Εκτύπωση του άρθρου

ΧΑΡΑ ΣΑΡΛΙΚΙΩΤΗ

 

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΙ ΤΟΠΟΙ

 

GUAD- LUP

Μετά την βροχή ο ήλιος καίει τα πόδια μας
Καινούρια άνθη κατέλυσαν το σπίτι και μας έβγαλαν έξω.
Είδα την ασάλευτη Άρκτο στον ουρανό
και άκουσα την φωνή σου στο υπερατλαντικό καλώδιο.
Είσαι κάποιος που αντιστέκεται στη χρυσή έρημο.
Με κλειστά μάτια γράφουμε  μια λαμπερή σκέψη
Σύννεφα κυκλώνουν το φεγγάρι.
Είμαστε αβοήθητοι.

Κοιμάμαι μέσα στο βόμβο του νερού
Μακριά από τη σιωπή του υποβρυχίου.
Ο αέρας θερμαίνεται στις φλόγες του παλιού αερόστατου.
Διέσχισα μία πορεία πυγολαμπίδων και κατευθύνθηκα προς
την κουζίνα.

Ο καρπός της φιλίας μας;
Αχνιστό ρύζι, σκοτεινό ψάρι.
Μεγάλη συγκέντρωση σύννεφων εξαφάνισε το φεγγάρι.
Είμαστε τυφλοί.

 


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Μικρές χρωματιστές φράσεις πέφτουν κάθε πρωί από τον ουρανό.
Αδύνατο να τις ακολουθήσεις. Στη θέα μας
Τρέχουν πιο γρήγορα και από τα καγκουρώ.
Όταν φτάνεις στο σπίτι φώς γεμίζει την μπανιέρα.
Πουλιά πέταξαν μακριά.
Και ξαφνικά είναι Οκτώβρης στο Βιετνάμ.
Φοράς μαύρο σακάκι
Και μου δίνεις να πιώ κάτι πολύχρωμο.
Δροσιστικό.
Είναι αργά.
Με υγρά μαλλιά ακούμε την μουσική να επαίρεται
Πως τα πουλιά πετούν πιο γρήγορα
Χάρις σ’ αυτήν.
Μικροί κόκκοι άμμου
Φεύγουν προς μεγάλες κατευθύνσεις.
Η κομψή κυρία μας ευχήθηκε
« Καλή τύχη».
Αυτό ακριβώς είχαμε ανάγκη.
Αφού δεν είχαμε ομπρέλα
και φορούσαμε ελαφριά παπούτσια. 

 


ΔΑΙΔΑΛΟΣ

Είναι το όνομα του βιβλιοπωλείου
Στη σκιά της ακακίας.
Ο υπεύθυνος αλλάζει τη βιτρίνα κάθε Τρίτη.
Επειδή από τα ράφια όλοι θέλουν να πετάξουν.
Και υπάρχουν τόσα πολλά να μάθεις για τις πτήσεις.
Ο Ντά Βίντσι σχεδίαζε πτητικές μηχανές.
Κάποιοι τις φθονούν ακόμα και σήμερα.
Ο Σαίντ Εξυπερύ πετούσε τη νύχτα με κατεύθυνση
Το Μπουένος Άїρες.
Η «Νυχτερινή πτήση» γράφτηκε μάλλον την ημέρα
Και ο Χεμινγουαίη συνέχισε να πετά
Ακόμα και μετά το δυστύχημα
Ενώ η Μαργαρίτα πετά στο δικό της ύψος χωρίς
Να φοβάται την πτώση.
Προσγειώνεται απαλά σε όποιο διαμέρισμα θελήσει
Για να το κάνει γυαλιά καρφιά.
Μοιάζει με όνειρο μορφίνης.
Αλλά και αυτοί που μένουν στις σοφίτες ονειρεύονται να πετάξουν.
Γι’ αυτό αφήνουν ανοιχτά τα παράθυρά τους ακόμα και στο κρύο.
Στους κάτω ορόφους οι ένοικοι αρκούνται στη φιλοσοφία.
Η σκέψη μπορεί να είναι μία αρετή μεταναστευτική.
Στο υπόγειο παίζουν χαρτιά αδιαφορώντας αν θα χάσουν.
Μιας και  έχουν κερδίσει μετάλλια στον τελευταίο πόλεμο.

