στα ογρά μου βλέφαρα τινάζει
κ’ είναι για με σκλαβιά η αθανασία.
 
Δώσε με πάλι στην αβέβαιη μοίρα,
λεύτερη να με φέρνει η φαντασία
μ’ ένα σανίδι απάνω στην αλμύρα.
 
 
ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (1893-1943)
 
ΒΑΟ, ΓΑΟ, ΔΑΟ
 
Ζινώντας αποβίδονο σαβίνι
κι απονιβώντας ερομιδαλιό,
κουμάνισα το βίρο του λαβίνι,
με σάβαλο γιδένι του θαλιό.
 
Κι ανέδοντας εν άκονο λιβίνι,
που ραδαγοσαλούσε τον αλιό,
σινέρωσα τον άβο του ραβίνι,
σ’ εν άφαρο δαμένικο ραλιό.
 
Σουβέροδα στ’ αλίκοπα σουνέκια,
μες στ’ άλινα που δεν εσιβονεί,
βαρίλωσα τ’ ακίμορα κουνέκια,
 
και λαδαμποσαλώντας την ονή,
καράμπωσα το βούλινο δινάρι,
σαν άλιφο τουνέσι που κινάρει.
 
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
 
Η θλίψη του καλοκαιριού με πήρε χτες, βαριά,
καθώς περνούσ’ απ’ την αλέα, που πέθαιναν τα ρόδα,
και σταματώντας τη ματιά κατά το δείλι, το ’δα
να πέφτη τόσο μοναχό, μες στα γυμνά κλαριά…
 
Κι ο νους μου πήγε στις καλές, τις ήμερες βραδιές,
όταν ανθούσαν οι βραγιές, κι ανάσταιναν οι κλώνοι,
–τότε που σμίγουν οι ψυχές, κι ανοίγουν οι καρδιές,
και μες στη νύχτα, μαγικά, τρεμολαλεί τ’ αηδόνι…
 
Και σαν εχύθη του βαθιού μεσονυχτιού ο θυμός,
και χίμηξε απ’ τα πέλαγα, γοηρή και ποντοπόρα,
ξεσπώντας πάλι, ξαφνικά, μες στις βραγιές, η μπόρα,
 
μ’ άγγιξε τόσο αδερφικά του κήπου ο πεθαμός,
των ρόδων το ξεφύλλισμα, και της βροχής ο σάλος,
–        που είπα ξανά δε θα χαρώ, μήτε κανένας άλλος…
 
 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ (1893-1984)
 
[ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΩΝ ΠΕΥΚΩΝ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΛΑΤΩΝ]
      (δημοσιεύτηκε το 1914 στην εφημερίδα της Χαλκίδας
      «Εύβοια»  –δεν έχει συμπεριληφθεί σε κάποια συλλογή
      του Σκαρίμπα)
 
Πέρα απ’ των πεύκων των βουβών και των ελάτων
των σκυθρωπών, τη θλιβερή μελαγχολία
κι απ’ τη σιγή και τη γαλήνη των μνημάτων
συ της ψυχής μου πάντα φτάνεις τρικυμία.
 
Σέρνεται μέσα μου η ζωή των συντριμμάτων
κι η σιωπηλή των πεθαμένων ευτυχία
κι από το κρίμα πόχει η ώρα των κλαμάτων
παίρνουν τα μάτια μου για φως την αμαρτία…
 
Όμως το γέλιο των νεκρών κι η περηφάνεια
κι οι καγχασμοί των σκελετών και των κρανίων
περ’ απ’ τη χώρα των βουβών και αιωνίων.
 
Φέρνει σε μένα για θυσία τη μετάνοια
πόχει για ύπνο η ζωή των χαλασμάτων
κι ο χαλασμός (πόχει) για άσμα των ασμάτων!
 

ΤΑΚΗΣ ΜΠΑΡΛΑΣ (1894-1963)
 
OΡΘΡΟΥ ΒΑΘΕΩΣ…
 
ΕΛΕΥΘΕΡΙΩ ΑΛΕΞΙΟΥ ΤΩ ΑΓΑΠΗΤΩ
       ΟΝ ΕΓΩ ΑΓΑΠΩ ΕΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
 
Τα μάτια απαρνημένος και τα φρούδα,
τα Τίμια Δώρα σώα κράταγε συ,
σαν κόκκαλα σε λάρνακα χρυσή,
με σμάλτα και με κόκκινα βελούδα·
 
σαν ανεράϊδα σε πλατάνου φλούδα
να σε σφαλάν εφτάδιπλοι κισσοί·
μες στα μετάξια, τ’ αλαφρά να σει
φτερά η ουρανική σου πεταλούδα.
 
Ως νάδουμε, καλέ μου, την αυγή
να μας γλυκοφωτάει, ως που να βγει
ο Αυγερινός, κι’ η μέρα να προκόψει·
 
ως νάρτει η ώρα ο πλούτος ο κρυφός
μέσα μας φως να γένει, κι' ωσά φως,
σαν άστρου ως να μας χαράξει η όψη…
 

Τ.Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ (1895-1976)
 
EΡΗΜΟΤΟΠΟΣ
      (μετάφραση από την «Έρημη χώρα»
      του Τ.Σ. Έλιοτ –δεν έχει συμπεριληφθεί
      σε κάποια από τις συλλογές του Παπατσώνη)
 
Με τον καιρό, γιγάντιο δέντρο υψώθη
στον παράδεισο με πυκνή τη σκιά.
Απ’ τους αγγέλους ποτές δεν ειπώθη,
λόγος ουδείς, για τόσην ομορφιά!
 
Τις νύχτες μόνο τις χωρίς φεγγάρι,
το δένδρον σαν σκοταδερά, σαν άγρια βάρη
στις ψυχές έρριχνε τις Αρχαγγελικές.
Το Δένδρον  εγέννα Οπτασίες κακές!
 
Ήτο νυχτιές, που εμαύριζε ως καμμένο,
κι’ άλλες που διάχυνε χρυσή φεγγοβολή!
Κι’ η Παναγία ηρέσκετο κρυμμένο
 
το Πρόσωπον έχουσα σ’ ένα μαβί πανί,
να διαλογίζεται πολύ, στο δέντρο εμπρός,
σαν να ήτον όχι Δέντρο, αλλά ο Σταυρός!
 
ΤΑ ΦΙΔΙΑ
 
Οι πλούσιες των παραποταμίων των λιβαδιών φυτείες
μολύνονται από τα φαρμακερά, τα αισχρά τα φίδια:
τα ωραία καλάμια, θρυλικά της δροσιάς των οχτών τα στολίδια
χάμου, των πλατανιών τα πηχτά φύλλα, –εστίες
όλα γινήκανε στις όχεντρες, που είναι Αμαρτίες
παλιές, βαρειές, τιμωρημένες: «Σεις την ίδια
τη Γη, που σας εγέννα, να την τρώτε! Και τις θείες
εκστάσεις τ ’ ουρανού να στερηθείτε, ω αισχρά φίδια!»
είπεν ο Θεός.
                 –Μα κι’ από σένα, ω Γόητα, κι’ απ’ το κορμί σου
το αγαλματένιο, Έφηβε μάγε, το μουντό σαν γάλα,
με τις απόπνοιες μόσχου αγνού βουνίσιου,
κι’ από τα μάτια σου τα ερωτικά και τα μεγάλα,
κι’ από τα μελιστάλαχτα τα χείλια,
πετιέται βάρβαρη όχεντρα και με δαγκώνει, η Ζήλεια.
 
 
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (1896-1928)
 
ΧΑΜΟΓΕΛΟ
 
      Χωρίς να το μάθει πότε, εδάκρυσε
      ίσως γιατί έ π ρ ε π ε να δακρύσει,
      ίσως γιατί οι συφορές έ ρ χ ο ν τ α ι
 
Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι·
απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.
Δε βρέχει πια. Κ’ η κόρη αποσταμένη
στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.
 
Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη·
κ’ έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη.
 
Ξεφεύγουν απ’ το σύννεφον αχτίδες
και κρύβονται στα μάτια της· τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες
 
που στάθηκαν στο μάγουλα διαμάντια
και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.
 
ΧΑΡΑ
 
Ελπίζω το λουλούδι κι απ’ τα σχίνα.
Γελάει το χλόισμα σαν τον έρωτά μου.
Το πεύκο παίζει αβρό με την αχτίνα.
Θα ευώδιασαν οι τάφοι, κλίνες γάμου.
 
