Εκτύπωση του άρθρου

 

 

 

ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

© Poeticanet 

 

 

 

Η επίδραση των μεταφράσεων του Federico García Lorca από τον Νίκο Γκάτσο στη διαμόρφωση της Αμοργού

 


Ο Γκάτσος αποτελεί ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα παραδείγματα νεοέλληνα ποιητή, που αφομοίωσε βαθιά και προσέλαβε δημιουργικά το έργο του Lorca. Όπως φαίνεται από το αρχείο, τα μελοποιημένα τραγούδια, τις μεταφράσεις και κυρίως την Αμοργό, ο Lorca συντροφεύει τον Γκάτσο σε όλη τη διάρκεια της λογοτεχνικής του πορείας. Το μεταφραστικό έργο του συνέβαλε σημαντικά στην υποδοχή και στην τεράστια απήχηση μιας ολοκληρωμένης, ρομαντικής εικόνας του Ισπανού ποιητή στην ελληνική πολιτισμική πραγματικότητα, αλλά και στην καθιέρωση της δικής του ποίησης. Ο Lorca λειτουργεί για τον Γκάτσο ως ένα πρότυπο για τη θεώρηση του κόσμου και της ποιητικής τέχνης και ως ένας καθρέπτης, ο οποίος αντανακλά την ποιητική μείξη της παράδοσης με τον υπερρεαλισμό. Η σύνδεση των δύο ποιητών ερμηνεύεται ως μια συμπόρευση δύο ομότροπων ποιητικών λόγων μέσα σε παρόμοια ιστορικά και πολιτισμικά πλαίσια, αλλά και ως μια ποιητική επίδραση σε επίπεδο θέματος, ύφους και ατμόσφαιρας. Έτσι, η μεταφραστική εργασία προσέφερε στον Γκάτσο μια βαθιά εξοικείωση με το έργο του Lorca, η οποία, συγχωνευμένη με την προσωπική ποιητική του ταυτότητα, προσέδωσε μια μοναδική απόχρωση στην Αμοργό.

Η ελληνική γενιά του ’30 και ισπανική γενιά του ’27

Η προσέγγιση του έργου του Lorca από τον Γκάτσο πραγματώθηκε σε μια εποχή, κατά την οποία το κεντρικό αίτημα των νεοελλήνων λογοτεχνών ήταν η ποιητική ανανέωση. Στους λογοτεχνικούς κόλπους της γενιάς του ’30 η συζήτηση για τον υπερρεαλισμό συμπορεύεται με την ανάδειξη της ελληνικότητας μέσω της στροφής προς την παράδοση. Ο Γκάτσος υπήρξε ένας από τους πιο καχύποπτους λογοτέχνες της γενιάς του ’30 απέναντι στα νέα ποιητικά ρεύματα, αλλά και εξαιρετικά ενημερωμένος γι’ αυτά. Ο ίδιος πίστευε ότι η παράδοση έχει τη
δυνατότητα να προσφέρει στην ποίηση επαρκείς εκφραστικούς τρόπους, καταλήγοντας έτσι στην ποιητική σύνδεση της παράδοσης και του νεοτερισμού. Κι ακριβώς εδώ εντοπίζεται το κεντρικό σημείο σύγκλισης του ποιητικού σύμπαντος του Γκάτσου με αυτού του Lorca. O Lorca ανήκε στη γενιά του ’27, η οποία αποσκοπούσε με το έργο της να ανανεώσει την ισπανική λογοτεχνία μέσα από τα νέα ποιητικά ρεύματα και να αναδείξει την ισπανικότητα μέσα από τη σύνδεσή της με την ποιητική παράδοση.

Η μετάφραση της ποίησης του Federico García Lorca από τον Νίκο Γκάτσο

Οι ποιητικές μεταφράσεις του Lorca από τον Γκάτσο είναι λιγότερες ποσοτικά σε σύγκριση με τις θεατρικές και χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη πιστότητα στο πρωτότυπο. Ακόμα κι εδώ όμως πρόκειται κυρίως για μια ελεύθερη απόδοση και αναδημιουργία, καθώς ο Γκάτσος προσάρμοσε τα ποιήματα του Lorca στην προσωπική ποιητική του σκευή, στην ελληνική πολιτισμική ταυτότητα και δη στην ελληνική δημοτική παράδοση. Συχνά ο λόγος της μετάφρασης είναι οικονομημένος και ηθογραφικός, διακρίνεται δηλαδή από την αμεσότητα ενός αγροτικού λεξιλογίου, που αντλείται από την παρακαταθήκη του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού. Παράλληλα, στις μεταφράσεις εντοπίζονται αρκετές παραλείψεις, προσθήκες στίχων και λέξεων, όπως και παραλλαγμένες νοηματικά εικόνες, οι οποίες εντάσσουν τον κόσμο του πρωτότυπου στη γλώσσα, στο μέτρο και στην παράδοση της νεοελληνικής ποίησης.