Ανησυχούμε γιατί συχνά κάτι εμποδίζει την σκέψη μας.
Ίσως αυτοί οι τερμίτες της ερήμου.
Ή αυτός ο συνεχής θόρυβος του τρένου β´ κατηγορίας
Που διασχίζει την ξάγρυπνη Ιάβα.
Τρέχοντας προς ένα θέατρο σκιών;
Προς μία κατάφωτη υπαίθρια αγορά;
Ή μία εξιστόρηση των πολιτικών εκκαθαρίσεων στη δεκαετία τού  ’60.
Η φωνή της τυφλής που τραγουδά ανήκει πλέον
στις φωνές μας.
Και δεν θέλουμε ν´ αλλάξουμε τα χρώματα
Γύρω από το ηφαίστειο, ούτε την θερμοκρασία στην ιαματική λίμνη.
Βυθιζόμαστε στις αποχρώσεις και στη θέρμη μαζί με τα παιδιά
Που δείχνουν πιό σοφά από εμάς.
Ποιος έχει δίκιο; Ο Πασκάλ ή η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ;
Να έχεις την ικανότητα να μένεις ήσυχος στο δωμάτιό σου
Ή μία άλλη ικανότητα εξ ίσου δύσκολη και οδυνηρή

Να σβήνεις τον  τρόπο τής ζωής σου
Μακριά από το ήσυχο δωμάτιό σου;

Δεν είμαστε πλέον εμείς
Όταν βγούμε από το δωμάτιό μας.
Είμαστε η τυφλή που τραγουδά και αυτός
Που προσεύχεται σε άγνωστη γλώσσα.
Κάποιος που  διώχνει πουλιά στον πράσινο ορυζώνα,
Λαξεύει άγνωστες θεότητες στο ισχυρό ξύλο.
Ή καθοδηγεί φωτεινές μαριονέτες στο ήπιο σκοτάδι.
 
   


HOTEL ST JACQUES.

Είμαστε ήσυχοι και προστατευμένοι.
Χωρίς κλειδιά χωρίς κουζίνα.
Εάν έχουμε ένα αίτημα ή μία σκέψη
Καλούμε τη ρεσεψιόν.
Ο φύλακας άγγελος χωρίς αύρα, ούτε φτερά
Απαντά.
Δεν λέει από πού ήρθε.
Δείχνει αόριστα «από μακριά».
Ανήκει στη γή και κάθε φορά πού ανοίγει
Η αυτόματη πόρτα βλέπει «καινούργιους τρόπους για να ζήσεις».
Προφέρει ονόματα και διευθύνσεις φωναχτά.
Καινούργιοι ήχοι φθάνουν συνεχώς.

Η νύχτα εγκαθίσταται στο τζάμι.
Γέρνει στο κρεβάτι. Είναι επικλινής.
Οι πλειάδες θρυμματίζονται στο δωμάτιο είκοσι έξι.
Ο ύπνος αρχίζει με ένα ελάφι
πού τρέχει στο ασύλληπτο δάσος.
Τελειώνει όταν το ελάφι έχει παγιδευτεί
Στο όνειρο τής νύχτας.

 


ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Η φωνή της από κοβάλτιο τραγουδά «τόσα πολλά αστέρια»
Παρατηρώ επίμονα την κόκκινη πρόσοψη του σπιτιού σου.
Έχω το κλειδί αλλά εσύ έχεις τον τίτλο κυριότητας.
Σ’ αυτή την πόλη το κρύο αστράφτει σαν πολυέλαιος.
Όλοι τρέχουν πάνω σε πατίνια ή εκτελούν τεράστια άλματα
με χάρη πού έμαθαν στις σχολές χορού.
Οι δρόμοι τρέχουν με παραφορά προς το ποτάμι
κι’ αυτό φεύγει συνεχώς μακριά μου.
Το δωμάτιό σου είναι τόσο μικρό
κι όμως συμβαίνουν τόσα γεγονότα,
ιδίως στις γωνίες.
Ταραντούλες, κιθάρες, μικρόφωνα κι’ ένα φυτό 
αγωνιά για το χρώμα του.

Μικροί λαγοί τρέφονται με τα πιο φτηνά καρότα
Κι όμως είναι τόσο λαμπεροί.
Ο χειρουργός χορηγεί νιφάδες χιονιού στους
εμπύρετους ασθενείς του.
Μετά όλοι μαζί ακούνε μουσική του Μπένζαμιν Μπρίττεν.
Είναι βραδυ   Χριστουγέννων.
Διέτρεξα με το σκύλο όλο το μήκος του χιονιού.
Σκαλίζοντας βρήκαμε ένα χάρτινο ελάφι
και μια ανάμνηση τού Σοστακόβιτς.
«Όταν μετά τον πόλεμο συγκεντρώθηκε ξανά η ορχήστρα είδαμε
ότι έλειπαν τα μισά μέλη της.»