Παλμός του δάσου, φεύγει μια ελαφίνα.
Και δίπλα που ξαπλώσαμε δω χάμου
την ψυχούλα τους στάζουν άγρια κρίνα
κι ανοίγει, ρόδο αιμάτινο, η χαρά μου.
 
Τη βλέπω –στα μαλλιά σου πνέει– την αύρα.
Είναι βαθιά τα μάτια σου όπως να ’βρα
το δρόμο της ζωής μου, τον Απρίλη.
 
Πια δεν πονώ μηδέ την ανεμώνη,
στης γης η ερωτοπάλη που τη λιώνει,
καθώς ορμάω για να σου πιώ τα χείλη.
 
ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ
 
Τότε λοιπόν αδέσποτο θ’ αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.
 
Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.
«Καληνύχτα, το φως χαιρέτησέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρύσω.
 
Όταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
–πρώτη φορά– σε τέσσερων τον ώμο.
 
Ύστερα, και του βίου μου την προσπάθεια
αμείβοντας, το φτυάρι θα με ρένει
ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.
 
EIMAΣΤΕ…
 
Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.
 
Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.
 
Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσης.
 
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
 
ΤΑΦΟΙ
 
         Ελένη Σ. Λάμαρη, 1878-1912.
                Ποιήτρια και μουσικός.
Επέθανε με τους φρικτότερους πόνους στο σώμα
      και με τη μεγαλύτερη γαλήνη στην ψυχή
 
Πόση ησυχία δωπέρα βασιλεύει!
Οι τάφοι λες κι αυτοί χαμογελούνε,
ενώ με κεφαλαία σιγά μιλούνε
οι νεκροί γράμματα, βαθιά στα ερέβη.
 
Από κει, στην καρδιά μας που ειρηνεύει,
με απλά θέλουνε λόγια ν’ ανεβούνε.
Μα το παράπονο, ή ό,τι κι αν πούνε,
τόσο έφυγαν μακριά –δεν χρησιμεύει.
 
Είναι όλος, να, διασταυρωμένα δύο
ξύλα ο Μαρτζώκης. Να ο Βασιλειάδης,
ένα μεγάλο πέτρινο βιβλίο.
 
Και μια πλάκα στη χλόη μισοκρυμμένη
–έτσι τώρα τη συμβολίζει ο Άδης–
να η Λάμαρη, ποιήτρια ξεχασμένη.
 
ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ
 
Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν
σαν στήλες δύο δύο μες στα γραφεία.
(Ηλεκτρολόγοι θα’ ναι η Πολιτεία
κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν.)
 
Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν
Αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
«Συν τη παρούση αλληλογραφία
έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.
 
Και μοναχά η τιμή τους απομένει,
όταν ανηφορίζουμε τους δρόμους,
το βράδυ στις οχτώ, σαν κουρντισμένοι.
 
Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,
σκέπτονται το συνάλλαγμα, τους ώμους
σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι.
 
AD SOMNUM
 
Μυροβόλο προσμένει το κρεβάτι,
κι αυτή με τα χρυσόμαλλα λυμένα
στο κόνισμα τα χείλια δειλιασμένα
εκόλλησε από ευλάβεια γιομάτη.
 
Επέταξε τα ρούχα της. Ροδάτη,
μισόγυμνη ξεπρόβαλε η παρθένα
κι αστράψαν στο φεγγάρι ασημωμένα
τα κάλλη που θαμπώνουν κάθε μάτι.
 
Στα πούπουλα τ’ ανάλαφρα πλαγιάζει
κι από ηδονή –θαρρείς– ανατριχιάζει
στου σεντονιού το μεταξένιο χάδι.
 
Σαν έλθει το χρυσόνερο, αγγελούδια
θα μαζωχτούνε γύρω της ομάδι,
στην παρθενιά να ψάλλουνε τραγούδια.
 
ΔΙΑΚΟΣ
 
Μέρα του Απρίλη.
Πράσινο λάμπος
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.
 
Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.
 
Εκελαδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.
 
Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»
 
ΛΥΚΑΒΗΤΟΣ
(δεν είχε συμπεριληφθεί σε ποιητική συλλογή
–δημοσιεύτηκε το 1922 στο περιοδικό ΝΟΥΜΑΣ)
 
Κι ανέβηκα! Και ξέφυγα! Και χάμου
η Αθήνα σα να πέθανε. Τα μύρα
βουνίσια με χτυπήσανε. Τριγύρα
τα πεύκα είναι προστάτισσα φρουρά μου.
 
Και δρόμο θε να δώσω στη χαρά μου!
Τ’ αγέρι πνέει σα ν’ άνοιξε η θύρα
του Παραδείσου. Πίσω σα να επήρα
για λίγο της ψυχής την παρθενιά μου.
 
Ήλιος! Χρυσή στο βάθος η λουρίδα
της θάλασσας αστράφτει του Φαλήρου
και το νησί μου χάνεται πιο πίσω.
 
Μ’ εξάγνισε το ανέβασμα, πατρίδα,
και θα ’ρθω με τη βάρκα μου του ονείρου
με τα κουπιά του πόθου θα κινήσω….
 
Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ
Με τον καιρό που πρόσχαρη ήταν νέα
–αλίμονο!– για να αναμετρηθεί,
για να ’βρει ένα σκοτάδι πιο βαθύ
σέρνεται προς την πένθιμη αλέα.
 
Βαριά στη ζωή της έπεσε η αυλαία
και δεν μπορεί καλά να θυμηθεί:
Το χείλος, μόνο ξέρει, δεν ανθεί,
δεν είναι πια τα μάτια της ωραία.
 
Κι όπως τα δέντρα ολόγυρα σιωπούν,
έτσι ποτέ για εκείνον που τη χάνει,
ποτέ δε θα ’ρθουν άνθρωποι να πουν.
 
Αχ, μήτε τα’ όνομά του εδώ δεν φτάνει!
Να ζει; Και πάντα ναν τον αγαπούν;
Μην έχει τάχα – σαν αυτή – πεθάνει;
 
ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ
 
Με ξέσκεπα τα στήθια, με κρυμμένα
τα μάγουλα στη μάσκα, τριγυρίζουν
οι βλάχες, οι κοντέσες, και χαρίζουν
ολούθε χαμογέλια ονειρεμένα.
 
Πιερότοι κι αρλεκίνοι, μ’ αναμμένα
τα μάτια τους, τις γύμνιες αντικρίζουν
και –απόκριση στα γέλια– πλημμυρίζουν
τη γλύκα πα’ στα χείλια τα βαμμένα
 
τη γλύκα του φιλιού. Κάποιος ιππότης
με μια που ’ναι ντυμένη σα δεσπότης
–παράξενο ζευγάρι-  σιργιανάει.
 
Κι ο διάολος μες στου ντόμινου τ’ ατλάζι
φιλιά μ’ εν’ αγγελούδι σαν αλλάζει,
ουρλιάζοντας τη μαύρη ουρά κουνάει.
 
 
ΑΛΚΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (1896-1981)
 
Ο ΑΕΤΟΣ
 
Την Άρκτο τη Μεγάλην, Αετό
εσήκωσα στον ύπνο μου χθες βράδι.
Λαχτάρα μου το σπάγκο να κρατώ
λαχτάρα μου μην πέσει στο σκοτάδι.
 
Τα τρία σκόρπια αστέρια, στην ουρά
κάπως λειψά κι ανάποδο το ζύγι.
Όμως η Άρκτος μου, χωρίς φτερά
δεξά – ζερβά, λυγιόταν, μη μου φύγει…
 
Παράλογο, μεσ’ στους αστερισμούς
(προτού ψάξει η Ηώς στον Υμηττό)
εκείνον ακριβώς να ξεδιαλέξω!
 
Κι ενίσταται και απορεί ο νους
την Άρκτο τη Μεγάλην, Αετό
να σέρν’ (ω) εγώ κι από τον Κόσμον έξω.
 
ΕΝ ΚΟΡΑΚΕΣΙ
 
Ήλθα γυμνός κι απέρχομαι γυμνός.
Ήμουν σκουλήκι: στάθηκα σκουλήκι.
Δεν ζήτησα τον οίκτο κανενός
κι ας λύγισα στον τρόμο και τη φρίκη.
 
Στους κόσμους που μου κρύβει ο ουρανός
πλέκει την κόμη της η Βερενίκη
και με καλεί. Δεν είναι χαλινός
που με κρατάει εδώ, μα καταδίκη.
 
