Εκτύπωση του άρθρου
 
                      ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
 
                ΕΝΑΣ ΑΝΕΦΕΛΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ:
             ΜΕΤΑΫΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ
               ΣΤΗΝ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ

 
Ορκισμένος εκφραστής του μεταπολεμικού μοντερνισμού, ο Νάνος Βαλαωρίτης (1921) συναιρεί στο έργο του ποίηση, πεζογραφία και δοκίμιο, αφήνοντας μονίμως ανοιχτές τις διόδους για τη μετακίνησή του από τη μια περιοχή στην άλλη και δοκιμάζοντας κάθε τόσο καινούργιους και κατά κανόνα ευφάνταστους συνδυασμούς. Οι συνδυασμοί, ωστόσο, και οι πειραματισμοί του Βαλαωρίτη δεν απομακρύνονται ποτέ από τον κυρίαρχο αστερισμό του, που δεν είναι άλλος από τον αστερισμό της υπερρεαλιστικής ποίησης και ποιητικής, όπως διαμορφώνεται στην Ελλάδα και στην Ευρώπη στις δεκαετίες του 1950 και 1960 (ας μην ξεχνάμε πως ο Βαλαωρίτης έρχεται σε επαφή με τον αρχηγέτη του υπερρεαλισμού Andre Breton όταν μεταξύ 1954 και 1960 σπουδάζει και ζει στο Παρίσι). Από τις πρώτες του ποιητικές συλλογές, την Τιμωρία των μάγων (1947) και την Κεντρική στοά (1958), μέχρι τα τελευταία ποιητικά του δείγματα, τα Μια αλφάβητος κωφαλάλων (2003) και Άστεγος ο Μέγας (2004), ο κόσμος τον οποίο φιλοτεχνεί ο Βαλαωρίτης είναι ένας κόσμος ως εξορισμού αποπροσωποιημένος, αποσυναισθηματοποιημένος και ουδέτερος: καμία πτώση (ατομική ή συλλογική) αξιών δεν συγκινεί τον ποιητικό του ομιλητή, που νιώθει πως τα πράγματα δεν μπορεί παρά να είναι ό,τι είναι και πως η ανίχνευσή τους δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει στον σχηματισμό οιασδήποτε γνώσης. Η οντότητα, λοιπόν, των πραγμάτων πάσχει εκ των προτέρων από έλλειψη ορατότητας και από αφάνεια. Και κάτι τέτοιο ισχύει ακόμη κι αν ο Βαλαωρίτης φέρνει κατά καιρούς στο προσκήνιο έναν τρελό και άγιο βασιλιά (για να θυμηθούμε τον Ντύλαν Τόμας), που παρά την ιερή του παράνοια, όπως και την προσήλωσή του στη μοναχική μυσταγωγία της ποιητικής τέχνης, δυσκολεύεται να εκτελέσει έστω και στοιχειωδώς τις νοητικές του λειτουργίες, έχοντας από την πρώτη στιγμή υποσκελίσει την περιορίσει την ποιητική του συνείδηση. Στο πλαίσιο αυτό, δεν γίνεται παρά να συμπεριφερθεί ανάλογα και ο λόγος: η αναφορική λειτουργία των προτάσεων χαλαρώνει στο έπακρο, η αιτιακή αλληλουχία των γεγονότων καταργείται και η ακατάπαυστα ετερόκλητη σύνθεση των εικόνων ανάγεται σε μόνιμη μέθοδο γραφής. Ο υπερρεαλισμός έχει σαλπίσει το παρών, με τη διαφορά ότι έχει προλάβει να εγκαταλείψει