Εκτύπωση του άρθρου


ΕΟΥΤΖΕΝ  ΖΕΜΠΕΛΕΑΝΟΥ

 

Μυστικό όπλο

εισαγωγή-μετάφραση Μάρω Παπαδημητρίου

 

«Στις αρχές και τα μέσα του 20ου αιώνα δεν έλειψαν οι επικοί ποιητές…», γράφει ο Ρουμανο-αμερικανός ποιητής Αντρέι Κορντέσκου στην εισαγωγή της αμερικανικής έκδοσης της ποιητικής συλλογής του Εουτζέν Ζεμπελεάνου Μυστικό όπλο (2008). «… Στη Ρωσία ήταν ο Μαγιακόφσκι…. Στη Χιλή ήταν ο Πάμπλο Νερούντα. Στην Τουρκία ήταν ο Ναζίμ Χικμέτ. Στην Ελλάδα ήταν ο Γιάννης Ρίτσος… Στη Ρουμανία ήταν ο Εουτζέν Ζεμπελεάνου».(ΙΧ)

Ο Eugen Jebeleanu (1911-1991) γεννήθηκε στη Ρουμανική πόλη Καμπίνα. Τελειώνοντας τις βασικές σπουδές του, ακολούθησε σπουδές νομικής στο πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου, εργάστηκε ως δημοσιογράφος, δημοσίευσε περισσότερες από δώδεκα ποιητικές συλλογές, έγραψε παράλληλα, θέατρο, κριτικές λογοτεχνίας μετέφρασε ποίηση από έξη γλώσσες. Ανήκε στη γενιά των συγγραφέων που έζησαν τον όλεθρο δύο παγκοσμίων πολέμων, την κυριαρχία των ιδεολογιών του Ναζισμού και Κομμουνισμού, τις δραματικές συνέπειες τους. Με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, η Ρουμανία παρέμεινε υπό την κυριαρχία της Σταλινικής Σοβιετικής ‘Ενωσης, με φιλοσοβιετική κυβέρνηση.

Ο Ζεμπελεάνου, θερμός παραστάτης του αριστερού χώρου από τον μεσοπόλεμο, αρχικά υποστήριξε την κομουνιστική ηγεσία της χώρας του και υποστηρίχθηκε από αυτήν. Το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης του εκείνη την περίοδο αναφέρεται στον αγώνα κατά του φασισμού, στην επαναστατική παράδοση της πατρίδας του, στις αξίες του νέου καθεστώτος. Το όνομα του γίνεται τότε γνωστό και εκτός συνόρων, με τα ποιήματα του Lidice, αναφορά στη Ναζιστική μαζική εξόντωση ενός μικρού αγροτικού χωριού της Τσεχίας (1942), και Το χαμόγελο της Χιροσίμα (1958), με θέμα τον ατομικό βομβαρδισμό της πόλης Χιροσίμα το 1945. Το δεύτερο αυτό μεγάλο ποίημα έχει μεταφράσει από τα ρουμανικά ο Γιάννης Ρίτσος.

… Γη, γη σιωπηλή,
σιωπηλή,
με το δέρμα καμένο, με το σώμα γυμνό-
Συγνώμη, Χιροσίμα.
Συγνώμη για το κάθε βήμα
που αγγίζει μια πληγή.
Συγνώμη για την κάθε λέξη
που ταράζει τον αέρα όπου ψάχνεις
για τα χαμένα βρέφη σου.

Τάφος ανύπαρκτος.
Άνεμος. Άνεμος. Άνεμος. Άνεμος.
Κι οι σβησμένες φωνές τους
κάθε μέρα αντηχούν πιο πολύ
μες στη μνήμη.
Κοιμητήρια,
ανύπαρκτα, ανύπαρκτα.
Κι όταν θέλεις να κλάψεις
να μην έχεις να σφίξεις στα χέρια σου
μια υδρία τουλάχιστο
ένα τάφο τουλάχιστο… (απόσπασμα)