Όμως ποθώ τη λευτεριά! Να φύγω
σ’ άλλους καιρούς στους «Κόρακες» ή πέρα
κι απ’ τον αγύριστο για τιμωρία
 
καθώς φοβάμαι –και δεν είναι λίγο–
την ίδια τη σκιά μου νύχτα–μέρα
ανάμεσα στ’ ανθρώπινα θηρία.
 
 
ΚΛΕΑΡΕΤΗ ΔΙΠΛΑ-ΜΑΛΑΜΟΥ (1897-1976)
 
ΤΡΥΓΟΣ
 
Τ’ άγουρο φρούτο πάρε να χρυσώσει
για μας στον κλώνο· το ποθούσα τόσο!
Στον κήπο όπως κι αν ήμουνα και μ’ όση
λαχτάρα στο πλευρό σου, ούτε ν’ απλώσω
 
Στη σάρκα του το χέρι να ζυγώσει
δεν ήθελα, μην τύχει και πληγώσω
την άχραντη δροσιά του πριν μεστώσει
και τις χλωμές του χάρες μαραζώσω.
 
Μα σήμερα που ξύπνησε, ω χαρά μου!
στην ώριμη την ώρα κάποιου γάμου
κι ο αβάσταχτος χυμός του για μας στάζει.
 
Αλάργα κάθε ακόμα! Στην ακμή του
τώρα το νιώθω· αύριο μαζί του
ο τρύγος θάχει κάτι από μαράζι.
 
 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900-1971)
 
ΣΟΝΕΤΟ
(δημοσιεύτηκε το 1922 στο περιοδικό «Βωμός»
που εκδιδόταν στο Παρίσι)
 
Κυττούσα το τρισκότιδο στην έρημη φωλιά μου
Τις λιγοστές χλωμάδες της σιγά –σιγά να πνίγει
Και μέσα μου ν’ αργοπατά, λες στ’ άσπλαχνο κυνήγι
Τις χλωμολάμψεις γύρευε που μέναν στην καρδιά μου.
 
Και σε θωρούσα, αγάπη μου, λες μες στην αγκαλιά μου,
Σαν τους πεντάμορφους καιρούς, που αλλοίμονο έχουν φύγει
Με τα θαμπόχρυσα μαλλιά, το στόμα που αχνοσμίγει,
Φάντασμα κοκκαλιάρικο σταλμένο απ’ τα παλιά μου.
 
Ποιο φως κρυφοξεφεύγοντας το αχόρταγο σκοτάδι,
Στο σκοτεινό ανατρίχιασμα κάποιο αχτιδένιο χάδι,
Μαγνητισμένη κράταγε την όψη τη θολή
 
Και απελπισμένα πάλευα τα χείλη μου ν’ αγγίξω
Και όση πνοή σου απόμενε σύψυχα να ρουφήξω
Ως που θανάτου να γενή το ερωτικό φιλί.
 
 
ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ (1902–1930)
 
ΧΡΥΣΑΝΘΕΜΑ
 
Ωχρή πορφύρα! Και το δάκρι μαγικό
πετράδι έχει γενεί στη φορεσιά σας.
Τι κι αν φοράτε διάδημα βασιλικό
στη μαύρη χειμωνιά την ομορφιά σας.
 
Του ξανθού Ηλίου το φιλί διαβατικό
κι’ αν παίξει στα χρυσόξανθα μαλλιά σας,
δε θάναι ελπίδα, ούτε όνειρο θάναι γλυκό,
μόνο πιο κρύα θα νοιώστε τη χιονιά σας.
 
Ωχρή πορφύρα! Και ο βορηάς που το «ωσαννά»
σας τραγουδάει μ’ όλα τα λουλούδια,
τα φύλλα σας μαδάει πριν μαραθούν.
 
Κι όσα πετράδια η πάχνη αφήνει ταπεινά,
δοξαστικά όσα η θύελλα τραγούδια,
στην άχαρη καρδιά σας δάκρια ανθούν…
 
ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ
 
Δύναμη ανώφελη σε φέρνει ενάντια
του χαραγμένου δρόμου των κυμάτων.
Κι αν τους μικρούς κουρσάρους σου απ’ αγνάντια
δένει η φρίκη των άφαντων μνημάτων,
 
Να, της ορμής σου η θλιβερή κατάντια:
σ’ ερωτιάρικο εν άσμα των ασμάτων
και της λύσσας του αφρού σου, σε διαμάντια
χάρες υποταγής στο πέρασμά των
 
Των δυνατών να σε πατούν! Μεγάλη
η μοίρα σου κι ανίκητη είναι. Φτάνει.
Σκύψε μπροστά της κάλλιο το κεφάλι.
 
Η δύναμή σου, ανθοί για να κοσμούνε
των νικητών σου το άδικο στεφάνι
που είναι απ’ τη μοίρα, εκείνοι να νικούνε.
 
 
ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (1903-;  )
 
ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΣΚΑΚΙΟΥ
 
Προσεχτικό κι ασάλευτο, βουβό κι αφαιρεμένο,
στο μαύρο ή στ’ άσπρο, υπάκουο, πηδάει και περιμένει.
Στο μαύρο ή στ’ άσπρο, ασάλευτο, βαθιά συλλογισμένο,
το σκυθρωπό κι αμίλητο παιγνίδι λογαριάζει.
 
Μια κίνηση, άλλη κίνηση, μια σκέψη, κι άλλη σκέψη.
Τριγύρω οι ξύλινοι του εχθροί κ’ οι επίβουλοι σκοποί τους.
Τι να σκεφθεί, να σοφιστεί και τι να λογαριάσει;
Μες στα στενά τετράγωνα εσώθηκεν η σκέψη
 
κι έγινε πια μονότονη και γνώριμη η ζωή του.
Μια κίνηση, άλλη κίνηση, μια σκέψη –η ίδια σκέψη!
Το σιωπηλό παιχνίδι του μετρά και λογαριάζει,
 
μα όμως το ξέρει πως γραφτό σ’ όλη είναι τη ζωή του,
να ορμά μέσα στους ξύλινους εχθρούς του και να πέφτει,
στο μαύρο ή στ’ άσπρο, ηρωικά, κοντά στο βασιλιά του.
 
 
ΒΑΤΙΔΟΥ ΟΛΓΑ (1905 - ;)
 
ΑΙΩΡΑ
 
Σήμερα οι κλώνοι της μουριάς τι πόλεμο έχουν κάνει!
Χτυπιούνται, τρέμουν από μια λαχτάρα ερωτική.
Πηγαίνει η κούνια κι έρχεται, κανένας δεν τη πιάνει
την κόρη, όπου αφήνεται στη φόρα ηδονική.
 
Και το μακρύ ως στη γάμπα της κι άσπρο, γλιστράει, φουστάνι
και φεύγει απ’ την αγγάρεια του την εμπιστευτική.
Ο θεριστής πετάει ματιές, πετάει και το δρεπάνι,
πετάει και σταυροκόπημα στην ώρα την κακή.
 
Μα ούτε για σας κλωνάρια μου, μήτε για σένα, νειέ μου,
φουσκώνει το στηθάκι της και μήτε αναπετά
για σας τα ωραία της πόδια.
 
Σήμερα η κόρη δόθηκε στην αγκαλιά του ανέμου…
Γι’ αυτόν τα πέπλα απόλυσε της παρθενιά λυτά
κι απόρριξε τα εμπόδια.
 
 
ΣΟΦΙΑ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ (1905-1977)
 
ΑΝΟΙΞΗ
 
Ανήσυχο μα ωραίο το ξύπνημά μου·
η κάμαρά μου μύρα είχε γιομίσει
και γύρω μου νιογέννητη όλη η φύση
χαμογελάει στην έκθαμβη ματιά μου.
 
Λαχτάρες ανεξήγητες βαθιά μου
αθώρητο ένα χέρι έχει ξυπνήσει·
μια προσμονή καινούργια, ένα μεθύσι,
μια γλύκα κι ένας πόνος στην καρδιά μου.
 
Ξεχύνοντας παντού τα θεία σου κάλλη,
με πεθυμιές και μύρα φορτωμένη,
Άνοιξη ξεπλανεύτρα, τι ήρθες πάλι
 
με νοσταλγίες τον κόσμο να γιομίσεις,
στην έρμη του καρδιά την προδομένη
τη γλύκα της αγάπης να θυμίσεις;
 
 

ΝΙΚΟΛΑΣ ΦΥΛΛΑΣ (1907-1976)
 
ΥΠΑΡΞΗ
 
Σκότη τριγύρω,
Τα ουράνια μαύρα.
Το γέλιο στείρο
Κ’ η έγνοια σαύρα.
 