οριστικά το προπολεμικό παρελθόν του. Στον ποιητικό λόγο του Βαλαωρίτη ο υπερρεαλισμός δεν εμφανίζεται με την ιστορική και ενδεχομένως κάπως ανέμελη αρματωσιά του, που οραματίζεται τη διάνοιξη της πραγματικότητας προς ένα εναλλακτικό υπερσύμπαν (ένα ακάματο παιχνίδι με την αντοχή των καλλιτεχνικών και των κοινωνικών συμβάσεων), αλλά με τη μορφή μιας μεταλλαγμένης αυτόματης γραφής, που διαλύει με τη σαρωτική, αποδομητική της ενέργεια,[1] όπως και με το άναρχο της φαντασιακής ορμής της, κάθε συνέχεια και ενότητα. Ιδέες, αισθήματα και πράξεις εξαρθρώνονται και καταστρέφονται βαθμιαία εν προκειμένω[2] μέσα από τη χρήση και την κατάχρηση των γλωσσικών τους σημάτων, για να χάσουν, εν κατακλείδι, όχι μόνο τη λογική τους σκαλωσιά μα και οιοδήποτε, έστω και ελάχιστα αρθρωμένο ή συμπυκνωμένο νόημα.[3] Καταφεύγοντας εκ παραλλήλου στο μέτρο και την ομοιοκαταληξία της παραδεδομένης ποιητικής φόρμας, ο Βαλαωρίτης σπεύδει να προκαλέσει και μιαν εκκωφαντική συνθετική παραφωνία, που σηματοδοτεί με τον παραλογισμό των αντιφάσεών της (ένα κατεξοχήν αποδιοργανωμένο σημαινόμενο κλεισμένο σ’ ένα κατεξοχήν οργανωμένο σημαίνον) την παράλογη υφή της ανθρώπινης ύπαρξης.[4] Είναι η ώρα κατά την οποία ο μεταπολεμικός μοντερνισμός θα δει να σκάει μπροστά του μύτη ο μεταμοντερνισμός, δίχως, μολοντούτο, να πειραχτεί ούτε κατ’ ελάχιστον η βαθύτερη δομή της υπερρεαλιστικής πράξης ή της υπερρεαλιστικής αντίληψης για τον ποιητή, τη γλώσσα και το περιβάλλον του. Ο υπερρεαλισμός συνεχίζει να εκφράζεται στον στίχο του Βαλαωρίτη ως αυθύπαρκτη γλωσσική υπόσταση, ως ένας γλωσσικός τόπος που γεννά μια πολύτροπη υποκειμενικότητα, αποθεώνοντας το κοίταγμα στον καθρέφτη και την αυτοαναφορικότητα, αλλά και σπρώχνοντας ταυτοχρόνως το εγώ στο εσωτερικό ενός κυκλώματος όπου όλες οι υποκειμενικότητες τείνουν, κατά το μεταμοντέρνο υπόδειγμα, να αναμιχθούν, να αλληλοφαγωθούν και να αλληλοαναιρεθούν.
  Μια ευδιάκριτη υπερρεαλιστική γραμμή: ο αυθυπόστατος, αυτοαναφορικός και εσωτερικά εστιασμένος χαρακτήρας της γλώσσας, η συγκρότηση της γλώσσας σε τάξη καθ’ αυτήν (σε τάξη για τον εαυτό της, όπως θα τόλεγε ο Μαρξ) συνιστά το άλφα και το ωμέγα του προσανατολισμού και της λειτουργίας του λογοτεχνικού έργου, πέρα ή ανεξάρτητα από τις πολιτικοκοινωνικές και τις ιστορικές του συνιστώσες. Πρόκειται για μια γραμμή την οποία ο Βαλαωρίτης θα τηρήσει με απόλυτη συνέπεια σε όλη τη συγγραφική του πορεία, μια γραμμή που θα προσδιορίσει αποφασιστικά την ταυτότητά του κι όταν θα στραφεί από την ποίηση  στο διήγημα ή στο μυθιστόρημα.
 
