Εκτύπωση του άρθρου

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

 

«Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΜΙΑΣ ΗΤΤΑΣ»



Έγραφε και επέμενε στη διαμόρφωση νέων σχημάτων, η γλώσσα, έλεγε τις ώρες της πιο σληρής αυτοκριτικής, εκκλιπαρεί για μια ανανέωση, για την εισβολή ενός νέου κύμματος που θα συμπαρασύρει και θα εξαντλήσει, έτσι ολοκληρωτικά τα σημάδια του ανυπόφορου γήρατος. Να σχηματίσει νέες μεταφορές, να πει «τα ειπωμένα» με έναν νέο τρόπο, να καταστήσει ολοκληρωμένη την καινούρια ηθική. Κάποτε, όταν ο κόπος θα τον έχει καταβάλει και η αμφιβολία θα έχει κυριεύσει την αισθητική του ανεπάρκεια, ο δημιουργός θα αναγκαστεί να παραδεχτεί την ήττα του. Με τρεμάμενο χέρι θα γυρέψει την παρηγοριά μες στα παλαιά βιβλία σπουδαίων προσωπικότητων, η συνείδηση της ήττας τότε θα είναι ξεκάθαρη, ιλαρή, αποφασιστικά ο δημιουργός πρέπει να ομολογήσει την αδυναμία του. Ευτυχώς θα λέγαμε.

Μα δεν πρόκειται περί αδυναμίας ή ανεπάρκειας, καθώς νόμιζε. Ετούτα τα αδιέξοδα συνιστούν την αναγκαία επισήμανση, αυτή που γυρεύει κάθε ένας, σαν καταπιάνεται με το τραγούδι της ανθρώπινης οδύνης. Επώδυνα, πασχίζει να χωρέσει τους πανανθρώπινους πόνους του με τη σκέψη που όλο ζητά να ξεπεραστεί. Τέτοια σκληρή και αυτοκαταστροφική είναι η φύση της. Εκείνος θα πρέπει δίχως άλλη, δεύτερη σκέψη να αποδεχτεί τα κεκτημένα της τέχνης του. Θα στραφεί στην παράδοση, μες στο ρυτιδιασμένο της πρόσωπο υφίστανται στοιχεία ανανέωσης. Εκείνος πρέπει να πει όσα είδε με τρόπο, όχι νέο ή ρηξικέλευθο μα με εκείνη την πρόθεση, η οποία αποζητά να ενσωματώσει το παραδοσιακό μες στο νέο.

Λέγοντας «παράδοση» φυσικά δεν εννοούμε το αναχρονιστικό, το παρωχημένο λόγο ή τη μορφή. Η παράδοση κουβαλά κάτι περισσότερο σπουδαίο από όλα τούτα που ομοιάζουν στα ταπεινά, τα ανθρώπινα. Μες στη βουή του παρελθόντος υπάρχουν τα κλειδιά για την αποκωδικοποίηση της επίκαιρης συνείδησης. Οι άνθρωποι πονούν και καταρρέουν πάντα για τους ίδιους λόγους. Ο έρωτας, η μοναξιά, η εγκατάλειψη, συνιστούν πάντα τα απροσπέλαστα οδοφράγματα στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου. Πελώρια, στοιβαρά κυριαρχούν πάντα μες στους καιρούς, μεταβάλονται ως χαμαιλέοντες και έτσι ζητούν να ερμηνευθούν με νέα μέτρα και νέα σταθμά. Ο λυρισμός της πρώιμης, μεσοπολεμικής ποίησης κάποτε ήταν αρκετός για να ειπωθούν και να περιγραφούν με όρους ρεαλιστικούς τα πράγματα. Η πραγματικότητα περιγράφεται μόνο με τρόπο πραγματικό, ακόμα και αν τόσο μας παρέσυραν κάποτε οι λυρικές κορυφές του Σικελιανού, του Φιλύρα, κατά κόσμον Οικονομόπουλου.

Επικαιροποιημένα, λοιπόν, για να πράξουμε το μέγιστο της τέχνης σκοπό, εκείνον που παρηγορεί και προσφέρει το όραμα, είναι να αναζητήσουμε την παρενδυσία των διαχρονικών «τεράτων», εκείνων που μας περιβάλλουν και μας καθιστούν μνημεία εξαθλίωσης και απώλειας. Θα πρέπει να εξετάσουμε τη μορφή τους, τα καίρια χαρακτηριστικά τους είναι γνωστά, σχεδόν προφανή. Θα πρέπει, με άλλα λόγια να ερμηνεύσουμε τη βέβαια ύπαρξή τους με βάση τα χαρακτηριστικά της εποχής μας. Εκείνα θα ενδυθούν προκειμένου να συγχρωτιστούν και να επιβληθούν μες στο καθημερινό αίσθημά μας, ατομικό και συλλογικό κάποτε.