Η μεταπολεμική διαίρεση της Ευρώπης σε Δυτικό και Ανατολικό μπλοκ έφερε στο προσκήνιο δύο ασυμβίβαστες μεταξύ τους ιδεολογίες που επηρέασαν ανάλογα και την ποίηση. Δυτικά, οι περισσότερες ποιητικές φωνές απέδιδαν σε χαμηλούς τόνους την ερήμωση του κόσμου, τον αποπροσανατολισμό και το υπαρξιακό άγχος του σύγχρονου ανθρώπου. Στο Ανατολικό μπλοκ αντίθετα, και η ποίηση ανέλαβε να εκφράσει μεγαλόπνοα την ιδεολογική φόρτιση του Κομματικού κράτους. Ο Ζεμπελεάνου αρχικά υπηρέτησε την ορθοδοξία του χώρου, αλλά τελικά διαφώνησε με τον αυξανόμενο δογματισμό της με αποτέλεσμα να αποβληθεί από την Κεντρική Επιτροπή του Ρουμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος στο 13ο Συνέδριο της,. το 1984.

Αδελφότητα

Ήταν μια φυσική απόφαση.
Εγώ καθόμουν στο κλαδί, και τα κοράκια μ΄ έκριναν.
Είπαν, Αφήστε τον να μιλήσει.
Έκραξα εφτά φορές, και ξανά εφτά φορές,
τρεις φορές μυστικά, χτυπώντας το πικρό κλαδί.
Κι εκείνοι αποφάσισαν, Σωστά τα λέει, φτάνει-
και με αποκήρυξαν.

 (από τη συλλογή Μυστικό όπλο)

Η ποιητική συλλογή του Ζεμπελεάνου, Arma secreta (Μυστικό όπλο) εκδόθηκε το 1980, όταν ο ποιητής είχε πλέον αποφασίσει την αντίσταση του απέναντι στο ολοκληρωτικό καθεστώς που άλλοτε υπηρέτησε. Με μια σειρά απέριττων ποιημάτων κατήγγελλε αλληγορικά την ατομική του αλλά και συλλογική ευθύνη για τον διασυρμό του μεγάλου οράματος της νιότης του και της εποχής του. Η μετάφραση της συλλογής στα αγγλικά κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α, το 2008. Μεταφραστής από τα ρουμανικά είναι ο αμερικανός ποιητής Matthew Zapruder σε συνεργασία με τον ρουμάνο ιστορικό Radu Ioanid. Επιλογή τους ήταν να διατηρήσουν το αφηγηματικό ύφος τον ποιημάτων παρά τις ομοιοκαταληξίες τους. Η ελληνική μετάφραση ακολουθεί την αγγλική.

 

Χίμαιρα

Μια χίμαιρα γεννιέται από βροχή,
αόρατη βροχή.

Τα μαλλιά της είναι μακριά,
το πρόσωπό της πίσω από το κεφάλι.

Η οπάλινη ουρά της
προβάλλει μ’ ένα φρικτό συναίσθημα.
Από τότε που γεννήθηκα
με δέρνει με αυτή.

Σκοτάδι και γκρίζο φως.

Κάποιες φορές τριγυρίζω στην ουρά
να δω το πρόσωπο της χίμαιρας.

Τότε η βροχή δυναμώνει,
και ξέρω πως κάτι τρομερό σείεται εκεί
από βροχή και γέλια.

Η χίμαιρα διαβάζει τα νέα.
 