Πολυεστιακό γλωσσικό κέντρο
 
  Ξεκινώντας τη συζήτηση για το υπερρεαλιστικό – ποιητικό υπόβαθρο της πεζογραφικής παραγωγής του Βαλαωρίτη, τόσο στα διηγήματα όσο και στα μυθιστορήματά του, θα χρειαστεί καταρχάς να σκεφτούμε ότι η πεζογραφία αρχίζει να απασχολεί τη λογοτεχνία του μόνο την εποχή της ωριμότητάς του – από το από το 1980 και μετά, οπότε και ακολουθεί μια ομοβροντία πεζογραφικών εκδόσεων: από τις συλλογές διηγημάτων Ο προδότης του γραπτού λόγου (1980), Ο διαμαντένιος γαληνευτής (1981), Μερικές γυναίκες (1982), Ο ομιλών πίθηκος ή Παραμυθολογία (1986), Η ζωή μου μετά θάνατον εγγυημένη (1995), Παραμυθολογία (δημοσιεύεται το 1996 κα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις συλλογές του 1981, του 1982 και του 1986), Ο σκύλος του θεού (1998) και Γνωρίζετε την Ελπινίκη; (2005) μέχρι τη νουβέλα Η δολοφονία (1984) και τη μυθιστορηματική τριλογία Από τα κόκκαλα βγαλμένη (1982), Ο θησαυρός του Ξέρξη (1984) και Τα σπασμένα χέρια της Αφροδίτης της Μήλου (2002). Γραμμένα στην πλειονότητά τους πριν το 1974, σε όλη περίπου τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, τα πεζά του Βαλαωρίτη αντλούν από εκείνα τα χρόνια τις υποθήκες τους, για να τις ενοφθαλμίσουν, με τον χρόνο της δημοσίευσής τους, και στη δυναμική της μεταπολίτευσης. Χτισμένα γύρω από ένα γεμάτο εντάσεις γλωσσικό κέντρο (νοηματικές υποστροφές και αναστροφές, γραμματικά και συντακτικά παιχνίδια, εκρηκτικά λογοπαίγνια, ιλιγγιώδεις αναγραμματισμοί, λογικά παράδοξα), τα πεζά του Βαλαωρίτη αντιγράφουν και εναγκαλίζονται τη λατρεία του ποιητικού του υπερρεαλισμού για τα εσωτερικά, δομικά υλικά του λογοτεχνικού κειμένου, όπως και για την ειρωνική τους αποσάρθρωση, που προϋποθέτει βαθιά αυτεπίγνωση των δυνατοτήτων και των δυνάμεων της γλώσσας.[5] Ο κόσμος αντί να περιγράφεται και να εξηγείται στις πραγματικές του λεπτομέρειες, δημιουργείται με πρωτοβουλία του υπερρεαλισμού από την αρχή[6] – και μόλις δημιουργείται, βιάζεται να βουτήξει στο αυτοκαταστροφικό του χάος και να διασπαστεί σε χίλια κομμάτια: για άλλη μία φορά, ο μεταπολεμικός υπερρεαλισμός και η μεταμοντέρνα επωδός του.
 