Όπου κι αν γείρω
Καϋμοί και λαύρα…
Νιάτα μου αμύρω-
Τα, όνειρα γαύρα,
 
Σας έχουν κλείσει
Μες σε στρατώνα,
Μαύρο χιτώνα
 
Σας έχουν ντύσει
Κ’ είστε θαμμένα
Σαν πεθαμένα.
 
ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΙ
 
Εγώ είμαι γω! Της μόδας πανταλόνι,
Πουκάμισο, μαντήλι και γραβάτα,
Τρόποι, κινήσεις, όλα μου ειν’ μοδάτα
Καθώς της κοινωνίας που με κυκλώνει.
 
Πάντα μ’ ωτό. Το ντάνσινγ, το σαλόνι…
Στο σπίτι μου, αγαπώ μιας αγκύρας γάτα
Και της Φιφής τρυγώ τ’ αφράτα νιάτα.
Μ’ όξω απ’ αυτά τ’ αφτί μου δεν ιδρώνει.
 
Γιώργο με λεν, μα τώχω κάνει GEO.
Και μ’ έχουνε μη βρέξει και μη στάξει
Στο σπίτι μου· μα σαν πολλά σας λέω,
 
Που δεν είνε σωστό δεν είνε τάξη…
-Εσύ είσαι συ! Λαλήστε το αιθέρες
Κι αντιλαλήστε το υπερκόσμιες σφαίρες.
 
 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ (1909-1956)
 
PENDEZ-VOUS
 
Δεν ήτανε για τέτοια η πρώτη εκείνη
που στο χειμώνα εδιάλεξε βραδιά:
τ’ αηδόνια τρεμουλιάζαν στα κλαδιά
κ’ έλειπε η προστατευτική σελήνη.
 
Με περιέργεια είχε περιμείνει,
κι ενώ τη βρήκε ρόδο στη ροδιά
χωρίς παλμό αισθανόταν την καρδιά
και ξέχασε ως και τη φιλοφροσύνη.
 
Επήγαινε στο πλάι της σιωπηλά
φυλάγοντας για κάποια τάχατε άλλη
τα ετοιμασμένα λόγια τα πολλά.
 
Και μόνο όταν χωρίζονταν, εκεί
θυμήθηκε στο χέρι της να βάλει
τα χείλη του, συνήθεια ιπποτική.
 
 
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗΣ (1910-1982)
 
ΑΠΟ ΤΑ «ΤΕΣΣΕΡΑ ΣΟΝΕΤΤΑ ΓΙΑ
     ΤΗΝ ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ»
 
                  Ι
 
Του βραδιού η ώρα, της ακραίας εσπέρας
το κέντημα στον ουρανό με τ’ άστρα,
της ζωής αποχρυσώθηκε το πέρας,
εγώ ’μαι το νερό κι εσύ ’σαι η γάστρα!
Δεν είμαι το νερό κι εσύ η μοιράστρα.
Δεν είσαι της αγάπης, μα το γέρας
χαμένης ναυμαχίας σιμά σε κάστρα
ανύπαρχτα στο πέρας της ημέρας!
Του ναυάρχου τ’ αμάξι προσπερνώντας
σ’ έδειξε στο παράθυρο, ανεμώνη,
σε σπίρτου άναμμα, μέγα σκότος όντας,
μια κανονιά βρόντηξε στο λιμάνι
τρέμισαν τα λουλούδια στο μπαλκόνι
κι ήταν ξανά σα νάχαμε πεθάνει!
 
 
NIKOΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (1910-1986)
 
ΣΟΝΕΤΤΟ ΜΑΛΛΟΝ ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΟ
 
το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου
να διέκρινε άραγε των ροδόδεντρων την αρμονία;
όχι – όχι – μιαν απέραντη ηθικολογία
δεν θα βοηθήσει να κάνουμε καλλίτερο τον κόσμο
 
να ελπίζεις – να ελπίζεις πάντα – πως ανάμεσα εις τους
     ανθρώπους
– που τους ρημάζει η τρομερή «ευκολία» –
θα συναντήσεις απαλές ψυχές με τρόπους
που τους διέπει καλοσύνη – πόθος ευγενείας – ηρεμία
 
ίσως όχι πολλές – ίσως νασ’ άτυχος: καμία –
τότες εσύ προσπάθησε να γενείς καλύτερος
εις τρόπον ώστε να ερθεί κάποια σχετική ισορροπία
 
άσε τους γύρωθέ σου να βουρλίζονται πώς να κάνουν κάτι
συ σκέψου – τώρα πια – με τι γλυκιά γαλήνη
προσμένεις ναρθ’ η ώρα να ξαπλώσεις στο παρήγορο του
        θάνατου κρεβάτι
 
 
ΜΕΛΛΙΣΑΝΘΗ (1910 - ;)
 
ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ
 
Απόψε είπα πως μ’ είχες πια κερδίσει
που ρόδισαν οι πόθοι μου όλοι ανθοί.
Μα πριν ή ο αλέκτωρ τρις φωνήσει,
Κύριέ μου, σε είχα πάλι απαρνηθεί.
 
Με κουφοκαίνε ακόμη πάθη, μίση
– δεν έχουν οι αμαρτίες μου πια σωθεί;
Της χάρης σου αν ανοίξει μόνο η βρύση
τότε κ’ η υδρία μου, ίσως, πληρωθεί.
 
Το τι μαρτύρησα απ’ τη νύχτα κείνη
που άδεια άφησα τη νυφική μας κλίνη
κι αρνήθηκα στα μάτια να σε δω!
 
Κοίταξε, αν δεν πιστεύεις, τις πληγές μου –
δοσ’ μου το χέρι σου· να, εδώ κι εδώ…
Λοιπόν· μ’ αναγνωρίζεις τώρα; Πες μου…
 
 
ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ (1919-1983)
 
ΟΜΟΡΦΙΑ
 
Ευγενικό ό,τι πέθανεν εδώ, ό-
που στοίχειωσε το πέταγμα των γλάρων·
όμορφο ό,τι κι αν πέρασε απ’ τον φάρο
κι έζησε την υδάτινη οδό·
 
κι ο ψίθυρος ωραίος των επωδών–
μνήμης ράθυμο κίνημα βλεφάρων–,
για τον αρμονικό θάνατο Ικάρων,
που ζήσανε τη ζωή των ευωδών
 
αιθέρων. Το βήμα άρρωστων παιδιών,
που τους φλογίζει δέος υγρό τα μάτια
γαλήνια ανησυχεί τα κρύα δωμάτια.
 
Όλα είναι ωραία. Και, μόνο, των φιδιών
την πνοή, νιώθουμε εμείς, της αμαρτίας
τα τέκνα, οι ξένοι ξένης πολιτείας.
 
ΧΧΙΙΙ
 
Τρεις του Δεκέμβρη σήμερα. Κ’ η μέρα
πηδά ως πουλί, κ’ είναι ως μεταξωτή,
κ’ είναι ως πολύ να επλύθη απ’ τη βροχή
κι ως να στέγνωσε μέσα στον αγέρα,
που, πέρα από τις στέγες κι από τη
στερνή σειρά των δέντρων και πιο πέρα,
τη μεριά, στην διαυγέστατη ατμοσφαίρα,
σαν σινιάλο, στα χέρια του, κρατεί
και την κινεί κι ότι έρχεσαι δηλώνει.
Κ’ εγώ, σαν φύλλο γίνομαι χλοερό
που με τον ήλιο παίζει, κ’ είμαι ως σπίτι
που τις πόρτες μια-μια ξεμανταλώνει
στον ήλιο, κ’ είμαι σαν πολλά μικρό
πεινασμένο κι ανέμυαλο σπουργίτι.
 
 
ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ (1921)
 
ΤΡΟΙΑ
 
Πόσοι στο πέλαγος, πόσοι πνιγμένοι
κι’ όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν –
όλοι περίμεναν να σ’ αντικρύσουν.
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.
 
Στις αμμουδιές, θυμήσου, οι πεθαμένοι,
καθώς περνάς, γυρεύουν να μιλήσουν.
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν.
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.
 
Τούτη την άνοιξη, κανείς δεν ξέρει!
Ο ποταμός μου γέμιζε το στόμα
κι’ ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.
 