Μυστικό όπλο

Αυτό
που τόσοι πολλοί περιφρονούν
ενώ ο καθένας θέλει να δημιουργεί.
Αυτό
που τόσοι πολλοί άνθρωποι
θέλουν να συλλάβουν
και καλοντύνονται στους ήχους αυτοκινήτων
που πιάνουν 100 μίλια την ώρα,
με μπουκάλια σπρέι,
με φορέματα με σχέδια ή χωρίς ρίμα ή αιτία,
με φορέματα όχι λιγότερο λαμπερά
από το νέον τα καλοκαιρινά αυτά βράδια
ενώ εγώ δεν γνωρίζω ποιος
ψηλότερα από εμάς
αθόρυβα
θερίζει
τις σοδειές.
Αυτό το περιφρονημένο
που όλοι ζηλεύουν
γιατί δεν είναι ορατό
αλλά υπάρχει,
γιατί είναι λύκος και πουλί
κι έθνος αμνών,
ψηλά, ψηλά, εκεί που κυβερνά
το φεγγάρι
χωρίς να λέει λέξη.
Αυτό
το τόσο πολύτιμο
που δεν κοστίζει τίποτα σχεδόν,
που αποκαλύπτεται σε λίγους μόνο,
προσφέροντας τον εαυτό του σε όλους,
λύκος πουλί, αμνός
(χωρίς ουρά! χωρίς τέλος!)
που ανήκει σε όλους
(αν μπορούν να το συλλάβουν)
που δεν πλάθεται
από χέρια με πέτρινα δάχτυλα.
που τραγουδάει,
που δαγκώνει αν χρειαστεί,
που σε κρατά ζεστό
λύκος
πουλί
αμνός
ανάσα του Αόρατου.


Η Άνοιξη όλων των εποχών

Τώρα περισσότερο από κάθε τι άλλο
πιστεύω στο χορτάρι.
Γίνεται πιο χλωμό τη νύχτα
με τόσο φυσικό τρόπο
με διάφανες μέλισσες
που πρόσκαιρα με αφήνουν.
Αύριο θα τρεμουλιάζουν πάλι
μες στη στολή τους φτιαγμένη από ουρανό.
Και μέσα στο δωμάτιο που από καιρό εγκατέλειψες
μπαίνει το τιτίβισμα των κορυδαλλών ενώ τσιμπούν
τις τελευταίες σκόρπιες ρόγες των άστρων.

Τα κουρασμένα μάτια μου, η 19 χρόνια καρδιά μου…
Όλα είναι πιθανά.
Και πέρασα, και περνάω
και θα περάσω.
Για πάντα βρίσκω τον εαυτό μου σε κάθε τι.
Στο βλέμμα μου ξεδιαλύνω
την ευτυχία εκείνων που έφυγαν,
ευτυχισμένοι που παραμένουν μέσα μου.

Είμαι ένα ξέφωτο.
Γεμάτος από το γαλανό φτερούγισμα της ανατολής,
το κρύο με διαπερνά.
Το μέτωπο μου κι οι βλεφαρίδες πάγωσαν,
όλοι οι χαμένοι τραγουδούν μέσα μου.
Τα μπλε ματόφυλλα μου κλείνουν.
Θα ξυπνάω ξανά πάντα.


Αόρατος

Μη προσέχεις τόσο πολύ
όταν με παρακολουθείς
Όσος περισσότερο προσέχεις
τόσα λιγότερα βλέπεις

Δεν είμαι εκεί που νομίζεις ότι είμαι

Είμαι ανάμεσα στα διαστήματα
Τραγουδώ ανάμεσα στους στίχους
κρύβομαι ανάμεσα στα κάγκελα
κι όχι πίσω τους

Κυνηγημένος από μια τίγρη
δεν νιώθω ασφαλής σ’ ένα κλουβί
αλλά ανάμεσα στα διαστήματα

Κάποιες φορές το φεγγάρι
γλιστράει ενδιάμεσα

πολύ χλωμό
αόρατο


 Όχι άλλο

Με μια κραυγή ανάστησα τη σιωπή.
Από τη σιωπή, γέννησα τον κόσμο.
Ένα πούπουλο ζυγιάστηκε στον ουρανό,
ένα λαγός κρύφτηκε από την κραυγή.
Αλλά δεν ήμουν ικανός να σε φέρω πίσω,
ούτε καν για ένα λεπτό.

Κι όλη τη νύχτα φύσαγε ο αέρας
ένα σύριγμα σε ατέρμονο τούνελ.


Κωστάντζα

Κωστάντζα, πόλη που γνωρίζω.
Κωστάντζα των λαθραίων άστρων, της ξεχασμένης ευωδιάς.
Κωστάντζα φιλημένη από τον αλμυρό αέρα.
Εδώ που περπατώ, εδώ που κάποτε περπατούσα,
Εδώ που υπάρχουν σταυροί,
κομμάτια από φεγγάρι
κι ο άχρηστος δείκτης από ένα τζαμί.