Ο Τ.Σ. Έλιοτ πολύ σοφά, για τούτο το σκοπό διατύπωσε τον προφητικό του λόγο, διαχρονικό, καθοδηγητικό για όλους τους καιρούς και όλους όσους δίνονται στο σκοπό της τέχνης. «Ο δημιουργός θα πρέπει να αποσβέσει πλήρως τον εαυτό του, θα πρέπει να προβεί σε μια διαρκή αυτοθυσία.»Τούτη είναι, λοιπόν η μέθοδος για την ανταπόκριση στα σήματα των εποχών μας. Να καταθέσουμε, ζητά ο Βρετανός δημιουργός ολόκληρο το εύρος της συλλογιστικής μας, να το διαθέσουμε δίχως προοπτική ανταμοιβής στα απόφωνα του καιρού μας. Και όταν διαπιστώσουμε, -με τι λύπη ομολογουμένως, με τι απογοήτευση-, πως ετούτη η προσφορά δεν πρόκειται να μας χαρίσει το χρησμό, τότε θα πρέπει να στραφούμε ευθύς στην παράδοση, στα αντίστοιχα συμπεράσματα του παρελθόντος και δίχως δισταγμό να μπολιάσουμε τον εαυτό μας με την παλαιά συνείδηση, εκεί όπου αυτή χωρεί το σύγχρονο πόνο μας. Να γίνει το παρελθόν η γλώσσα που γυρεύαμε για να μιλήσουμε προς όλους, να μεταβληθεί η προσωπική μας ποίηση στο φιλόξενο τόπο, όπου χωρούν όλα τα αναγκαία μέτρα, παλαιά και νέα. Τους «νεκρούς απογραφείς» των ανθρωπίνων οδυνών, θα πρέπει να ανακαλέσουμε και εκείνοι, τότε, να είστε σίγουροι πως με την προθυμία και την ανιδιοτέλεια που χαρακτηρίζουν τους απωλεσθέντες θα σταθούν δίπλα μας και θα μας μιλήσουν για τότε που βρέθηκαν σε ένα παρόμοιο τέλμα και ήλθαν ακόμη παλαιότεροι και έφεραν τα αναγκαία υλικά, ώστε να δομηθεί το καταφύγιο που ζητήσαμε. Ας μην διστάσουμε στο κάλεσμα της παράδοσης, ας μην αρνηθούμε την αδυναμία μας για τούτο το παρόν. Να το αντέξουμε με εφόδιο όσα διασώθησαν από τις προηγούμενες σφαγές, ό,τι από τη γλώσσα επιννοήθηκε και στέριωσε μες στους τόπους και τα αισθήματά μας.

Ας μην διστάσουμε μες στην τομή που σχηματίζει το παρόν μας, να εισάγουμε,  -με την έννοια μιας αγενούς εισβολής ας θεωρήσουμε αυτήν την εισαγωγή-, τα ρεύματα της παράδοσης με όλα τα αδιάθετα υλικά που κουβαλούν. Ας μην διστάσουμε να πιούμε το νερό της πηγής, ας μην διστάσουμε να επιδείξουμε το δέοντα θαυμασμό απέναντι σε εκείνους, οι οποίοι κάποτε με φωτιές και σίδερα πάλεψαν με όλες τις απελπισίες και σώθηκαν. Ας μην περιοριστούμε σε θεωρητικές κρίσεις και προσεγγίσεις ακαδημαϊκές. Η απειλή του παρόντος, η απειλή ετούτη που πρέπει να επισημανθεί με τρόπο ξεκάθαρο, ευκρινή, εγκαίρως πάντα, θα διαπιστωθεί με την υποψιασμένη στάση του σύγχρονου ανθρώπου. Εκείνη θα του αποκαλύψει τις επικίνδυνες δίνες, θα επιτρέψει στην αυτογνωσία, την άμεση συνέπεια της επισήμανσης να εγείρει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας. Αυτά θα αναζητηθούν και με βεβαιότητα θα βρεθούν μονάχα στην παράδοση, εκεί που ο τεχνίτης θα βρει με ανακούφιση τις κατευθύνσεις, όσες μπορούν να καταστήσουν ακλόνητο το δημιουργό μες στον αιώνιο, όπως τον κουβαλά κόπο του να ορίσει τον εαυτό του, το σύγχρονο, να συνδυάσει ετούτα τα δύο, να διαμορφώσει έναν «ήχο νοήματος» ικανό  περισσότερο να υποβάλει, παρά να υποστηρίξει, να δημιουργήσει μορφές ζωής συγκλονισμένες, να περιφρονήσει εκείνες τις άλλες, της σκέψης τις μορφές. Μες σε κάθε παράδοση, προστίθενται ολοένα και περισσότερα από τα ψήγματα εκείνα, τα οποία ολόκληρα μπορούν να πλάσουν το ανθρώπινο αίσθημα. Και άλλωστε, αφού με βεβαιότητα επίκειται η επανάληψη ενός φόνου, είναι καλύτερα και πιο ανθρώπινα, αν γυρέψουμε στο τέλος να μας συντρέξει ολόκληρο το νόημα, αν επιδείξουμε τη δέουσα αποστροφή στη μοναξιά της εποχής μας, την ίδια, την αιώνια μοναξιά.

Ας θεωρήσουμε ετούτο το υποβλητικό παράδειγμα. Στη διαδικασία των αναπνοών, ας εισπνεύσουμε ολόκληρο το παρελθόν για να εκπνεύσουμε τον πιο ικανό λόγο, τον πιο παρηγορητικό, εκείνον που κουβαλά όσα ερμηνεύθηκαν από τον ανθρώπινο πόνο. Στην πάλη αυτή, ας σταθούμε και ας συλλογιστούμε με ανακούφιση. Ο λόγος αυτός, για τον οποίο μιλούμε, δεν θα είναι ποτέ οριστικός. Ποτέ, ικανά παρηγορητικός.

Απόστολος Θηβαίος