Τ’ άλογα γύριζαν χωρίς το σώμα.
Όταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι,
Θε μου, πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα!
 
 
AΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ (1921- 1985)
 
ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΣ
 
Με ασυντόνιστες, αλλ’ έντονες, απωθείς
ωθήσεις, Τύχη, από πριν την ηρεμία
της ψυχής. Έχεις όπλο, την αγωνία
της μέρας πρώτα. Έπειτα της εποχής
 
την αγωνία. Και, άσχετη, άλλης υφής,
την αγωνία της υπάρξεως (ποία
η αρχή μας; από πού; και πού οδηγείς
Ζωή; – Κάθε φορά μονάχα μία
 
το μικρό της ψυχής γεμίζει χώρο,
όποια, μες στην αμφίβολη διαδοχή
των γεγονότων, έχει την υπεροχή.
 
Ενώ έξω οι άλλες (ω θείο δώρο
του σχετικού) δίνουν μια συνεχή
υπόσχεση: ότι θα ξεκουράσουν την ψυχή.
 
ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
 
Το ακέφαλο άγαλμα, στημένο
στη μέση της αίθουσας, κοιτάζω.
Απ’ τα πόδια ως το λαιμό, σπουδάζω
τις λεπτομέρειες: το λυγισμένο
 
κάπως γόνατο, το τεντωμένο
χέρι, τους μυς του στήθους. Αλλάζω
θέση κι απόσταση. Θαυμάζω
στο σύνολο το σώμα. Και προσμένω
 
από τη μια στιγμή ως την άλλη
(της φαντασίας η δύναμη μεγάλη
όταν σε τούτο η τέχνη βοηθεί),
 
ασύγκριτα προσθέτοντας κάλλη,
στη θέση, απ’ όπου λείπει, να φανεί
υπέροχο, απολλώνιο, το κεφάλι.
 
 
ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ (1944)
 
ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ
 
Πνιγμένος τόσα χρόνια κ’ είσαι πάντα
μπηγμένος αχινός στον ουρανό σου.
Περνούσε χθες επάνω στο κανό σου
άηχη των Φιλιατών η μπάντα.
 
Στη θάλασσα, στο χρώμα θα’ ταν ίδια
άσπρα τα κόκκαλά σου και γλειμμένα.
Όλα βουβά και όλα μιλημένα,
λόγια μου λυπημένα κατοικίδια.
 
Το χέρι που στα φύκια σ’ έχει ρίξει,
να το ’κοβα ψηλά μ’ ένα δρεπάνι,
ο κόσμος σα μυλόπετρα να τρίξει,
 
να βγουν απ’ το θεόρατο τηγάνι,
τα ψάρια του καλόγερου και πίσω
την πόρτα ανάμεσά μας να μην κλείσω.
 
ΣΟΝΕΤΟ
 
Χρόνια–χαρτιά, γραμμένα–διαβασμένα
μ’ ένα καημό αμίλητο στο βάθος
και μια χαρά αξόδευτη, σαν πάθος
που θ’ άλλαζε της μοίρας τα γραμμένα
 
αν έβρισκε μια κοίτη να κυλήσει
και μια ζωή που ήξερε τι θέλει·
όχι απλώς ανώδυνα τα τέλη
και ανεπαίσχυντα σχεδόν να σβήσει.
 
Αγάπη μου, που σ’ έντυσα στα μαύρα
και οι καθρέφτες ράγιζαν μπροστά σου,
φόρεσε φωτοστέφανο την αύρα
 
ενός κορμιού και καίγεται και στάσου
γυμνή κι όλο θυμό απέναντί μου,
σωτήρας μου και είσοδος κινδύνου.
 
 
ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ (1944)
 
ΕΡΩΤΑΣ
 
Στόμα ανοιχτό δίχως φωνή, και χάδια
πάνω σ’ ένα ακατάστατο κρεβάτι.
Παίζεις τον τοίχο, εγώ τον υπνοβάτη·
πρόσωπα μες στους πίνακες, λιβάδια.
 
Το δέρμα ακούραστο, σφίγγει, απλώνει,
αναζητάει δροσιά από τα σεντόνια.
Οι βρύσες ξεφωνίζουν σαν παγόνια·
γέλια και κρότοι· ο φόβος που σκοτώνει.
 
Μας έχουν δέσει μία κλωστή απ’ το στρώμα·
μας χωρίζει ένα χτύπημα στην πόρτα –
δεν πάω ν’ ανοίξω κι ας χτυπούν ακόμα.
 
Μυρίζει δειλινά, κομμένα χόρτα·
όταν βραδιάζει πιο πολύ μ’ αρέσεις.
Ντύνεσαι, σε κρατάω να μην πέσεις.
 
ΛΟΥΤΡΟ
 
Μεταλλική φωνή μες στο πηγάδι
το ξυραφάκι πάλιωσε και κόβει
ματώνει το λαιμό μου και προκόβει
η φωνή μου τραγουδώντας στο σκοτάδι.
 
Ατσάλινη φωνή, μαγνητισμένη
λογιάζει μα δε σπάει. Τη σκόνη
δεν τη βλέπεις μέσα στο σεντόνι,
«Το δέντρο δε φωνάζει, περιμένει».
 
Σμίγω τα λόγια αυτά και δεν ταιριάζουν
πέφτει, γλιστράει στην τρύπα η φωνή μου·
ξεπλένω με κολόνια την πληγή μου–
 
από μακριά ακούω να με φωνάζουν.
Να δούμε πώς θα βγω από δω μέσα
«μες στο λουτρό έγια–μόλα, έγια–λέσα».
 
 
ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ (1945)
 
Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ
 
Θα’ ναι μια κρύα νύχτα (αλλά και η νύχτα
πριν από αυτήν θα ’ναι εξίσου κρύα).
Θα μας σκεπάζουν λειχήνες, βρύα,
χόρτα των τοίχων. Το σκοτάδι θ’ αλυχτά.
 
Χίλιοι άνθρωποι δεν θα μπορούν να σηκώσουν
μαζί ένα πεσμένο φύλλο.
Κι άλλοι για ένα σάπιο μήλο
θα πουλάν την ψυχή τους όσο–όσο.
 
Τρομαγμένοι –θα σκούζουν οι σειρήνες–
οι άγγελοι (ανάποδα, με το κεφάλι
προς τα κάτω) θα πέφτουν με αλεξίπτωτα.
 
Χλωμούς, ανήμπορους από τη ζάλη,
θα τους ρουφούν ηδονικά οι δίνες
του μηδενός, του τίποτα.
 
ALLEGRO
 
Υπάρχει ζωή πριν απ’ τον θάνατο; Aν υπάρχει,
πάντως δεν είναι αυτή εδώ που μας ταλαιπωρεί.
Αν στους ολότελα τυφλούς άρχει
ο μονόφθαλμος, τότε βέβαια προσφέρει θαλπωρή
 
κάποια σχισμή του χρόνου, απ’ όπου εισδύουν
αχτίνες άλλων ήλιων (που δεν προκαλούν
εγκαύματα) κι άγνωστες ευωδίες ίων,
ή ήχοι πρωτάκουστοι που φτάνουν από αλλού.
 
Όμως δεν είναι τούτο. Φαίνεται πώς είναι
κάτι που υπάρχει δίχως όλα αυτά.
Κάτι που βγαίνει μέσα απ’ το ίδιο το σκοτάδι που μας σφίγγει
 
και  που (χωρίς να κάνει τ’ αδύνατα δυνατά)
κάποιες στιγμές –έστω ελάχιστες– μπορεί και  λύνει
τον πικρό κόμπο στο ξερό λαρύγγι.
 
 
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ (1952)
 
ΔΙΓΑΜΑ
 
            ΙΙ
«Ξεφεύγει», «περισσεύει», ατελής η ρίμα:
λείπει το γάμα, γράμμα της αλληγορίας
γεμάτο απόβλητα κρυφής βιολογίας
ξεφεύγει, περισσεύει, κλείνεται στο ρήμα
 
γάμος, στο ρήμα που ρυθμίζει τη ζωή μου,
μέρος του λόγου που αποσκίρτησε και πρώτο
λάθος, μέρος του λόγου που πονώ, γαμώτο,
γάμα που πέπληγμαι και δίγαμα, μικρή μου.
 