 

42ος  ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ

Ο πυροβολισμός πού άκουσες
Είναι μία σκηνική ιδέα τού Μπερλιόζ.
Ο γαλάζιος καπνός αιωρείται ακόμα πάνω από τα βιολιά.
Μήπως τρόμαξες;

Τα διαμάντια στο τζάμι πού σε θάμπωσαν
Ήταν η αναμενόμενη βροχή του μετεωρολόγου.
Μοιάζουν με αυτά της νύφης στον εξουθενωτικό χορό της.
Μήπως ζήλεψες;

Η πορτοκαλάδα πού σε δρόσισε ήταν ζωγραφιστή.
Την πίνουν οι αρχιτέκτονες τού φωτός
Στο μπάρ μετά το οκτάωρο τους.
Μήπως θέλεις ακόμα μία;

Ο χορευτής πού πέφτει επάνω στον τοίχο της σκηνής
Εξηγώντας ταυτόχρονα την τέχνη να πέφτεις
Επάνω στους τοίχους
Προσπαθεί να εκφράσει τη ματαιότητα.
Μήπως ταράχτηκες;

Η επιγραφή « Sweeney and Co» στο αγαπημένο σου γαλάζιο κτίριο
Δεν ανταποκρίνεται πλέον στη χρήση του
Έχει διαιρεθεί σε ενοικιαζόμενα στούντιο.
Μήπως θα ήθελες ένα με θέα στην γέφυρα
Για να την ζωγραφίζεις από περισσότερες γωνίες;

 

ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ


Όταν προσγειώνεσαι στην Αφρική
Ο ουρανός είναι βαθύς
Απορροφά ακόμα και τα σύνορα.
Ενώ τα πουλιά γνωρίζουν όλα τα γεωμετρικά σχήματα.
Έχεις ξεχάσει ό,τι έμαθες ήσυχα στην αυλή
(ο πατέρας επόπτευε)
Ραμφίζοντας τή μουσική
Διώχνοντας μακριά τα κατοικίδια.
Θυμάσαι τα καινούρια πράγματα που έμαθες
Στη ρεσεψιόν των ξενοδοχείων και τη σχολή κινηματογράφου.
Αν και το σινεμά δεν είναι μια αφρικανική ιστορία, εσύ στήνεις
Την κάμερα στη διασταύρωση τών δρόμων ακίνητη, για ώρα,
Και ερευνάς
την πιεστική ανάγκη της σκιάς,
το θόρυβο της παλιάς μηχανής
και τα δεμάτια του ξερού χόρτου που κατρακυλούν.
Κάποιος σαπουνίζεται στην αυλή, χωρίς να διακόψει
Τη συζήτηση με τους φίλους του.
Τώρα πρέπει να απομακρύνεις την κάμερα από το σταυροδρόμι
Και να αναζητήσεις το κορίτσι πού ψάχνει το τηλεφωνικό κέντρο.
Αλλά οι γραμμές στην Αφρική ποτέ δεν λειτουργούν ικανοποιητικά.
Τα άσχημα νέα για τη φετινή σοδειά έρχονται με το ταχυδρομείο.
Οι συγγενείς την  αναζητούν για να της απευθύνουν το αίτημα για βοήθεια.
Η αλληλεγγύη λένε είναι η υψηλότερη έκφραση τού ανθρώπινου
πνεύματος, γιατί  κινητοποιεί την κοινότητα, το συλλογικό της αίσθημα.
Αυτό είναι το γράμμα που παίρνει καθυστερημένα
αφού και το ταχυδρομείο δεν λειτουργεί ικανοποιητικά.

Οι θόρυβοι δεν σταματούν.
Μπαίνουν ήσυχα στο δωμάτιο και αναστατώνουν τα βιβλία
που σου είχαν μάθει ό,τι τώρα έχεις ξεχάσει.
Γι αυτό και αρχίζεις να ξαναδιαβάζεις.
Ώσπου νυχτώνει.
Κανείς δεν επείγεται για σκιά, όλοι έχουν ελευθερωθεί από το
βάρος της.
Στο ραδιόφωνο οι ειδήσεις φτάνουν από παντού, αλλά ανάλογα
με τη γλώσσα διαφέρουν. αυτό συμβαίνει με τις γλώσσες.
Δεν διαφέρει μόνον ο ήχος αλλά και οι απόψεις και οι επιθυμίες.
Σκέφτεσαι: σε ποιά γλώσσα σκέφτεσαι;
Ο πατέρας μετέφραζε για σένα και γι αυτόν.
Στήνεις την κάμερα απέναντί του. Αν και δεν ζει πια
διαβάζει ακόμα. Γι αυτό και αφαιρείς τους ήχους.