Από τον γλωσσοκεντρισμό στην αδυναμία ταυτοποίησης
 
 Ας παρακολουθήσουμε, όμως, από πιο κοντά τι ακριβώς συμβαίνει στην πεζογραφία του Βαλαωρίτη πρώτα με τη μεταλλαγή ή τη μετεξέλιξη του υπερρεαλισμού, που έχει να κάνει κυρίως με τη γλώσσα, κι ύστερα με τη μεταμοντέρνα εκβλάστησή του, που έχει να κάνει κυρίως με το ξήλωμα (όχι με ένα σκέτο ταρακούνημα ή με μιαν απλώς εκ των ένδον διαταραχή) των αφηγηματικών κανόνων, καθώς και με την ανάπτυξη της κειμενικής διαλογικότητας ή της διακειμενικότητας: με τη σύμπηξη και τη σύντηξη των λογοτεχνικών ειδών, αλλά και με την υπονόμευση ή την άρση όλων των ορίων και των στεγανών τους.[7] Ως προς την υπερρεαλιστική μεταλλαγή ή μετεξέλιξη: ο ανήσυχος και επίμονος γλωσσοκεντρισμός, αλλά  και οι ισχυρές και ανεπίλυτες αμφισημίες που παρουσιάζονται στα κείμενα τα οποία φιλοξενούνται στις συλλογές Ο προδότης του γραπτού λόγου, Ο διαμαντένιος γαληνευτής, Μερικές γυναίκες, Η ζωή μου μετά θάνατον εγγυημένη, Ο ομιλών πίθηκος ή Παραμυθολογία και Ο σκύλος του θεού, επιτρέπουν στην ποίηση του μετεξελιγμένου υπερρεαλισμού ή  μοντερνισμού να κατακλύσει την πεζογραφία τόσο με τον γλωσσικό ναρκισσισμό της όσο και με τις λογικές και τις ονειρικές υπερβάσεις της, οι οποίες περνούν από τη μαγεία του μύθου, του παραμυθιού και της παραβολής, για να φτάσουν μέχρι την παραδοχή της αδυναμίας προσδιορισμού και ονοματοδοσίας ή ταυτοποίησης των πραγμάτων.[8] Αυτή η αδυναμία ονοματοδοσίας ή ταυτοποίησης, η οποία μας πηγαίνει στις καθημαγμένες σημασίες και στην απόσυρση του νοήματος, είναι η γέφυρα που θα μας ενώσει με τη μεταμοντέρνα απόληξη του μεταϋπερρεαλισμού, όπως εκδηλώνεται σε όλο το μεγαλείο της στη μυθιστορηματική τριλογία του Βαλαωρίτη.
  Με ήρωες στρεβλούς (σφηνωμένους ανάμεσα στο γέλιο και το κλάμα) και έτοιμους ανά πάσα στιγμή να αυτοπυροβοληθούν και να αυτοκαταργηθούν, αφού ουδόλως τους ενδιαφέρει αν θα επιζήσουν ως χαρακτήρες, καθώς και με ανθρώπινες φιγούρες που δεν διστάζουν να επιδείξουν ευθύς εξ αρχής το επινοημένο και τελείως φτιαχτό τους στυλ, εφόσον ουδόλως κρύβουν την καθ’ ολοκληρίαν εξάρτησή τους από τη βούληση του αφηγητή (μαριονέτες σε πανίσχυρα χέρια), ο Βαλαωρίτης προσέρχεται στο τρίπτυχο το οποίο σχηματίζουν το Από τα κόκκαλα βγαλμένη, ο Θησαυρός του Ξέρξη και τα Σπασμένα χέρια της Αφροδίτης της Μήλου με την πεποίθηση πως δρώντες, πλοκή, μύθος και αφηγηματικές οπτικές δεν προορίζονται για συμμάζεμα, συγκερασμό και εναρμόνιση, αλλά, αντιθέτως, για πανδαιμόνιο και αποκαθήλωση, σε μια καρναβαλική, α λα Μιχαήλ Μπαχτίν, τροπή της κειμενικής συναρμογής τους.[9] Με πρόσωπα τα οποία κινούνται με αστρονομική ταχύτητα στον χώρο και τον χρόνο, και διαπλέουν τους ωκεανούς ή διασχίζουν τους αιώνες, για να σπάσουν τον νόμο των πιθανοτήτων με τις μαγικές τους ιδιότητες ή για να ζήσουν με πάθος την ευλογημένη από το θείο δώρο του σεξ καθημερινότητά τους (χωρίς κάτι τέτοιο να εμποδίζει τον εγκλεισμό τους στη φυλακή ή την ξαφνική παρόρμησή τους να φιλοσοφήσουν απεριόριστα), ο Βαλαωρίτης βάζει μπρος μιαν αφηγηματική μηχανή ικανή να αλέσει τα πάντα, σε μια τροχιά ολοκληρωτικής απώλειας της οιασδήποτε ταυτότητας: ακατάσχετα πρωθύστερα, απρόσμενες ακυρώσεις της πλοκής, η οποία βαίνει σταθερά προς την περιστολή της, όταν δεν σβήνει μέσα στις παρένθετες και κάποτε πέρα για πέρα άσχετες ιστορίες οι οποίες την περικυκλώνουν,[10] έκδηλα φανταστικές καταστάσεις, όπου ο έρωτας κυριαρχεί επί του θανάτου, αλλά και αδιανόητα διακειμενικά άλματα, που φέρνουν σε απόσταση αναπνοής τους Φαναριώτες ή τον Σολωμό από τον ντανταϊσμό, την ψυχανάλυση από τα κείμενα των αγωνιστών του 1821, όπως και τον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη από τον Κοραή και τον Καποδίστρια, σε μια γλωσσική αλυσίδα που αντί να κλίνει το γόνυ στον ελληνοκεντρισμό πέφτει με όλο το βάρος της επάνω του για να τον λιανίσει. Κι υπάρχουν, βεβαίως, ακόμη οι αλληγορίες του Κάφκα και ο μοντερνισμός του Τζόυς, σε ειρωνική αντιβολή με τον Απουλήιο ή τον Πετρώνιο, όπως κι ένας απέραντος, εσκεμμένα ανεξέλεγκτος και σχεδόν οργιαστικός ειδολογικός συμφυρμός, που ανακατεύει τρελά το ρεαλιστικό, το κοινωνικοπολιτικό και το αστυνομικό μυθιστόρημα με το nouveau roman, αλλά και με το φιλοσοφικό, το αισθηματικό και το περιπετειώδες μυθιστόρημα, τα οποία ανακατεύονται με σειρά τους (ας προσθέσουμε στη χορεία τους και το μυθιστόρημα πόλης) με την πολιτική δυστοπία της φουτορολογικής λογοτεχνίας, η οποία σε έργα όπως η νουβέλα Η δολοφονία ανυπομονεί να τραβήξει έξω τη φόδρα της και να γυρίσει σε μαύρη κωμωδία [11].
 