Σπαραχτικό υπόλοιπο θανάτου ο γάμος,
γάμα και δίγαμα, το F, το αρχικό σου
(τι εύκολα που ομοιοκαταληκτεί το «άμμος»)
 
και του φωτός το ευ, κλεισμένο στο ντουλάπι,
όπως φωτογραφήθηκε στο πρόσωπό σου,
ξεφεύγει, περισσεύει, ατελής η αγάπη.
 
ΜΕΡΕΣ ΑΡΓΙΑΣ
 
             ΙΙΙ.
 
Κάποτε θα ’φτασα ψηλά στην ομορφιά·
ακόμη βλέπω το κενό να κατεβάζει
πυρακτωμένο φως, κι ο ύπνος αποστάζει
πυρήνες κόσμου γαληνεύοντας βαθιά.
 
Μα τόσος κόπος, τόσος θάνατος, παρείλκε:
έτσι κι αλλιώς ο τόπος θα ’πιανε τραγούδι,
μόλις αμίλητος στα χείλη σαν το χνούδι,
κι αρκούσε λίγος Σολωμός ή λίγος Ρίλκε.
 
Ό,τι ευτύχησα να πάθω περιττεύει,
ό,τι καρπώθηκα νωρίς με καταργεί·
ένα απόγευμα ζωής να με μαγεύει,
 
μια καλοσύνη της ακάλεστη κι αργή,
και το τραγούδι ανεπίδοτο θ’ ανέβει
μέσα σε νάρκη φθινοπώρου και σιγή.
 
            VI.
 
Φτάνοντας, στάθηκε πριν μπει· από τις γρίλιες
το ξεχασμένο φως σκορπούσε θαλπωρή
έξω στο δρόμο που ξημέρωνε· μπορεί
σαν από πλήκτρα τ’ ουρανού ν’ άκουσε τρίλιες,
 
και σαν το θρόισμα ομήγυρης που χίλιες
και μία νύχτες γιόρτασε κι αποχωρεί·
κι ίσως φαντάστηκε να σβήνουν οι χοροί,
οι τελευταίες – σ’ ένα βύθισμα – καντρίλιες.
 
Κάποιο σκοτάδι του σπιτιού τους είχε πάρει,
σε κάποιο γύρισμα καιρού είχαν χαθεί·
γιατί ανοίγοντας την πόρτα, στο βαθύ
 
που πήρε η μέρα  να χαράζει κεχριμπάρι,
είδε μεμιάς όπως αστράφτει ένα σπαθί
τη δόξα όλη να’ χει φύγει και τη χάρη.
       
            ΧΙΙ.
 
Επικρατούσε μια θλιμμένη ποικιλία,
εκεί που έδυε το φως των ουρανών,
κι όπως στα νύχια σου περνούσες το μανόν
ακολουθούσα μια κρυφή συνομιλία.
 
Θα μας αρκούσε μια γιορτή στη Σικελία,
ή μια παρέλαση εφίππων Ουκρανών·
μ’ όλο το άφωνο βάρος των αδρανών
μελιών μας πέφταμε νωρίς στην υπνηλία.
 
Άχαρος πίνακας ασήμαντου ζωγράφου·
να μας τιμούσε ο Μπονάρ ή ο Βερμέρ,
να μη μας έπνιγε η πρόνοια του τάφου.
 
Να ’ταν κι η θάλασσα η πικροκυματούσα,
να λικνιζόμαστε στους τόνους του La Mer
κι από τα νύχια ως την κορφή να σε φιλούσα 
 
            ΧΙΙΙ.
 
Οι αφανείς ημέρες, πρόθυμα ωραίες,
πόσο πιο δύσκολες στη μνήμη από τις άλλες
που τις ακούει το μυαλό να σκάβουν σκάλες,
κι επαγρυπνούν μέσα στον ύπνο σαν κεραίες.
 
Κι όμως αυτές αφήνουν φως, στις πιο ακραίες
σιωπές του σώματος αργές όπως οι στάλες·
μέρες που πέρασαν αθόρυβα μεγάλες,
τόσο κοινές που δεν θα γίνουν αγοραίες.
 
Κι όταν ο νους κρυφά τις παίρνει και τις πλάθει,
όπως την ψίχα με τις άκρες των δαχτύλων,
σκέφτεται κάποτε πως ίσως με τα πάθη
 
που περισσεύουν, όταν θα’ χουν φύγει όλοι,
πάνω στην τράπεζα των ξένων και των φίλων,
βρεθούν μιας τέχνης του εφήμερης οι βόλοι.
 
             XIV.
 
Αυτό το δέντρο κι ο κρυφός κορυδαλλός του
κάτι πρεσβεύουν, προ καιρού συμφωνημένο·
μα εδώ που κάθομαι αιώνες, δεν προσμένω
κανένα μήνυμα φυγής ή κάποιου νόστου.
 
Ξέρω, δεν είναι λειτουργοί μεγάλου αγνώστου
να προφητεύουν το κυρίως δεδομένο·
θάλλουν ανάμεσα στο ίδιο και στο ξένο,
εκεί που ο κόσμος επαφίεται στο φως του.
 
Μα εδώ στο δέντρο που μου δίνει τη σκιά του,
ο χρόνος όλος σαν παράδεισος απλώνει,
σε μια παράξενη αναίρεση θανάτου·
 
πέλαγος, ψίθυροι, πλαγιές, αγέρας, κλώνοι,
επαληθεύουν, κι επιτέλους ανταμώνει
ο προ αιώνων μελωδός τη δέσποινά του.
 
 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ (1955)
 
ΚΑΠΟΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΘΑ ΣΕ ΦΙΛΗΣΕΙ
 
Τα σπασμένα πλήκτρα βγάζουν ακόμα λίγη μουσική
σκληρές, από λερωμένο μάρμαρο, οι σονάτες –
κατεβαίνεις τις σκάλες, η φωτιά σε προλαβαίνει
ο πορφυρός μανδύας της άνοιξης, άσπιλο ρήμα
 
στο χαλασμένο σου λάρυγγα και πνίγεσαι
πώς να χορτάσεις τη ζωή αφού χάνεσαι
στα λεπτά δίχτυα του απογεύματος
τρέμεις για ένα κομμάτι ψωμί, γονατίζεις.
 
Σε διεκδικεί το όνειρο ενός σκύλου στην
άκρη της παλιάς γεωγραφίας, νομίζεις
πως τα ξέρεις όλα, σε περιφρονούν
 
τα χελιδόνια, το πηχτό χιόνι της σιωπής
μπάζει από παντού η πόλη των ιδεών σου,
άθυρμα είσαι της νύχτας που επιτίθεται.
 
 
AΓΑΘΗ ΔΗΜΗΤΡΟΥΚΑ (1958)
 
ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΚΥΛΟ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΑΡΑ
 
Ο σκύλος του αιθέριου ποδηλάτη
Το ίδιο αιθέριος φαίνεται κι εκείνος
Των πίσω ακτίνων ακτωρός το «κτήνος»
Κι ο άνθρωπος σε ρόλο αναβάτη.
 
Στις πόλεις που παλιά υπήρξαν κράτη
Κι ως κράτη τις ποθεί κάθε δελφίνος
Θέλω να μπω ντυμένη αρλεκίνος
Και να μ’ ακολουθούν σκυλιά και γάτοι.
 
Συγχρονισμένη μοίρα, κάνε κάτι
Ν’ ανοίξω βήμα και να μάθω  τίνος
Αγγέλου έσπειρε ο άσπρος κρίνος
Στις παιδικές ψυχές μας τόσο αλάτι.
 
Ελάτε, φίλοι, τη σειρά σας πάρτε:
Eιν’ η ζωή commedia dell’ arte!
 
 
ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ (1958-2005)
 
Η ΚΕΝΤΗΣΤΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ
 
Με πίστη κι άκρα υποταγή, στο Εργόχειρό της
κένταγεν άνθια και πουλιά της Παραδείσου,
και πώς απ’ τις κακές κολάσεις της αβύσσου
θα βγει σωσμένη απ’ τον Θεό μας η ανθρωπότης.
 
Κι εκείθε, στην δεξιά γωνίτσα του Εργοχείρου,
την σίγουρη ήττα μας ’στορούσε του Εωσφόρου.
Έτσι την ήθελε· μεσούντος φθινοπώρου
με τόνους θριαμβικού, συγχωρετήριου ονείρου.
 
Κι όλα τριγύρα της ανάσαιναν γαλήνη
βαθειά κι αγγελική· και μοιάζαν να ’χουν γίνει
αγνότητα καθώς οι γέροι της ερήμου.
 