Η νύχτα προσγειώνεται επιδέξια στα νερά.
Έρχομαι εδώ στο υψίπεδο όπου σκέφτομαι
Την ιστορία και τις ιστορίες που αύριο θα κινηματογραφήσω.
Το νυχτερινό γύρισμα κοστίζει ακριβά.
Και η σημερινή μέρα έχει τελειώσει. 

 

ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟ ΒΟΤΑΝΙΚΟ ΚΗΠΟ.

Πουλιά άρχισαν να κελαηδούν ξαφνικά
Ενώ μας είχαν δώσει την εντύπωση  πώς ήταν πλαστικά.
Κάθε ιδέα είναι σαν ένα ζωηρό καγκουρώ
Μέσα στην κοιλιά του κρύβει ένα άλλο.
Πολλά ήρθαν και κάθισαν μαζί μας στο γρασίδι
 Ωραία έκπληξη για το άδειο μας εκείνη
την στιγμή κεφάλι. Όμως ήσυχα ακουμπισμένο στον
κορμό του κέδρου πού ήρθε από το Λίβανο
όπως είπε ο κηπουρός. Αλλά ήταν προς στιγμήν.
Ιδέες και καγκουρώ φεύγουν μακριά με μεγάλα άλματα.
Μένουμε με τα μικρά πουλιά πού ετοιμάζονται να πετάξουν.
Τα ρώτησα για την τεχνική της πτήσης και είπαν:
«άνοιξε το σχετικό βιβλίο».


ΠΟΛΛΟΙ ΤΟΠΟΙ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΤΟΠΟΣ


Κοιμηθήκαμε στην επιφάνεια τού νερού
Μετά ζωγραφίσαμε πεζοδρόμια
Γιά τούς περιπάτους μας.
Μερικά πουλιά εφορμούν στα άνθη
τής κερασιάς από ζηλοφθονία
Ενώ άλλα γράφουν το ημερολόγιό τους
   στην άσφαλτο.

Είπες πώς σε φοβίζουν οι γέφυρες και
οι αθέατοι πλοηγοί των ρυμουλκών
καθώς υψώνονται στη θύελλα τού πρωϊνού.
Σε έσπρωξα απαλά  μέσα στον καθεδρικό.

Τα χρώματα τών βιτρώ είναι ήσυχα.
Η ομιλία γιά την ανησυχητική αύξηση
των αυτοκτονιών στην Ιρλανδία
βαδίζει προς το τέλος της,
χωρίς κάποιο ασφαλές συμπέρασμα
Και τα παιδιά τής χορωδίας ανυπόμονα
πλησιάζουν το όργανο.
Οι γονείς χαμογελούν κάτω από ανοιξιάτικα καπέλα.
Η δυνατή μουσική του μας εξακοντίζει
στη γωνία με την τοιχογραφία τού Ντελλακρουά.

Υψώνουμε τα μάτια στην οροφή
Το δόρυ τού αγγέλου πληγώνει τον δράκο.
Ένας σωρός από κόκκινους μανδύες
βιαστικά ριγμένοι στη δεξιά άκρη.
Και το δάσος γίνεται εκκωφαντικό.

« Δεν μετανιώνω. Έπαιξα και έχασα
Αλλά τουλάχιστον ανέπνευσα
τον αέρα τής θάλασσας.»
Ακούμε τα παιδιά να τραγουδούν.
Οι φόβοι σου διαλύθηκαν
Βγαίνουμε έξω.
Ένας άντρας  απλώνει
την ήσυχη καρδιά του στο ήσυχο απόγευμα.

 


ΕΞΙ ΕΙΚΟΝΕΣ


Είπες: θυμάσαι το χειμώνα στο Πίτσμπουργκ;
Ζούσαμε μόνοι με το σκίουρο Τζέσικα. Τα πόδια του,
γλιστρώντας στο χιονισμένο τραπέζι άνοιγαν την τροφή
πού του έδινες. Αγωνιούσε γιά την αναπνοή σου
στον κρύο αέρα τής πόλης τού Πίτσμπουργκ.

Είπα: πίσω από τα τεράστια παράθυρα οι κάτοικοι
τής πόλης έπιναν χρωματιστά ποτά, συζητώντας με τον
ήσυχο μπάρμαν. Εμείς βουλιάζαμε στο απαλό χιόνι
συγκεντρωμένοι στο δύσκολο έργο τής αναπνοής.
Αναζητούσαμε μιά ελαφριά τροφή, διαβάζαμε χωρίς
σχόλια το «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο».

