Εκτύπωση του άρθρου

 ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ

Επιτεύγματα της εποχής μας

Επιτεύγματα της εποχής μας (οριζόμενης από τα μέσα του 20ου αιώνα) είναι οι τομείς της τεχνικής και της τεχνολογίας (αυτής της machina machinarum), όπου ωστόσο ο ντετερμινισμός βρίσκει την αποθέωσή του τεκμηριώνοντας τη βελτίωση της ζωής και του βίου, την ελαύνουσα ευτυχία είτε δια της Ανταμοιβής είτε δια της καθυστέρησης της Αποκάλυψης. Η υποψία που δημιουργείται είναι: μήπως ο λόγος της σκέψης είναι σήμερα τεχνικός και τεχνολογικός και διαρκώς λιγότερο εκτός αυτής της δέσμευσης;[1] Μήπως η επαφή με την μη τεχνική- μηχανική- τεχνολογική σκέψη ανήκει τελεσίδικα σε μια απροσέγγιστη σκέψη, σε ένα  άμουσο, το οποίο ποτέ δεν πρόκειται να αναζητήσει τη μουσική, επειδή δεν την ξέρει ή, το χειρότερο, την έχει ξεχάσει και συνεπώς δεν την αναζητεί; Ας θυμηθούμε πως ό,τι ξεχνιέται, ξεχνιέται για πάντα. Μήπως, προς παρηγορία, η επειλεγμένη τάση του λόγου της σκέψης είναι armslength αντιμετώπιση μιας τέτοιας λήθης; Η εποχή μας οικοδομεί με το υλικό των ερειπίων, καθιστώντας έτσι τα ερείπια άχρηστα: τα επειλεγμένα ερείπια, από τα οποία το υλικό, δεν αναγνωρίζονται ως ερείπια, αλλά ως ακέραια κεκτημένα. Ζούμε σε έναν κόσμο που απαθανατίζει την καταστολή του μη δεδομένου (factum) προς μόνιμη λατρεία του φαίνεσθαι υπό την κυριαρχία της επίδειξης (exhibition).[2]

Είναι σαν να ευδοκιμούμε διαβιούντες υπερπλήρεις σε μια πλατειά, ευάερη προς το παρόν σπηλιά, με το πρόσωπο στραμμένο στους τοίχους της, ανεκτικοί μέχρις αδιαφορίας, ελεύθεροι μέχρις ασυδοσίας πάντως να στρέφουμε το πρόσωπό μας στον έναν τοίχο και στον άλλο, κάνοντας χρήση αυτού του δικαιώματος που οι θεσμοί (φιλελεύθεροι, κοινοβουλευτικοί, δημοκρατικοί, επαναστατικοί) παρέχουν και η ψήφος μας έχει επικυρώσει, εξασφαλισμένοι από τους ήχους, τις σκιές και τις οσμές που φτάνουν στα αυτιά, στα μάτια και στην όσφρησή μας, προϊόντα και υπηρεσίες, βέβαιοι πως αυτά είναι ο πλούτος μας, η συνέχεια, η παράδοση, αλλά και η πρόοδός μας, με ένα λόγο το κεκτημένο μας στα μέτρα μας (“life should be fun”). Στη σπηλιά, ο Διαφωτισμός, το Θρήσκευμα, η Δημοκρατία, το Κράτος, ο Λαός, το Πολίτευμα, το Δίκαιο: μνημεία κορακίζοντα το φαίνεσθαι της ακεραιότητάς τους.

Αν όμως κάποιος, δυσανεκτικός και αυτοτιμωρούμενος, αν κάποιος από κούραση, οργή, φόβο, αμηχανία, πανικό, κλειστοφοβία (αλλά και περιέργεια), στραφεί προς την είσοδο της σπηλιάς (γιατί τίποτα δεν απαγορεύει να στραφούμε προς την είσοδο της σπηλιάς, είναι και αυτό εντός της ασυδοσίας μας), θα καταλάβει, αν βέβαια δεν επιστρέψει τρομαγμένος στους τοίχους της σπηλιάς, πως οι αισθήσεις έχουν χαθεί, τόσο συνηθισμένοι καθώς μένουμε στραμμένοι στους τοίχους και στις αναίσθητες αλήθειες τους. Θα το καταλάβει όταν θα απλώσει, αν τολμήσει και δεν τρέξει πίσω στους τοίχους, το χέρι του προς εκείνα που εν χρόνω, τυχαίως, εξ ανάγκης, κατά λάθος, περνούν έξω από την σπηλιά, που περνούν εκείνη τη στιγμή, συμβάντα από σκόνες ερειπίων με την περηφάνια της κομψότητάς τους και ίσως ο τολμητίας αγγίξει κάτι, υπολείμματα μάλλον τέτοιου περάσματος. Ίσως γευθεί και κάτι από τους σπόρους που κατά περίπτωση, με απλοχεριά, με δέος κουβαλούν οι άνεμοι, οι οποίοι φυσούν έξω από την σπηλιά. Η έκπληξη της οξύτητας της ανατολής των αισθήσεων θα αποδείξει, σε αυτούς που θα έχουν στραφεί προς την είσοδο της σπηλιάς και θα έχουν τολμήσει να μιλούν, πως έχουν διασώσει κάτι (υπολείμματα και περισσεύματα) από την όραση, την ακοή και την όσφρησή τους, επειδή αυτές οι αισθήσεις είναι χαμένες για όσους μένουν με το πρόσωπο στραμμένο στους τοίχους της σπηλιάς, αυτού του επιβλητικού ακέραιου κατά τις σκιές του οικοδομήματος.