Κι ως έπνεεν αύρα του Κυρού μας η ευλογία
να, πλέον δεν ήξερα: κεντούσε η Παναγία
ή κόσμο μοναξιάς προσηύχετο η καλή μου;
 
EΩΘΙΝΟ
 
Την ώρα που μονούς μας ρύθμιζεν ο ύπνος
υγρό το χέρι σου έρρευσε να μου χαρίση
άρτο και οίνο, κοινωνίας κρυφής μεθύσι·
πλήρης ο πόθος ήτο ο μυστικός μας δείπνος.
 
Δεν είχε πλέον Γεθσημανή της προδοσίας,
βαθιά κι ηδέως μας εψιθύρισεν η κτίση·
κι αν είχε τρεις φορές ο πετεινός λαλήσει
ήταν για να προφέρη λόγια αθανασίας.
 
Μ’ άνθινο, ακάνθινο της ομορφιάς στεφάνι
το γάλα σώμα σου είχε στέψει το κορμί μου.
Άναψα τότε το τσιγάρο και μου εφάνη
 
πως ήσουν μέγα δέντρο εν μέσω της ερήμου,
γιγάντιο δέντρο, φουντωμένο ρόδα ή μήλα
και ζωντανό νερό στην ρίζα του που εκύλα.
 
«ΑΠΕΙΡΟΥ ΚΑΛΟΥΣ»
 
Απόψε ξαγρυπνά στο «Απείρου κάλους»
η νύχτα. Το κορμί της θα φορέσεις,
κι έτσι ευθαρσώς γυμνή, πολύ θ’ αρέσεις
στους πλην της ηδονής και στους μεγάλους
 
συλλήβδην σκεπτομένους εγκεφάλους.
Τις λειψές τους αισθήσεις ως κορέσεις
Θ’ απαυδήσεις. Τεχνηέντως και μ’ ενέσεις
ο Τζων Σίλβερ εκτρέφει παπαγάλους.
 
Σε νήσο θησαυρών θ’ αναπολήσεις
πέρλες γυμνών σωμάτων· θ’ αριθμήσεις
τρεις εραστές που πρέπει να πεθάνου-
 
νε. Τότε άλλο σαρκίο θα μεταλάβεις,
εντόμου· στις κεραίες σου να συλλάβεις
την αψιά, γλυκεία γεύση του λαβδάνου.
 
ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΟΣ
 
Ξυπνώ ποθώντας τον ευλογημένο στίχο,
σπάσαν τα νεύρα μου να κυνηγώ την ρίμα·
σκληρό να παίρνω σβάρνα κάθε οικείο μου μνήμα,
να κλέβω τους νεκρούς, να τους αλλάζω σ’ ήχο.
 
Πόσο ευσυνείδητος! Αν κι άρρωστος (και βήχω),
μετρώ λογάριθμους και τονική στο ποίημα·
ζυγίζω στο, πότε βραχέα, μακρά στο, κρίμα·
ανισοσυλλαβίες παλεύουν ν’ αποτύχω.
 
Μα θα φτιαχτή το γαμημένο το σονέττο·
κι ανταμοιβή μου η αθανασία κι ένα μπουκέτο
ευώδεις κρίνοι, από τα χέρια της Καλής μου.
 
Μετά, θ’ αναπαυτώ στους θείους ασφοδελώνες
μ’ όλους τους μείζονας ποιητές· κι οι Παταγόνες
θα προσκυνούν τα ελληνικά της ποιητικής μου.
 
ΠΕΡΙ ΖΩΟΥ ΦΥΣΕΩΣ
 
Το Όν υφίστατο τας πολλαπλάς μεταμορφώσεις.
Την πρωτ’ ημέρα εγένετο αγγελότατο κουνάβι
την άλλη ασπάλαξ, υπογείως, χθονίως, ναν κατασκάβει
τα θεμελιάκια της ζωής. Κάποτε ναν το λυώσεις
 
θέλησες, ως σου εφάνη τρισαπαίσια κατσαρίδα.
(Όμως μόνον μ’ αυτά το Ον κατήχησε η ψυχή του)
Κατόπιν ντύθηκε την όψη πλάνητος κι αλήτου
στρουθιού. Το ’πα παπί. Κι ετράπηκε σε γύπα. Κι είδα
 
ν’ ανθεί, φτωχό, πιο πέρα, κάτι που είχα ολίγο ελπίσει
και να σκορπάει την ευωδιά του πλήρη στον αγέρα.
Ένα κλωνάρι μυγδαλιάς. Κι ήρθε να το τσακίσει,
 
κι αυτό, το Ον. Και μαύρες γάζες τύλιξαν την μέρα,
και γέναν κρέπια πένθους που μου σκέπασαν το σπίτι,
και δροσερό ποτάμι που του ξέραναν την κοίτη.
 
ΕΣΠΕΡΙΝΟ
 
Μέρες περάσαν δεκαοχτώ. Και σ’ έχω χάσει
στην άφωνη ερημιά μιας άλλη εξορίας.
Το τέλος έτσι διάβασα της ιστορίας:
Δυο ξένοι που ξεχάστηκαν στην ίδια στάση
 
Και δεν κοιτάζονται και δεν μιλάνε· μόνο
προσεύχονται εν σιγή το τρένο τους ν’ αργήσει
ελπίζοντας στην μία στιγμή να τους κινήσει
κι αφού όχι την χαρά να μοιραστούν τον πόνο
 
Μέρες περάσαν δεαοχτώ. Κι ανθίζει θαύμα
(πλην εν ονείρω) ένας ήχος τηλεφώνου.
Καθώς το φως περνά την πίκρα του αυτοκτόνου,
 
καθώς η μέρα ξημερώνει κάθε τραύμα
της νύχτας, έστρεψα να δω, κι ήσουν σιμά μου,
ντυμένη μοναξιάς ανθούς, πέπλα του γάμου.
 
Η ΕΡΩΤΑΣ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
 
Ο Άρπαγος, γουρούνος μες στους λασπολάκκους,
σκούζει φριχτά και κόβει τους καλούς ανθρώπους.
Γυρνά, μολεύει κι ασκημαίνει όλους τους τόπους,
παρέα με φθονερούς και μέλανας κοράκους.
 
Μα να ’τη η Αγάπη, με μακριά μαβιά φουστάνια.
(Της βάνει τάξη στα μαλλιά μια πασχαλίτσα.)
Στ’ ανθούς χεράκια της κρατάει δασκάλα βίτσα
και κυνηγάει το εξάχρειο χτήνος στα μποστάνια.
 
Αυτό φεύγει, πολλά κακό και δειλιασμένο,
ξάφνου στρέφει, τα μαύρα δόντια του της δείχνει,
πάσκει (ματαίως) ναν την τρομάξει και της ρίχνει
αγριότατες ματιές· της λέγει: «Σ’ αναμένω
 
για να σε φάω»· του κραίνει: «Ξουτ! Δεν σε γουστάρω.
Εσύ ’σαι αυτός που θα πεθάνης, παλιοΧάρο».
 
 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ (1960)
 
YΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
 
Διάβαζες κάθε βράδυ εφημερίδα·
ποτέ δεν ήταν είδηση η ζωή σου.
Τα νέα θα σου γράψω απόψε: σ’ είδα
χλωμό, κι όλοι φροντίζαν να σε ντύσουν.
 
Σαν να’ χε τελειώσει μια παρτίδα,
μαζεύανε τα πράγματα οι δικοί σου:
ήταν πια να γυρίσεις στην πατρίδα…
Στη σάλα περιμέναμε μαζί σου
 
κι ακούγαμε που χάραζεν η μέρα
και λιώναν οι νιφάδες στον αέρα.
Κοντά μας είχες μείνει όλο το βράδυ
 
κι έλεγα θ’ αναβάλεις το ταξίδι.
Μα ξάφνου ήσουν εκεί σαν το σημάδι
που μένει όταν χαθεί το δαχτυλίδι.
 
(άτιτλο)
 
Τυχαία απόψε κάθεσαι κοντά μου –
κι έχουν ήδη τα φώτα αναβοσβήσει
κι η μουσική σταμάτησε· η βραδιά μου
τελειώνει μ’ ήχους που ’χω συνηθίσει.
 