Βέβαια, ο κύριος στόχος της μετάφρασης είναι η μεταφορά της σημασιολογικής και υφολογικής ποιότητας του πρωτότυπου, επειδή η μετάφραση θεωρείται εν γένει ένα νέο αυτόνομο δημιούργημα, που ωστόσο συνδέεται άμεσα με το πρωτότυπο. Στις εν λόγω μεταφράσεις το ύφος, ο τόνος και η μουσικότητα των πρωτότυπων ποιημάτων διατηρούνται, αν και εντοπίζονται κάποιες σημασιολογικές μετατοπίσεις. Παρά το γεγονός λοιπόν ότι ο Γκάτσος αντιμετωπίζει τα ποιήματα του Lorca με μια τάση «εξελληνισμού» και «επικαιροποίησης», οι μεταφράσεις επιβεβαιώνουν ότι διέθετε μια εξαιρετικά οξυμμένη αίσθηση στην προσέγγιση της ποίησης του Lorca. Η επέμβαση του μεταφραστή στα πρωτότυπα ποιήματα, αν και «αυθαίρετη», είναι αποδεκτή αισθητικά, γιατί εντείνει την αίσθηση των ισπανικών στίχων και μεταφέρει δυνατά τον παλμό και το πνεύμα τους μέσα στα καινούργια ποιητικά πλαίσια.

Η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου και η ποίηση του Federico García Lorca μέσα από τη μετάφραση.

Οι ποιητικές μεταφράσεις λόγω της συγγένειάς τους με την Αμοργό αποτελούν μία ενότητα, η οποία αποδεικνύει τη βαθιά επίδραση του Lorca στον Γκάτσο. Αυτή αποκαλύπτεται συχνά από τη χρήση ίδιων ποιητικών στοιχείων -λέξεων, τρόπων, εικόνων και συμβόλων- τα οποία αφορούν στη θεματοποίηση της νεότητας και της ενστικτώδους δύναμης της ζωής, του απεγνωσμένου, σωματικού και συνάμα ονειρικού έρωτα, της καταλυτικής παρουσίας του θανάτου και της βαθιάς ψυχής του λαϊκού πολιτισμού. Επίσης, αφορούν στον υπαρξιακό προβληματισμό, στην παιγνιώδη διάθεση απέναντι στη ζωή και στην ποίηση, στη σύνδεση της ποίησης με τη μουσική, στην εικονοποιία και στη συμβολοποίηση της μεσογειακής φύσης. Ταυτόχρονα, η μορφή, η γλώσσα, το μέτρο και ο ρυθμός της ποίησής τους αντλούνται από την ποιητική παράδοση της πατρίδας τους και αναδιαμορφώνονται με τρόπο παρόμοιο από τις υπερρεαλιστικές αρχές.

Το έργο του Γκάτσου και του Lorca αποτελεί μια ποίηση εθνική, που στηρίζεται στην παράδοση και στην ιστορία του τόπου τους, αλλά και συνάμα μια ποίηση οικουμενική. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί η φύση και η παράδοση της πατρίδας τους, της Ελλάδας και της Ανδαλουσίας αντίστοιχα, αποτελεί τον καμβά πάνω στον οποίο και οι δυο ξεδιπλώνουν την πανανθρώπινη αξία του έργου τους. Η ποίησή τους σμιλεύεται στο εργαστήριο της ζωής, τόσο μέσα στο φως της χαράς, της ομορφιάς, της ελπίδας και του έρωτα, όσο και μέσα στο σκοτάδι του θανάτου, του τραγικού πεπρωμένου και της καταστροφής. O αισθησιασμός της γλώσσας τους είναι «άφθαρτος», γιατί προέρχεται από τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, από το ζωώδες και παγανιστικό ένστικτο, που ζητά την ταύτιση με το θεϊκό. Το στοιχείο αυτό συμπορεύεται βέβαια με την αντικειμενικότητα στην έκφραση του συναισθήματος, η οποία μας επιβάλλει την απόσταση από την οποία πρέπει να αντιμετωπίζεται η τέχνη. Παρά λοιπόν την διαπίστωση στην ποίησή τους ότι αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ, η ελπίδα εξακολουθεί να απλώνει τις αχτίδες της παντού: η λύτρωση και η αναγέννηση της ζωής έρχεται μόνο μέσα από τον πόνο. Δεν χρειάζεται παρά μόνο πίστη για ένα καλύτερο μέλλον, αποδοχή της αντιφατικότητας της ζωής και αγάπη προς την πατρίδα και τον άνθρωπο και το θαύμα θα πραγματωθεί.