Είπες: η φωνή μας δεν μπορούσε να βγεί στον
κρυσταλλικό αέρα τής πόλης τού Πίτσμπουργκ. Η φωνή
μας κατέβαινε στο στήθος μας, οι φράσεις μας αποθηκεύονταν στους πνεύμονες.

Είπα: διασχίσαμε όλους τούς διαδρόμους τού νυχτερινού
νοσοκομείου, σκεφτήκαμε θα ήταν ωραία να δούμε τα
φώτα τής πόλης από τη στέγη αλλά αυτό απαγορευόταν.

Είπες: το βράδυ η Ελίζαμπεθ Ταίηλορ έπινε ασταμάτητα.
Στο ωραίο της κολιέ καθρεφτιζόταν η απόφασή της να είναι ανεξάρτητη.
Στο επόμενο φίλμ ο Πώλ Νιούμαν έδενε τα τραυματισμένα του δάκτυλα.

Είπα: μαζί σου αισθάνομαι πάντα την ίδια χαρά.
Ανεξήγητη και απρόβλεπτη, ήσυχη και αυτόφωτη, εισχωρεί στην τσέπη
τού στήθους σου πού ανασαίνει κάτω απ’ το παλτό τής πόλης τού
Πίτσμπουργκ.

 

ΟΙ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΕΣ TOY ΙΓΚΟΥΑΖΟΥ.

Μερικές χώρες βρίσκονται πολύ μακριά μας.
Ιδίως αυτές με τούς καταρράκτες
Η ομίχλη τού νερού, το σκoτεινό βουητό τής πτώσης δεν φτάνουν ως εμάς.
Τα πουλιά με νοτισμένα φτερά πού πετούν σε κύκλους μάς είναι άγνωστα.
Κοιτώντας ξανά την εικόνα τους, σκεφτόμαστε πώς πρέπει να βρούμε τη δύναμη να ανυψωθούμε πάνω από την άνυδρη χλόη και να  φθάσουμε στο σημείο όπου το νερό χωρίζει αλλά και ενώνει τρείς χώρες.
Ίσως αυτό θα μας έδινε καινούργιες ιδέες και ένα είδος ελευθερίας πού
εχουμε χάσει.
Το σημείο τής ένωσης μοιάζει με ρευστό τριαντάφυλλο.

Στη δική μας χώρα η πόλη γεμίζει τούς πνεύμονές μας με
καινούργια ερωτηματικά. Θα θέλαμε γιά λίγο να την ξεχάσουμε, να μην σκεφτόμαστε.
Τοποθετήσαμε στο κέντρο τού κόσμου το φωσφορίζον μπαρ με τα ποτά μινιατούρες και βρεθήκαμε στο εσωτερικό του.
«Κατά τις έξι το απόγευμα παύω να ανησυχώ, βλέπω ένα δέντρο να ανθίζει πίσω από τα ποτήρια και το σώμα μου μετατοπίζεται από τον εαυτό μου όπως μερικές πόλεις μετατοπίζονται στο χάρτη μετά από δυνατό σεισμό» εξομολογείται η d.j .
Η εικόνα τού καταρράκτη  διαγράφεται συνεχώς στον αέρα καθώς και ο ήρωας τής ταινίας πού επιθυμεί να ταξιδέψει ως εκει για μια καινούρια αρχή.
Ίσως να θέλαμε να ταυτιστούμε μαζί του όταν το βράδυ φτάνει στο μακρινό προάστιο τού Μπουένος Αϊρες. Από το παράθυρό του η θέα στο ποτάμι και τα ρυμουλκά είναι καθησυχαστική. Θα ήταν ωραία να τυλιχτούμε στους μελαγχολικούς καπνούς, στα χρώματα τού νοικιασμένου δωματίου του. Η ζωή του είναι σκληρή εδώ, αλλά αισθάνεται οικεία.
Η άγνωστη γλώσσα.
Η άγνωστη μουσική.
Οικεία.
Είναι εδώ με τη θέλησή του.
Διασχίζει τα νέον φώτα τής αγοράς, τούς ατμούς της.
Τον συναντούμε στην αποβάθρα τού μελλοντικού τραίνου.
Είναι σίγουρος όπως και εμείς.
Μετά τα σύννεφα θα δούμε το γιγάντιο άνθος τού καταρράκτη.
  
 


Χαρά Σαρλικιώτη