Η πόρτα μ’ ένα τρίξιμο θ’ ανοίξει,
στο δρόμο θ’ ακουστούν τα βήματά μου…
Κανένας πετεινός δεν θα λαλήσει
καθώς θα σκύβω πάλι στα χαρτιά μου:
 
«Δεν σ’ ήξερα, δεν μου ’χες καν μιλήσει·
τυχαία απόψε κάθισες κοντά μου.
Είχε μονάχα η πόρτα ανοιγοκλείσει
 
για μια στιγμή· αεράκι στα μαλλιά μου
κι έπειτα στα μαλλιά σου είχε θροΐσει
–        σαν να μας άλλαζαν τα στέφανα του γάμου.»
 
(άτιτλο)
 
Σε δρόσο ακούγαμε να λιώνει
το ψύχος της νυχτός – θυμάσαι;
Τώρα γαλήνια κοιμάσαι
κι αργά στο τζάμι μας απλώνει
 
το χνώτο κάποιου που σιμώνει
και πίσω απ’ του γυαλιού την πάχνη
κρυφοκοιτά, σαν  να σε ψάχνει.
Πλάι σου ο καφές κρυώνει
 
κι ως στα ματόκλαδα το δάκρυ,
τρέμει η σκέψη σου στο νου μου.
Τα δαχτυλίδια του καπνού μου
ακούω να ξεφτάν στην άκρη
 
ως σκύβω για να σε φιλήσω:
φοβάμαι –μη δεν σε ξυπνήσω.
 
ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗΣ
 
Σονέτα, αγριόχορτα και κρίνα,
τα σύνεργα της άλλοτε ζωής
(πού πήγανε λοιπόν τα χιόνια εκείνα;)
άπλωσα στο τραπέζι αποβραδίς
 
και βάλθηκα να πλέξω ένα τραγούδι
που να σου λέει απλώς πως σ’ αγαπώ·
θα στάθηκε στη λάμπα κάποιο ζούδι
και κάτι στο τραγούδι είναι θαμπό
 
σαν κρίνο θερισμένο, σαν χορτάρι
που τρέμει σ’ αεράκι εωθινό,
σαν το στεφάνι γύρω απ’ το φεγγάρι,
 
σαν μουσική από γάμο μακρινό·
και βρίσκομαι ξανά σαν τον πρωτάρη
τα μαύρα μόνο πλήκτρα να χτυπώ.
 
 
Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ

Θα λιγοστεύει η σελήνη
ψηλά, δισκίο που αναβράζει•
θα με τραβούν, καθώς χαράζει,
απ’ της κουβέρτας μου τη δίνη…
Κάποιος θα σπεύδει να με πλύνει,
τα πράγματά μου θα ετοιμάζει –
και της μητέρας μου θα μοιάζει
που πάλι με ξυπνά, με ντύνει
κι έχω εξετάσεις στο σχολείο…
Στην αίθουσα θ’ αγωνιούμε,
θα μας πουν: «κλείστε το βιβλίο»,
δεν θα’ χω (μια ζωή) διαβάσει•
μονάχα στα κλεφτά, πριν μπούμε,
έριξα μια ματιά στην πλάση.
 
 ΔΟΥΚΑΣ ΚΑΠΑΝΤΑΗΣ (1971)
 
ΕΞΟΧΙΚΕΣ ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ
 
Νύσταζα, και χωρίς να το ζητήσω
τη σφαίρα που μας δείχνει τον καιρό
τον μέσα μας, μου δώσαν να κρατήσω
και μέσα της φοβόμουν να ειδωθώ:
 
Από το θόλο πέφτανε σεντόνια,
αστραφτερά, κατάλευκα, μεγάλα,
σκεπάζοντας σαν έπιπλα σε σάλα
τα σπίτια μας – μαμούθ κατ’ απ’ τα χιόνια.
 
Εν τέλει, όταν απλώθηκαν παντού,
ανέτειλ’ ένα κάτασπρο φεγγάρι
στον ουρανό –σημάδι παγετού;
Σε λίγο θα ’ρθει πούλμαν να μας πάρει
 
σκεπτόμουν, δίχως ίχνος προσμονής
ή πανικού – άβουλους, προσηνείς.
 
ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΤΗΡ ΠΑΝΤΩΝ
 
Ξυπνώ κι είναι το στρώμα μου εχθρός,
τη νύχτα περιδιάβαινα σε δάση
διψασμένα· σε είχα διαρκώς,
μα δεν σε είχα. Τώρα θ’ αναπλάσει
 
το πάθος μου από γυαλί σε σμάλτο
θλιμμένο επιστήθιο πουλί
που κάθησε στον ώμο μου· σαν άλτο
σαξόφωνο μου ακούγεται η φωνή
 
σου – άτονη, δειλή αντωνυμία
να πέφτει απ’ το ψηλότερο κλαδί.
Όλοι γελούν στην έξω πολιτεία,
κι ανάμεσά τους σίγουρα και συ
 
γελάς, και λάμπεις ήδη στο σκοτάδι,
μια δύναμη σαν πόλεμος και χάδι.
 
Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΑΡΑΧΝΗΣ*
 
Κάτι επικίνδυνο στο σύμπαν ελλοχεύει
καλά κρυμμένο σε πυρήνες πλανητών
αργά κι αθόρυβα στο σύμπαν ταξιδεύει.
Νύχτα, ξεβάφεσαι, καθρέφτης κι ασετόν,
 
σέρνεις τα μάτια με το ζόρι στα δικά μου,
κάτι κακό παραμονεύει στο σκοτάδι,
κι έτσι όπως έχεις πάρε–δώσε με τον Άδη,
τ’ αντιλαμβάνεσαι – εγώ;… στην άγνοιά μου.
 
Θ’ αναρωτιέσαι πώς βρεθήκαμε μαζί,
τώρα που βλέπεις μοναχή τα πεπρωμένα
(καθόλου ευχάριστα για σένα και για μένα),
και λίγο ντρέπεσαι – λες και θα φταις εσύ.
 
Κάτι επικίνδυνο στο σύμπαν ταξιδεύει·
Κάτι επικίνδυνο στο σύμπαν ταξιδεύει.
 
* Όπου ο οξυδερκής αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως οι
 τραγικοί έρωτες πλήττουν μονάχα αυτούς που τους πιστεύουν
 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ (1967)

Η ΑΚΤΗ ΚΑΙ Ο ΓΛΑΡΟΣ

(πάνω σ’ ένα θέμα του Ήλια Κούτικ
και του Λαρς Γκούσταφσσον)

 

Το κύμα γλείφει απ’ την ακτή την άμμο,
σπυρί σπυρί αέναα τη ραμφίζει.
Ορθός στη σημαδούρα του ατενίζει
τον κόσμο ο γλάρος – μια ψηλά, μια χάμω,
στραμμένος προς τα αείρροα συμβάντα,
της φύσης το βιβλίο διαβάζει.

                                                Κι όμως,
του ανάλλακτου εδώ πέρα ισχύει ο νόμος,
κι είν’ ένα ψέμα ότι ρει τα πάντα:
το κάθε κύμα το παλιό αντιγράφει.
Την κόπια μόνο της ακτής κοιτάζει
κόπια κι ο ίδιος του εαυτού του ο γλάρος,
εμπρός του η κόπια του ίδιου αφρού παφλάζει.
Κι ο χρόνος; Λέξη ανούσια, δίχως βάρος.
Που η θάλασσα όλο γράφει και ξεγράφει.
 

ΛΙΚΝΟ

καλεσθαι δ χελιδόνα κα το νθρώπου
τ νωθεν το γκνος τ κατ τς καμπς
ΣΟΥΔΑ

 

Ιδρώτας στάζει, υγραίνει τους λαγόνες,
ποτίζει κνήμες, γόνατα και ιγνύες,
τις διψασμένες του κορμιού σου υδρίες
απ’ τις μασχάλες μέχρι τους βουβώνες.

Τρυπούν το στρώμα πιο σκληροί οι αγκώνες,
σκιρτούν και τρέμουν σκοτεινοί αστερίες
τα βλέφαρά σου, μελιχρές λυχνίες
φεγγρίζουν των χεριών σου οι χελιδόνες.

Φλοισβίζουν τώρα τα κρυφά σου χείλη,
μέσα τους σφίγγουν του λευκού μια στήλη,
του ατμού μια ανάσα που σε βάθη μπλάβα
–πνεύμα θαμμένο κάτω από την ύλη–
ποθεί να τιναχτεί και ν’ ανατείλει.
Κι εσύ, κρατήρας που ρουφάς τη λάβα.

 Ανθολόγηση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη
Εκτύπωση του άρθρου