Γιατί κι εγώ που τον τραγουδώ
Είμουν κι εγώ αδερφός του,
Κι ίσως τον ανταμώσω μια φορά, σ’ ένα ελληνικό καλοκαίρι,
Ίσως τον αντικρίσω λαμπερό
Στο πανηγύρι του Μυστρά με σκονισμένο μέτωπο να
χορεύει,
Κι ίσως τον πάρω μαζί μου
Για να του γιάνω το κορμί με τ’ άστρα κεντημένο
Να πλύνω τις λαβωματιές στο ματωμένο του πρόσωπο
Με μόσκο, με ροδόσταμο, μ’ ανθόνερο των κρίνων.

Γκάτσος, Νίκος, 1993. «Μνήμη θανάτου», Οδός Πανός 66, 2-5.


Παράδειγμα: H Αμοργός και ο Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας

Ένα παράδειγμα αποτελεί η σύγκριση του Θρήνου με την τρίτη ενότητα, με το ποίημα «Ο Ιππότης κι ο Θάνατος» και με το «Ελεγείο» της Αμοργού. Πιο ειδικά ο τόνος και η ατμόσφαιρα θανάτου που έχει «παγώσει» σε μία συγκεκριμένη χωροχρονική φάση μέσα από την επανάληψη του ίδιου στίχου εντοπίζεται τόσο στο πρώτο τμήμα του Θρήνου, όσο και στην τρίτη ενότητα της Αμοργού. Είναι αξιοσημείωτο ότι την ώρα του θανάτου του Mejías, «Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει», άρχισε κι o ισπανικός εμφύλιος πόλεμος στις 18 Ιουλίου του 1936. Πρόκειται λοιπόν για την ποιητική διαίσθηση του Lorca ή απλώς για την ατυχή σύμπτωση της ώρας ενός σπουδαίου ποιήματος και ενός φρικτού πολέμου, η οποία συνδέει τις ποιητικές εικόνες του θανάτου με την πραγματικότητα του εμφυλίου. Εδώ το πρωτότυπο ποίημα ακολουθεί το μέτρο της ισπανικής ποιητικής παράδοσης, όπως και το μεταφρασμένο, που ακολουθεί το μέτρο της αντίστοιχης ελληνικής. Παρομοίως, το υπερρεαλιστικό και φρικιαστικό τοπίο θανάτου στο τρίτο τμήμα της Αμοργού, που αποδίδεται μετρικά σε δεκαπεντασύλλαβους στίχους και κλειστές τετράστιχες στροφές, δηλώνοντας την αρνητική ψυχική κατάσταση του ποιητή, θυμίζει το δημοτικό τραγούδι του Χάρου και συμβολίζει τη σκοτεινή πραγματικότητα της γερμανικής Κατοχής.

«Ο Ιππότης και ο θάνατος» βρίσκεται κοντά στο τέταρτο τμήμα, στο «Ψυχή φευγάτη» του Θρήνου, κυρίως ως προς το νόημα των τελευταίων στίχων. Ο Ιππότης του ποιήματος μετά από τον θάνατό του θα σβηστεί από τη μνήμη, όπως και ο Mejías. Η ποιητική αναφορά των πρωταγωνιστών διασώζει τη μορφή τους από τη λήθη και την τοποθετεί στο βάθρο της αιωνιότητας. Έτσι, ο Ιππότης είναι «ένας ανήσυχος κυνηγός απ’ τη γενιά των ηρώων», που όμως «θα τον παραστέκουν αιώνια», «αυτές [οι] σκοτεινές μορφές». Αντίστοιχα ο ποιητής τραγουδά «τη χάρη και την ομορφιά» του Mejías «γι’ αυτούς που θα ’ρθουν».