Ισχύει η ρήση τυφλός τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματ’ ει. Αυτή τη ρήση κολάζει ο επ’ εσχάτων  (contemporain).

Όσο για εκείνα που είναι έξω από τη σπηλιά, ας τα θεωρήσουμε κομμάτια, ψηφίδες, μορφές ενός άλλου κόσμου, εκείνου που τα ζάρια δείχνουν στον παίκτη, εκείνου που ο παίκτης μοιράζεται με τα ζάρια του, τέτοια συμπαιγνία, με όλη τη σοβαρότητα και ευθύνη του παιγνιώδους, όπου jouer=unité consubstantielle du mythe et du rite (παίζειν=ενότητα ομοούσια του μύθου και του τελετουργικού τυπικού). Καμία υπενθύμιση της πλατωνικής σπηλιάς. Η ευκολία όμως του κρυφτού, αυτού του παιχνιδιού που φωνάζει “φτου ξελευτερία”, όταν η κρυψώνα του παίκτη εντός των ερειπίων αποκαλύπτεται.

Ας μην τρέφουμε ελπίδες εξόδου: ό,τι είναι έξω από τη σπηλιά και περνά μπροστά από τα μάτια όσων έχουν στραφεί προς την είσοδό της, ούτε πλήθος είναι, ούτε είναι βέβαιο ότι είναι, επειδή το θεατό έχει το αθέατό του και το αθέατο δεν παύει να είναι αθέατο, ευχερές προς ανασκαφή. Μπορεί να πρόκειται οπωσδήποτε για υπολείμματα και περισσεύματα και ερείπια, για εκείνη τη σκόνη που δεν παύουν να κομίζουν τα ρεύματα του αέρα, τη σκόνη που δίνει βάρος στις ακτίνες του ήλιου. Μπορεί κιόλας να είναι σκιές που στοιχειώνουν οι σκιές των τοίχων της σπηλιάς. Μπορεί να είναι το κεκτημένο μας, όπως έχει διασώσει τον εαυτό του, σπαράγματα και τρίμματα. Ας μην ξεχνάμε εντέλει πως στοιχηματίζουμε. Με τα ζάρια στο χέρι.

 


 

[1].   Αυτός ο λόγος είναι μάλλον ένα τεχνικά ουδέτερο εργαλείο (technically neutral instrument), που ζει με την ψευδαίσθηση της ύψωσης του επιβλητικού οικοδομήματός του. Υπακούει έτσι σε ένα «μηχανισμό», όπου η τεχνικότητα ισχυροποιεί την ανέγερσή του. Και η ανέγερση περιστοιχίζεται από ανοχή (toleration/ tolerance) και προσφέρεται ως open ended  τεχνική τελειότητα.

 Έτσι, η ροή του νερού από τη βρύση (από αυτό το neutral instrument), μόλις κανείς την ανοίξει, θεωρείται (factum) φυσική κατάσταση (οικοδόμημα), ενώ είναι το πλέον αφύσικο γεγονός (το νερό δεν υπάρχει για τη βρύση), το οποίο έχει αναχθεί σε «φυσικότητα» (naturality), επειδή η υδραυλική τεχνική (technic/ technicality, αυτή η πρόοδος) το έχει πετύχει. Χάρη στο οικοδόμημα της τεχνικής τελειότητας, καθένας έχει δικαίωμα σε τρεχούμενο νερό, ξεχνώντας πως το νερό δεν έχει καμία υποχρέωση στη βρύση, ούτε σε αυτόν που ανοίγει τη βρύση. Με αυτό τον τρόπο, η τεχνική τελειότητα είναι μια θρησκειοποίηση της μη ανοχής. “…if intolerance, in other words, the desire to convert others to one’s beliefs by aggressive or coercive means, were to be eradicated by a way of life in which no one believes anything and nothing matters to anyone except that life should be fun, then we are doomed, for sooner or later we shall fall victim to some sort of ideocracy”. Leszek Kolakowski, Freedom, Fame, Lying and Betrayal, Westview Press, 1999, p. 40.

Ευδιάκριτο στοιχείο είναι πως η ανοχή προκαλεί αδιαφορία: “Indifference is the natural product of tolerance; in any case, hot-house flowers cannot complain they are not treated like flowers of the field”. Renato Poggioli, The Theory of the Avant-Garde, The Belknap Press of Harvard University Press, 1968, p.119  

[2].  “We strive to overcome the indifference of the world by a technological appropriation of objects, thanks to which they become obedient to us. The satisfaction experienced through this obedience is due to the fact that to an ever-increasing extent we inhabit an environment which we have organized ourselves, so to an ever-increasing extent we feel free to ascribe to ourselves divine-like creative talents. The world ceased to be raw nature, crushing in its insensitivity; it has almost become the emanation of our projects; vast areas of it, which constantly grow in extent, listen to our commands; it has become sensitive to our wishes… Technological triumphs offer us the physical world fully humbled… Technological culture enables us to grasp the world as booty but it cannot abide its indifference; the taming of things is only apparent, the sense of an encounter with nature in reciprocity is illusory, like the love of a necrophiliac… Ultimately, the attempted technological coercion aimed at pulling the material world out of its indifference end in defeat; not it is impossible to control infinite nature absolutely, but because at every stage of technological success things are our booty and not the fruit of a friendly fraternization; we arrogate them, knowing they obey us because they do not signify anything, and have no meaning antedating our interventions”. Leszek Kolakowski, The Presence of Myth, The University of Chicago Press, 2001, p. 74-75.