Ένα «α» για σας ευτυχισμένοι νεαροί υπνοβάτες,
ένα «ω» κι ένα «ωχ» γι αυτόν που μόνο θυμάται,
κι άλλο ένα «ωχ» για μένα.

Αιώνια θάλασσα, λέαινα των κυμάτων,
άγγιξε το μακρόθυμο χέρι σου
στα στεγνά γερασμένα μάτια μου.
Χωρίζεις για πάντα από μένα.
Επιστρέφεις πάντα
για όσα ακόμα δεν έχουν βρεθεί.


Διαλεκτική

Έμαθα από το νερό
πώς να μη ρέω
Έμαθα από το άροτρο
πώς να μην οργώνω
κι από τη ζωή έμαθα
πώς να εξαφανίζομαι.


Το πιο λυπημένο

Το πιο λυπημένο ποίημα
είναι το ποίημα που δεν γράφτηκε
κομπιάζοντας καταχωνιασμένο
κυνηγημένο από τελωνειακούς υπαλλήλους
 και γέφυρες
αυτό που δεν μπορεί ποτέ να ιδωθεί
σαν κάτι άλλο.

Φύλαξε αυτό το ποίημα.

Αυτή είναι σίγουρα η γυναίκα
που θα γεννήσει με ωδίνες.

Και μέσα της καθένας μας
θα αναγνωρίσει τον εαυτό του.


Ευτυχία

Εδώ βρίσκομαι με Όχι Περισσότερο και Όχι Λιγότερο,
και μ’ ένα επιπλέον σακίδιο στην πλάτη μου.
Μετά από αυτό δέχεσαι μια σφιχτή χειραψία,
το αποτύπωμα των νυχιών στην καμάρα της παλάμης σου,
και κάποιες σταγόνες που κύλησαν από γεράνι.

Τ’ αγκαλιάσματα τους σπάνε τα κουμπιά
που εγώ ο ίδιος έραψα χθες βράδυ.
Μηχανική αστραπή φωτίζει το πρόσωπό μου.
Ο Ναντάρ με μεταμόρφωσε σε αιωνιότητα.
Όλες μου οι ρυτίδες θα ρετουσαριστούν.
Πήγα πέρα εκεί στην άλλη πλευρά.
Συγχαρητήρια.
 

Ύστερος καλπασμός

Ένα θολό γείσο από σκιά
έπεφτε στο μέτωπο μου.
Έλα, είπα στον εαυτό μου
είσαι ένας τζόκεϊ
στον ουρανό
της ύστερης ζωής σου.
Μπορείς ακόμη να είσαι χρήσιμος,
κι ας μην αντέχεις πια τη νοσοκόμα
με το γυαλιστερό ατσάλινο δόντι.
Κι άρχισα να καλπάζω,
μες από αγριόχορτα, μες από δάση, μες από
χαρωπά μικρά ελάφια με τόσο τρυφερά, υγρά μουσούδια,
μες από λαμπερούς πομπώδεις ανδριάντες, μέχρι που
άκουσα μια φωνή να κλαψουρίζει
Πονάει, όλα πονάνε.
Κι όλα πονούσαν.
Και μπήκα σ ένα σπήλαιο ατερμάτιστο.
Και μόνο η μουσούδα ενός ελαφιού
μου έκανε από μακριά σινιάλο. Κι αυτό είναι όλο.


Κρύο

Κρυώνω μες στο τζάκετ μου.
Έτσι το μαζεύω γύρω μου
πιο σφιχτά.

Το πουκάμισο μου ανοίγει…
Έτσι το κουμπώνω καλύτερα.

Η νύχτα έρχεται.
Δεν μου επιτρέπει
να σκέφτομαι τ’ αστέρια.

Ο χειμώνας έρχεται.
Πρόσεχε.
Το κρύο είναι ένα θραύσμα

Και τι άλλο…
Συνέχισε να περπατάς.

μετάφραση Μάρω Παπαδημητρίου

© Poeticanet  τα περιεχόμενα του poeticanet προστατεύονται από copyright