Ο τίτλος αλλά και όλη η σύνθεση του τελευταίου ποιήματος της Αμοργού, του «Ελεγείου», δηλώνουν έμμεσα ότι πρόκειται για μια ελεγεία αφιερωμένη στον θάνατο του ποιητή Γιώργου Σαραντάρη, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα στη διάρκεια του πολέμου στο αλβανικό μέτωπο. Όπως επισημαίνει ο Λιγνάδης, το «Ελεγείο» συνδιαλέγεται άμεσα με το ποίημα Llanto por Ignacio Sánchez Mejías του Lorca, κυρίως λόγω της εμφάνισης κοινού ποιητικού ύφους, όμοιας λυρικής ευαισθησίας και κοινής χρονικής τοποθέτησης, αφού η μετάφραση του Θρήνου πραγματοποιείται την ίδια χρονιά με το «Ελεγείο». Και τα δύο ποιήματα μοιάζουν εκφραστικά και ρυθμικά με το μοιρολόι της δημοτικής παράδοσης, θεματοποιώντας τον θρήνο του ποιητή για την απώλεια ενός φίλου, ο οποίος εισάγεται ελεγειακά μέσα από την ποιητική μνήμη. Μάλιστα το φυσικό τοπίο συμμετέχει στον διάχυτο πόνο του ποιητή, ο οποίος, καλώντας τον φίλο να φανερωθεί με τα ανεπαίσθητα σημάδια της φύσης, συναντιέται στο πλαίσιο της φαντασίας με το νεκρό σώμα και του απευθύνει με δέοντα τρόπο τον θρήνο. Σε αυτό το πλαίσιο το νεκρικό τοπίο και η δήλωση της φθοράς του νεκρού σώματος παρουσιάζονται με παρόμοια σύμβολα της φύσης.

Στον Θρήνο «τα μούσκλια και τα χόρτα/ με δάχτυλα που δε λαθεύουν/ το άνθος ανοίγουν του μυαλού του», ενώ στο «Ελεγείο» ο φίλος κοιμάται «Στους παγωμένους κάμπους που οι αγράμπελες/ Γίναν βαλσαμωμένα φτερά». Επίσης, ο ποιητής ανακαλεί με διάχυτη, αλλά συγκρατημένη θλίψη τα χαρακτηριστικά του αγαπημένου προσώπου, από τη μια την ευλογία της γενναιοδωρίας και το σπάνιο της αθωότητας και από την άλλη τη χάρη, την ομορφιά και τη σοφία. Εδώ τονίζεται το φευγαλέο πέρασμα του νεκρού από τη ζωή, «Σα λαμπηδόνα καλοκαιριού και στερνοβρόχι του Μάη», ο οποίος σβήστηκε από τη μνήμη, όπως κι ο ταυρομάχος του Lorca, «Σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται/ με τα σκυλιά τα ψόφια στοιβαγμένοι».


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γκάτσος, Νίκος, 2019. Αμοργός, Αθήνα: Πατάκης.
Λιγνάδης, Τάσος, 1983. Διπλή επίσκεψη σε μια ηλικία και σ’ έναν ποιητή. Ένα βιβλίο για τον Νίκο Γκάτσο, Αθήνα: Γνώση.
Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Γκάτσος, Νίκος, ελληνική απόδοση, 2000. Θέατρο και ποίηση, Αθήνα: Πατάκης.
Rosenberg, Anna, 2014. «The Greek Lorca: Translation, Homage, Image», Bulletin of Hispanic Studies 91, 33-52.
Virginia López Recio, 2006α. Το Φεγγάρι, το Μαχαίρι, τα Νερά. Ο Λόρκα στην Ελλάδα, Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Φίλων.


Η Γεωργία Καραγιάννη είναι πτυχιούχος της Κλασικής Φιλολογίας στο Ε.Κ.Π.Α.

Ακαδημαϊκές Εργασίες 10/2023-06/2025:

Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία με τίτλο: «Η επίδραση των μεταφράσεων του F. G. Lorca από τον Ν. Γκάτσο στη διαμόρφωση της “Αμοργού” »,

“Sophocles’ ‘Antigone’: A conflict between two different worldviews”, . “Aristophanes’ ‘Birds’: A utopian for Peisetaerus”
 “The role of myth in Plato’s doctrines of soul”,
 «Ο ερωτικός μύθος στην τραγωδία (“Αγαμέμνων”, “Τραχίνιαι”, “Μήδεια”)», 


Ημ/νία δημοσίευσης: 11 Μαΐου 2026