Αυτοσχολιασμός της γραφής και ιδεολογική απομυθοποίηση
                      
  Ο κύκλος φτάνει στο τέλος του ή πιάνει να διαγράφεται ξανά από την αρχή. Είτε διαμέσου της γλώσσας είτε μέσα από την καρναβαλική αφηγηματική και ειδολογική του αναστάτωση, ο Βαλαωρίτης δεν παύει ως πεζογράφος να συνεισφέρει σταθερά τον λόγο του στην ποίηση. Διαμέσου της υπερρεαλιστικής του γλώσσας μεταμορφώνει την πρόζα του σε ένα διαρκές ποιητικό αυτοσχόλιο, θεμελιωμένο όχι στον συνταγματικό άξονα της πεζογραφικής σύνθεσης, αλλά στον παραδειγματικό άξονα της εκρηκτικής κρούσης ή τριβής των λέξεων. Μέσα από την καρναβαλική αφηγηματική και ειδολογική του αναστάτωση, που συνεπάγεται και μια συνολική κοινωνική, πολιτική, ιστορική, ηθική και αισθητική αποϊδεολογικοποίηση (δραματικό και κωμικό, τοπικό και παγκόσμιο, τωρινό και αρχαίο, καταθλιπτικό και μανιακό, κανονιστικό και αιρετικό, αλλά και υψηλό ή χαμηλό βαδιζουν χωρίς καμία προτεραιότητα στον ίδιο δρόμο), η πεζογραφία του θριαμβεύει ως τέχνη του παιγνιώδους, αλλά και του απρόβλεπτου ή του μη ταξινομήσιμου και του άρρητου, που αποτελούν, όπως κι αν τα ορίσουμε ή τα εννοιολογήσουμε, το προνομιακό πεδίο της ποίησης. Ο υπερρεαλιστής του μεταπολέμου βγάζει με χαμόγελο το καπέλο του στις απαρχές του 21ου αιώνα.   
 
 
 
 Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
 

[1] Για τον μεταλλαγμένο υπερρεαλισμό του Βαλαωρίτη και τις μεταστοιχειώσεις της αυτόματης γραφής στην ποίησή του, βλ. τη μελέτη του Βίκτωρα Ιβάνοβιτς «Ερμολάου του ποιητού Τεχνάσματα. Για μια ποιητική του αυτόματου κειμένου», περιοδικό Μανδραγόρας, Μάρτιος 2002, τεύχος 27, αφιέρωμα στον Νάνο Βαλαωρίτη.  
[2] Στη μελέτη του «Η υπερκαινοφανής επέκταση. Υπερρεαλιστικοί μετασχηματισμοί στην ποίηση του Νάνου Βαλαωρίτη», περιοδικό Μανδραγόρας, όπ. π., ο Σωτήρης Λόντος κάνει λόγο για ασυνεχείς φαντασιακές μονάδες, που συμπλέκονται με την απώθηση του λυρισμού και παράγουν συναισθηματική αποσύνδεση.
3 Στη μελέτη της «Ένα ποιητικό άνοιγμα», περιοδικό Μανδραγόρας, όπ. π., η Ιωάννα Ζερβού επισημαίνει το φαινόμενο της φθοράς και της κατάρρευσης του κόσμου στον υπερρεαλισμό του Βαλαωρίτη, τονίζοντας το στοιχείο του μετεωρισμού, αλλά και της διολίσθησης του νοήματος.
[4] Για τη σχέση του Βαλαωρίτη με τις παραδοσιακές ποιητικές μορφές, βλ. τη μελέτη του Γιώργου Κεχαγιόγλου «Μικρή προσωπική σημείωση για ποιήματα του Νάνου Βαλαωρίτη», περιοδικό Μανδραγόρας, όπ. π. 
[5] Στη μελέτη του «Ο θησαυρός που ξέρεις πού βρίσκεται», περιοδικό Μανδραγόρας, όπ.π., ο Κώστας Σταθόπουλος επισημαίνει ότι η πεζογραφία του Βαλαωρίτη και ειδικότερα η μυθιστοριογραφία του είναι μια πεζογραφία με ιδιάζουσα γλωσσική δομή: μια πεζογραφία όπου η γλώσσα διεκδικεί και καταλαμβάνει την πρωτοκαθεδρία την οποία κατέχει και στην ποίησή του.
[6] Για τη λειτουργία του υπερρεαλισμού ως θεμελιωτή κόσμου στην ποίηση του Βαλαωρίτη, βλ. τη μελέτη του Ερατοσθένη Καψωμένου «Η αλχημεία των λέξεων», περιοδικό Μανδραγόρας, όπ.π.
[7] Στη μελέτη της «Η ‘εύθυμη σχετικότητα’ του είναι. Μια ανάγνωση των μυθιστορημάτων του Νάνου Βαλαωρίτη», περιοδικό Μανδραγόρας, όπ.π., η Σοφία Βούλγαρη παρατηρεί ότι αν οι συναιρέσεις τις οποίες επιχειρεί ο συγγραφέας πραγματοποιούνται στο επίπεδο των θεματικών μοτίβων ή της τεχνικής τότε εντάσσονται στον μοντερνισμό` αν, πάλι, πραγματοποιούνται στο επίπεδο των λογοτεχνικών ειδών τότε εντάσσονται στον μεταμοντερνισμό. Βασίζομαι στη διάκρισή της για να κρατήσω την ποίηση από τη μεριά των θεμάτων που επικαλείται και των τεχνικών που εφαρμόζει ο μετεξελιγμένος υπερρεαλισμός και να βάλω τα αφηγηματικά υπερτεχνάσματα και τις ειδολογικές υπερκεράσεις ή υπερβάσεις από τη μεριά του μεταμοντερνισμού.
[8] Για τα θέματα αυτά, βλ. και τη μελέτη της Σ. Βούλγαρη «Ο ‘ θάνατος του ποιητή’ του Νάνου Βαλαωρίτη. Ένα δείγμα προσωπικής παραμυθολογίας», περιοδικό Πόρφυρας, Απρίλιος – Ιούνιος 2003, τεύχος 167, αφιέρωμα στον Νάνο Βαλαωρίτη.  
[9] Για τη σχέση του μπαχτινικού διαλόγου με τη μυθιστορηματική τριλογία του Βαλαωρίτη, βλ. τη μελέτη της Σ. Βούλγαρη «Η ‘εύθυμη σχετικότητα’ του είναι. Μια ανάγνωση των μυθιστορημάτων του Νάνου Βαλαωρίτη», όπ.π.
[10] Στη μελέτη του «Στίγμα ανάγνωσης των Σπασμένων χεριών της Αφροδίτης της Μήλου», περιοδικό Πόρφυρας, όπ.π., ο Βίκτωρ Ιβάνοβιτς παρομοιάζει τη διαδοχή των αφηγηματικών επεισοδίων στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βαλαωρίτη με μοίρασμα των χαρτιών της τράπουλας.
[11] Για τους ειρωνικούς δεσμούς του Βαλαωρίτη με τη φουτορολογία και τη λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας, βλ. τη μελέτη της Ελισάβετ Αρσενίου «Η Δολοφονία και η αναζήτηση του ενόχου. Μια γραφή υπέρβασης του φανταστικού από τον Νάνο Βαλαωρίτη», περιοδικό Μανδραγόρας, όπ.π.